Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 659 / 2023    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 659/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους
Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Αγγελική Γεροχρήστου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Δ. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κοκοτό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3486/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3744/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 7-6-2021 (4886/657/25-6-2021) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 3744/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξεως και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε. Η απαγορευτική ρήτρα της ανωτέρω διατάξεως προϋποθέτει για την εφαρμογή της ανταγωνιστική συμπεριφορά, αντικειμένη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό, με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ., ενώ δεν απαιτεί και επιδίωξη βλάβης του ανταγωνιστή. Η ανταγωνιστική συμπεριφορά συνδέεται με επιχειρήσεις του ίδιου ή συγγενικού κλάδου, με εναλλάξιμα προϊόντα ή υπηρεσίες και με ταυτότητα κύκλου αποδεκτών ή πελατών, ενώ, κάθε ανταγωνιστικά πρόσφορη επιχειρηματική πράξη θεωρείται ότι ενέχει και ανταγωνιστική πρόθεση εκείνου που την επιχειρεί, δηλαδή, ότι γίνεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης του στην αγορά. Η εν λόγω ανταγωνιστική πράξη καθίσταται αθέμιτη ή παράνομη, όταν αντίκειται στα χρηστά ήθη. Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν, κατ` αρχήν, οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας, με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες, η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά. Ωστόσο, η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά, οφείλει να διαμορφώνεται, με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων, που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ` επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 97/2016, Α.Π. 1519/2014, Α.Π. 1223/2014, Α.Π. 571/2011, Α.Π. 55/2003, Α.Π. 1346/2000).
Κατά το άρθρο 13 του ν. 146/1914 "όστις κατά τα συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τινός, εμπορικής επωνυμίας, ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως, ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέση σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα, άτινα έτερος μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθή υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως. Υποχρεούται δε προς τούτοις απέναντι του ζημιωθέντος εις ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας, εάν εγνώριζεν ή ώφειλε να γνωρίζη ότι δια της καταχρήσεως ταύτης ηδύνατο να προκληθή σύγχυσις. Προς το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα εξομοιούνται και εκείνα εν γένει εκ των σημείων καταστήματος ή επιχειρήσεως τινός, τα οποία θεωρούνται εις σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως ιδιαίτερα διακριτικά αυτών. Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός...". Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει, όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα, όχι εντελώς ασήμαντο, μέρος των πελατών, αναφορικά με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης είτε με την ύπαρξη σχέσεως συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Ο διασχηματισμός, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφ. δ του άρθρου 13, περιλαμβάνει τα εξωτερικά στοιχεία διαμορφώσεως, κυρίως το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, τη συσκευασία, τα περικαλύμματα του εμπορεύματος και κάθε διακριτικό, το οποίο έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως γνώρισμα του εμπορεύματος, είναι δε ικανό να διακρίνει τούτο από άλλα όμοια ή ομοειδή εμπορεύματα άλλης προελεύσεως. Ωστόσο, τα διακριτικά γνωρίσματα θα πρέπει να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο βαθμός της διακριτικής δυνάμεως προσδιορίζει και την έκταση της προστασίας, γι' αυτό συνηθισμένα ονόματα, συνηθισμένα σχήματα και υλικά δεν μπορούν αυτοτελώς να προστατευθούν ως διακριτικά γνωρίσματα ή σήματα, λόγω ελλείψεως διακριτικής δυνάμεως, εκτός αν από το συνδυασμό περισσότερων στοιχείων αποκτήσουν διακριτική δύναμη (Α.Π. 1123/2002, Α.Π. 1780/1999, Α.Π. 241/1991, Α.Π. 1410/1990). Δεδομένου ότι ο διασχηματισμός επιτελεί διακριτική λειτουργία του εμπορεύματος δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτό τούτο το εμπόρευμα. Έτσι, διαμορφωτικά στοιχεία του εμπορεύματος που δεν επελέγησαν αυθαίρετα, αλλά είναι τεχνικώς απαραίτητα για την κατασκευή ή την εκπλήρωση του σκοπού χρήσεως ή χρησιμότητας του εμπορεύματος δεν προστατεύονται ως διασχηματισμός, έστω και αν οι σχετικοί κύκλοι συνδυάζουν προς τη διαμόρφωση αυτή του εμπορεύματος την προέλευσή του από ορισμένη επιχείρηση. Αντιθέτως, αν τα στοιχεία της εξωτερικής διαμόρφωσης επελέγησαν αυθαίρετα, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα στοιχεία αυτά επιβοηθούν, συγχρόνως, το σκοπό χρήσεως ή χρησιμότητας του, τότε παρέχεται η κατ' άρθρο 13 παρ. 4 προστασία. Εξάλλου, η αισθητική διαμόρφωση του εμπορεύματος, δηλαδή, η επιλογή των εξωτερικών γνωρισμάτων αισθητικής φύσεως, η οποία γίνεται αυθαιρέτως, χωρίς να εξυπηρετείται συγκεκριμένος σκοπός, εφόσον επιτελεί διακριτική λειτουργία, απολαύει, κατά κανόνα, προστασίας ως διασχηματισμός. Περαιτέρω, κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει, όταν, λόγω της ομοιότητας ή του παρεμφερούς των εξωτερικών διαμορφωτικών στοιχείων δύο εμπορευμάτων, πιθανολογείται ότι είναι δυνατό να δημιουργηθεί παραπλάνηση του κοινού, ως προς την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών από μια ορισμένη επιχείρηση, ως προς την ταυτότητα των φορέων της επιχείρησης ή της επιχείρησης, ως οικονομικής οντότητας ή ως προς την ύπαρξη οικονομικής συνεργασίας ή οργανωτικής σχέσης μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Τέλος, ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται, όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές, ενώ δεν απαιτείται η επέλευσή του, αλλά αρκεί δυνατότητα να επέλθει, ούτε χρειάζεται να συντρέχει κίνδυνος παραπλάνησης της πλειονότητας των καταναλωτών, αλλά, αρκεί να υπάρχει η δυνατότητα για ένα όχι εντελώς ασήμαντο τμήμα από αυτούς, δηλαδή, αρκεί η παραπλάνηση να έχει έκταση εμπορικά αξιόλογη ή αισθητή (Α.Π. 344/2013, Α.Π. 1477/2011, Α.Π. 1803/2007, Α.Π. 1388/2004, Α.Π. 1123/2002).
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 4/2018, Ολ. Α.Π. 6/2017, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 349/2014, Α.Π. 382/2013). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο, μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς στάθμιση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Α.Π. 920/2020, Α.Π. 568/2017).
Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, εκτός των άλλων, τα περιστατικά αποτυπώνονται ανεπαρκώς (ανεπαρκής αιτιολογία), αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, εφόσον, δηλαδή, υπάρχει αδυναμία να ελεγχθεί αναιρετικώς η ακολουθία της δικανικής κρίσης περί εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου. Η έλλειψη αιτιολογίας θα κριθεί στο σύνολό της, εφόσον, κατά τρόπο ικανοποιητικό, με πληρότητα και σαφήνεια, αιτιολογείται τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Δεν συντρέχει, συνεπώς, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος ή αν το δικαστήριο δεν ανέλυσε τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π. 9/2013 Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 29/2020, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 253/2013, Α.Π. 343/2012). Με τη διάταξη του αριθμού 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 95/2017, Α.Π. 1/2016), δηλαδή, οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1072/2005). Απαραίτητη προϋπόθεση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου είναι ο μη ληφθείς υπόψη αυτοτελής ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά (Α.Π. 20/2016, Α.Π. 623/2011, Α.Π. 319/2008, Α.Π. 2192/2007). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ακόμη και αν η απόρριψή του έγινε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων (Ολ.Α.Π. 25/2003).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εκκαλούσα-ενάγουσα ανώνυμη εταιρία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές βιομηχανίες παραγωγής και εμπορίας τροφίμων και ιδίως μπισκότων και συναφών ειδών, ιδρύθηκε το έτος 1922 και έκτοτε διακρίνεται για τη συνεχή και ισχυρή παρουσία της στην ελληνική αγορά, στην οποία κατέχει κορυφαία θέση. Από το έτος 1997 παρασκευάζει και εμπορεύεται μπισκότα υπό την ονομασία αρχικώς ….."., στη συνέχεια "...", από το έτος 2006 "..." και από τον Απρίλιο του έτους 2015 "... ...", τα οποία περιέχουν συνδυασμό περισσότερων δημητριακών και θεωρούνται προϊόντα υγιεινής διατροφής. Κυκλοφορούν σε τέσσερις συσκευασίες και γεύσεις, ήτοι (α) Πολυδημητριακά Μπισκότα Πρωινού με 4 δημητριακά και γάλα σε μπλε συσκευασία, (β) Πολυδημητριακά Μπισκότα Πρωινού με 4 δημητριακά και σοκολάτα σε καφέ συσκευασία, (γ) Πολυδημητριακά Μπισκότα Πρωινού με 4 δημητριακά και muesli σε μωβ συσκευασία και (δ) Πολυδημητριακά Μπισκότα Πρωινού με 4 δημητριακά και κακάο χωρίς ζάχαρη σε πράσινη συσκευασία, ενώ διανέμονται σε ολόκληρη την επικράτεια και διατίθενται προς πώληση, ιδίως μέσω υπεραγορών... Από την έναρξη της διάθεσής τους στην αγορά το έτος 1997 και αδιαλείπτως μέχρι την κατάθεση της αγωγής το έτος 2017, τα εν λόγω μπισκότα έχουν μακρόστενο, οβάλ σχήμα, διαστάσεων 9,7 εκ. το μήκος, 4,8 εκ. το πλάτος και 4 χιλ. το πάχος και φέρουν στην άνω επιφάνειά τους ανάγλυφο σχέδιο που αποτελείται από δύο στάχυα, παράλληλα τοποθετημένα, μήκους 4,8 εκ. το καθένα, με μια σειρά επτά σταχιδίων εκατέρωθεν κάθε βλαστού και με τρεις τρύπες ανάμεσά τους... το σύνολο των πωλήσεων των ανωτέρω μπισκότων στην Ελλάδα ανήλθε για το έτος 2013 σε 2.423.532 τεμάχια..., για το έτος 2014 σε 2.430.100 τεμάχια..., για το έτος 2015 σε 2.617.200 τεμάχια..., για το έτος 2016 σε 2.580.600 τεμάχια... και για το έτος 2017 (Ιανουάριος-Αύγουστος) σε 1.713.147 τεμάχια... Επιπλέον..., προέκυψε ... στο σύνολο της αγοράς των απλών-σκέτων μπισκότων τα μερίδια των εν λόγω προϊόντων της ενάγουσας διαμορφώθηκαν σε όγκο 3,7% και σε αξία 6,5% για τα έτη 2013 και 2014, σε όγκο 3,7% και σε αξία 6,9% για το έτος 2015, σε όγκο 3,9% και σε αξία 7,4% για το έτος 2016 και σε όγκο 3,8% και σε αξία 7,2% για το έτος 2017 (Ιανουάριος-Αύγουστος).... Η διαφημιστική δαπάνη για την προβολή των ανωτέρω μπισκότων σε όλα τα μέσα, κατά τα έτη 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016 και 2017 (Ιανουάριος-Αύγουστος), ανήλθε στα ποσά των 693.190 ευρώ, των 617.290 ευρώ, των 148.860 ευρώ, των 126.230 ευρώ, των 271.446 ευρώ, των 148.278 ευρώ και των 235.357 ευρώ, αντίστοιχα. Εξάλλου..., προέκυψε ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή αυτής δεύτερο εναγόμενο και η οποία δραστηριοποιείται στον ίδιο ακριβώς τομέα της παραγωγής και εμπορίας μπισκότων, διατηρώντας την έδρα της στα …., από το Μάρτιο του έτους 2016 παρασκευάζει και διαθέτει στην αγορά μπισκότα υπό την ονομασία '...', σε δύο συσκευασίες και γεύσεις, ήτοι (α) Μπισκότα με 4 Δημητριακά με φρέσκο γάλα, μαύρη ζάχαρη και πραγματική σοκολάτα-Μπισκότα Πρωινού σε μπλε συσκευασία και (β) Μπισκότα με 4 Δημητριακά με φρέσκο γάλα, μέλι, μαύρη ζάχαρη και β-γλυκάνη (για μείωση της χοληστερόλης)-Cardio Plus και από το Μάρτιο του έτους 2017 Μπισκότα με β-γλυκάνη (για μείωση χοληστερόλης) και 4 Δημητριακά με φρέσκο παστεριωμένο γάλα, μέλι, μαύρη ζάχαρη σε κόκκινη συσκευασία. Τα άνω μπισκότα της πρώτης εναγομένης έχουν μακρόστενο, οβάλ σχήμα, διαστάσεων 7,9 εκ. το μήκος, 4 εκ. το πλάτος και 4 χιλ. το πάχος και φέρουν στην άνω επιφάνειά τους ανάγλυφο σχέδιο που αποτελείται από ένα στάχυ, κεκλιμένο, με μια σειρά πέντε σταχιδίων εκατέρωθεν του βλαστού και με δεκατέσσερις μικρές τρύπες... Κατόπιν τούτων, καθίσταται ερευνητέο εάν τα ανωτέρω στοιχεία (οβάλ σχήμα και ανάγλυφο σχέδιο) συνιστούν διακριτικά γνωρίσματα των εν λόγω προϊόντων της ενάγουσας, προστατευόμενα κατ' άρθρο 13 του Ν. 146/1914 και ειδικότερα εάν ο εν λόγω διασχηματισμός έχει διακριτική δύναμη να τον ξεχωρίζει από άλλον ομοειδή και εάν έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως προερχόμενος από την ενάγουσα και επιπλέον εάν έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη και αναγνωρισιμότητα στο ελληνικό κοινό και ακολούθως έχει καταστεί διακριτικό γνώρισμα φήμης, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να επιλέγουν τα μπισκότα '...' αναγνωρίζοντας τα ως άνω χαρακτηριστικά τους. Ο επίδικος διασχηματισμός δεν διαθέτει ένα ελάχιστο βαθμό ιδιοτυπίας, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει ως γνώρισμα προέλευσης των εν λόγω μπισκότων από την επιχείρηση της ενάγουσας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το οβάλ σχήμα των ανωτέρω μπισκότων της ενάγουσας αποτελεί το πλέον χρηστικό και πρακτικό σχήμα για τα μπισκότα της συγκεκριμένης κατηγορίας, ήτοι τα απλά, σκέτα, χωρίς γέμιση, επιστρώσεις και επικαλύψεις μπισκότα και για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται ευρέως στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, επί σειρά ετών, από πολλές εταιρείες παραγωγής και εμπορίας τροφίμων. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται, μεταξύ άλλων και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες μπισκότων σε οβάλ σχήμα των εταιρειών ... τα οποία κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά και διατίθενται κυρίως μέσω των υπεραγορών τροφίμων... Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι το ανάγλυφο σχέδιο στην άνω επιφάνεια των μπισκότων της ενάγουσας αποτελούμενο από στάχυα, αποτελεί μια ιδιαίτερα συνηθισμένη απεικόνιση των μπισκότων που περιέχουν συνδυασμό περισσότερων δημητριακών, ενδεικτική της περιεκτικότητάς τους σε δημητριακά και την ένταξής τους στην κατηγορία των προϊόντων υγιεινής διατροφής, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες μπισκότων με ανάγλυφη απεικόνιση σταχυών των εταιρειών ... τα οποία κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά και διατίθενται μέσω υπεραγορών τροφίμων... Κατόπιν τούτων, αφού ληφθεί υπόψη η συνολική εντύπωση που δημιουργεί ο επίδικος διασχηματισμός (οβάλ σχήμα και ανάγλυφο σχέδιο) των μπισκότων της ενάγουσας κρίνεται ότι δεν ενέχει έστω ένα ελάχιστο βαθμό διακριτικής δύναμης είτε εγγενούς (αρχικής) είτε επιγενόμενης, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει ως γνώρισμα προέλευσης των ανωτέρω προϊόντων από την ενάγουσα. Αναφορικά με τη δεύτερη σωρευτικά απαιτούμενη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν. 146/1914, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω διασχηματισμός των μπισκότων της ενάγουσας έχει επικρατήσει ή καθιερωθεί στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι έχει καταστεί γνωστός σε υψηλό βαθμό και ότι έχει επικρατήσει σε μεγάλο μέρος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων. Συναφώς, πρέπει να εκτεθεί ως προς τον προσδιορισμό του οικείου καταναλωτικού κοινού, με βάση τα διακρινόμενα προϊόντα (μπισκότα) ότι προσδιορίζονται για μαζική κατανάλωση και στοχεύουν στο ευρύ κοινό. Έτσι, κρίσιμος για την κατάφαση ή μη του υπό διερεύνηση στοιχείου της επικράτησης ή καθιέρωσης του διασχηματισμού στις συναλλαγές είναι ο μέσος, έχων τη συνήθη ενημέρωση καταναλωτής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι επίδικος διασχηματισμός έχει μεν καταστεί γνωστός στις συναλλαγές, πλην όμως δεν έχει επικρατήσει ούτε έχει καθιερωθεί ως διακριτικό γνώρισμα των ανωτέρω προϊόντων από την επιχείρηση της ενάγουσας... μόνο ένα μέρος του καταναλωτικού κοινού όταν βλέπει τον επίδικο διασχηματισμό είναι σε θέση να τον ξεχωρίσει από άλλον ομοειδή και να τον αναγνωρίσει ως προερχόμενο από την ενάγουσα, πλην όμως το μέρος αυτό δεν δύναται να θεωρηθεί υψηλό, ενόψει και της έλλειψης αρχικής διακριτικής δύναμης του επίδικου διασχηματισμού, αλλά και του γεγονότος ότι όσο ασθενέστερη είναι η εγγενής διακριτική δύναμη, τόσο εντονότερη απαιτείται να είναι η ένταση και η χρονική διάρκεια της χρήσης, ώστε να επικρατήσει το διακριτικό γνώρισμα στις σχετικές συναλλαγές. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα χαμηλά ως άνω ποσοστά των μεριδίων σε όγκο, κυμαινόμενα από 3,7% έως 3,9% και σε αξία, κυμαινόμενα από 6,5% έως 7,4%, τα οποία καταλαμβάνουν τα επίδικα μπισκότα της ενάγουσας στο σύνολο της αγοράς των απλών-σκέτων μπισκότων και τα οποία συνηγορούν υπέρ του γεγονότος ότι δεν είναι ευρέως διαδεδομένα στο καταναλωτικό κοινό, ώστε αυτό να τα αναγνωρίζει από τον ως άνω διασχηματισμό τους. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο επίδικος διασχηματισμός δεν ενέχει ένα ελάχιστο βαθμό ιδιοτυπίας ή ιδιαιτερότητας και επιπλέον δεν έχει καταστεί γνωστός σε υψηλό βαθμό ώστε να έχει επικρατήσει ή καθιερωθεί στις συναλλαγές, δεν πληρούνται εν προκειμένω οι σωρευτικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν. 146/1914 και ως εκ τούτου παρέλκει η έρευνα της συνδρομής του κινδύνου σύγχυσης από την κυκλοφορία των ανωτέρω προϊόντων της πρώτης εναγομένης. Υπό τα δεδομένα αυτά, η πρώτη εναγομένη, η οποία, άλλωστε, αποτελεί μια γνωστή στο ελληνικό καταναλωτικό κοινό επιχείρηση εμπορίας ειδών διατροφής και έχει επενδύσει αυτόνομα στην καθιέρωση των δικών της διακριτικών γνωρισμάτων, δεν καρπώνεται, με τη χρήση του επίμαχου διασχηματισμού των ως άνω προϊόντων της, την προσπάθεια που η ενάγουσα έχει καταβάλει για την καθιέρωση του δικού της διασχηματισμού ούτε ενεργεί κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, επιδιώκοντας να εκμεταλλευθεί αυθαίρετα την καλή φήμη και την αποδοχή από τους καταναλωτές των επίδικων προϊόντων της ενάγουσας, να αποσπάσει πελατεία από αυτήν και να αποκτήσει χωρίς εύλογη αιτία αθέμιτο όφελος σε βάρος της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της ενάγουσας που ερείδονται στην παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 146/1914. Επιπλέον, υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, δεν θα μπορούσε η πρώτη εναγομένη να ασκήσει σε βάρος της ενάγουσας παρασιτικό ανταγωνισμό, στην αποτροπή του οποίου αποβλέπει η διευρυμένη νομική προστασία που απολαμβάνουν τα διακριτικά γνωρίσματα φήμης, αφού τέτοια περιστατικά που αναγορεύουν τον επίδικο διασχηματισμό της ενάγουσας σε διακριτικό γνώρισμα φήμης ουδόλως αποδείχθηκαν..., καθόσον δεν προέκυψε υψηλός βαθμός καθιέρωσής του στους σχετικούς κύκλους συναλλαγών, αλλά και πέραν αυτών, ούτε μοναδικότητα κατά την αντίληψη των συναλλαγών ούτε πρωτοτυπία και ιδιαίτερη εκτίμηση εκ μέρους του κοινού...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί κατ' ουσία. Συγκεκριμένα, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, το οποίο, με αναλυτική, εμπεριστατωμένη και σαφή αιτιολογία, χωρίς αντιφατικές κρίσεις ή ενδοιαστικές παραδοχές, διέλαβε, ειδικότερα, ότι : α) Το σχήμα των επίδικων προϊόντων της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας καθώς και το ανάγλυφο σχέδιο που φέρουν στην επιφάνειά τους δεν διαθέτουν παντάπασι ιδιοτυπία ή ιδιαιτερότητα, καθόσον το μεν σχήμα (οβάλ) είναι το πλέον χρηστικό και πρακτικό για τα μπισκότα αυτής της κατηγορίας, ενώ το ανάγλυφο σχέδιο είναι, επίσης, μια συνηθισμένη απεικόνιση, ενδεικτική της περιεκτικότητάς τους σε δημητριακά και της ένταξής τους στην κατηγορία των προϊόντων υγιεινής διατροφής, όπως, άλλωστε και παρόμοιων προϊόντων και άλλων (πλην της πρώτης των εναγομένων) εταιρειών, που διατίθενται στην ελληνική αγορά και, συνακόλουθα, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι επιτελούν διακριτική λειτουργία και δεν ενέχουν έστω και κατ' ελάχιστο διακριτική δύναμη, είτε αρχική είτε επιγενόμενη, ώστε να γίνει δεκτό ότι ο ως άνω διασχηματισμός των μπισκότων της ενάγουσας έχει επικρατήσει και καθιερωθεί στις συναλλαγές και έχει επικρατήσει σε μεγάλο μέρος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων. β) Μόνο ένα περιορισμένο μέρος του καταναλωτικού κοινού είναι σε θέση να ξεχωρίζει τον επίδικο διασχηματισμό από άλλον ομοειδή και να τον αναγνωρίζει ως προερχόμενο από την ενάγουσα, με συνέπεια να παρέλκει η έρευνα της συνδρομής του κινδύνου σύγχυσης, συνεπεία της κυκλοφορίας των προϊόντων της πρώτης εναγομένης και γ) Με τα δεδομένα αυτά, η τελευταία, η οποία αποτελεί γνωστή στο ελληνικό καταναλωτικό κοινό επιχείρηση εμπορίας ειδών διατροφής, δεν καρπώνεται, με τη χρήση του επίμαχου διασχηματισμού, την προσπάθεια που η ενάγουσα έχει καταβάλει για την καθιέρωση του δικού της διασχηματισμού ούτε ενεργεί κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, επιδιώκοντας να εκμεταλλευθεί αυθαίρετα την καλή φήμη και την αποδοχή από τους καταναλωτές των επίδικων προϊόντων της ενάγουσας, καθόσον δεν προέκυψε υψηλός βαθμός καθιέρωσής τους στους κύκλους των συναλλαγών ούτε, επιπροσθέτως, μοναδικότητα κατά την αντίληψη των συναλλαγών, πρωτοτυπία και ιδιαίτερη εκτίμηση εκ μέρους του κοινού, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του ν. 146/1914, με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος των αναιρετικών λόγων, καθό μέρος προσάπτονται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 και 13 του ν. 146/1914, κρίνονται αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στο δεύτερο και το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθμ. 1β' του ίδιου Κώδικα), κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 13 εδαφ. δ' του ν. 146/1914 και συγκεκριμένα ότι α) τα μπισκότα παρασκευάζονται σε πολλά και διάφορα σχήματα, χωρίς να επιτελούν κάποια τεχνική λειτουργία και β) η επικράτηση στις συναλλαγές προϊόντος, το οποίο έχει σημαντική παλαιότητα κυκλοφορίας, με συνέπεια να έχει γίνει γνωστό στο καταναλωτικό κοινό, τυγχάνουν, προεχόντως, απαράδεκτες, καθόσον, υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, βάλλεται η υπό του Εφετείου αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή αγωγικό ισχυρισμό της, τον οποίο προέβαλε και στην κατ' έφεση δίκη, περί διενέργειας μακράς και εντατικής διαφημίσεως των επίδικων προϊόντων της, με συνέπεια την επικράτηση του διασχηματισμού τους στις συναλλαγές και την απόκτηση διακριτικής ικανότητας. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον τα ανωτέρω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη περιστατικά αφορούν σε επιχειρήματα, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε προς επίρρωση και υποστήριξη της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τα ανωτέρω και τον απέρριψε, όπως προεκτίθεται.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-6-2021 (4886/657/25-6-2021) αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 3744/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή