Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2323 / 2007    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία, Κλοπή, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείοντος για κλοπή. Αναιρεί ως προς την πλαστογραφία μετά χρήσεως διότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης ότι λήφθηκε υπόψη η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το δικαστήριο και που το πόρισμα αυτής είναι αντίθετο από αυτό που δέχθηκε η απόφαση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 2323/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Δάβαλου, περί αναιρέσεως της 4538/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ2, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1313/2007.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ΄ αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος . Εξάλλου κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση προστατευόμενου από το νόμο δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανόμενο ή τρίτο. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ΄ αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο όλο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού που προέκυψε από το μέσο αυτό, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Ωστόσο πρέπει να συνάγεται, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά, για να μορφώσει την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου. . Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, η οποία πάντως είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ., υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα), να μνημονεύεται στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων (που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο), μη αρκούσης για τη βεβαιότητα αυτή, της μνείας των εγγράφων. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται, υπάρχει αβεβαιότητα (για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την πραγματογνωμοσύνη), η οποία επιτείνεται όταν το δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό του πόρισμα, μάλιστα χωρίς αναφορά άμεσα ή έμμεσα, στο περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά εκείνων του πορίσματος της τελευταίας. Αλλά δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθώς και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό (που παραδεκτώς συμπληρώνει το πρώτο) το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης ,που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος ,την ανάγνωση της προσβαλλομένης απόφασης ,των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται πιο πάνω, αποδεικνύονται τα' ακόλουθα: Στις 14-11-2000 ο Χ2 ( πολιτικώς ενάγων), οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του επί της Λεωφόρου .... στις ..... Αττικής .Περί ώραν 20.25 διαπίστωσε ότι υπήρχε βλάβη στο αυτοκίνητό του .Αμέσως το ακινητοποίησε, για να διαπιστώσει σε τι οφειλόταν η βλάβη. Ο κατηγορούμενος που βρισκόταν στην ίδια περιοχή,εκμεταλευόμενος την ενασχόληση του πολιτικώς ενάγοντος ,προκειμένου να ιδιοποιηθεί παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα πλησίασε στο εν λόγω αυτοκίνητο και χωρίς να τον αντιληφθεί ο ιδιοκτήτης του ,αφαίρεσε από το κάθισμα του συνοδηγού ένα δερμάτινο τσαντάκι ,που περείχε , ένα δελτίο ταυτότητος ,την άδεια οδήγησης ,ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Τράπεζας Πίστεως ,ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας , ένα μπλόκ επιταγών της τελευταίας Τράπεζας ,μια κάρτα ανάληψης μετρητών , ένα πορτοφόλι, με 320.000 δρχ και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα. Τα κινητά αυτά ,ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα . Στη συνέχεια στις 15-11-2000 ο κατηγορούμενος ,έχοντας στην κατοχή του τις παραπάνω επιταγές ,που είχε αφαιρέσει παράνομα από την κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος ,συμπλήρωσε ,χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα, ένα φύλλο από αυτές .Συγκεκριμένα στο με αριθμό ..... φύλλο , έθεσε ως τόπο εκδόσεως το Μενίδι Αττικής ,ημερομηνία εκδόσεως τις 15-11-2000 ,ως ποσό εκείνο των 800.000 δρχ σε διαταγή του Χ1 (ιδίου) και στη θέση του εκδότη ,δυσανάγνωστη υπογραφή με στοιχεία τυτότητας ''Φ1'' που είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Στη συνέχεια έκανε χρήση της πλαστής αυτής επιταγής ,παραδίδοντας αυτήν ,αφού την οπισθογράφησε ''εν λευκώ'' στο ...., χάριν καταβολής τιμήματος που όφειλε σ' αυτόν για την αγορά αυτοκινήτου .Την επιταγή αυτή εμφάνισε ο τελευταίος ως άνω κομιστής της επιταγής την ίδια ημέρα (15-11-2000) προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα ,πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε την πληρωμή της διότι είχε δηλωθεί η απώλεια αυτής από τον κάτοχό της με παράνομο τρόπο. Στην κατάρτιση της άνω πλαστής επιταγής προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους κομιστές αυτής για την γνησιότητά της .Με δεδομένα τα παραπάνω στοιχειοθετούνται , πλήρως κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική τους υπόσταση οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις της κλοπής και πλαστογραφίας μετά χρήσεως .Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος". . Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον αφορά μεν το πρώτο των διωκόμενων ως άνω δύο εγκλημάτων, της κλοπής διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της κλοπής , για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1α του Π.Κ. Εξάλλου το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού της απόφασής του αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, για να μορφώσει την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Και δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει και να αξιολογήσει κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ορθή εκτίμηση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, προβάλλεται εσφαλμένη αξιολόγηση της καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος , είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, για την αλήθεια των πιο πάνω περιστατικών, τα οποία δέχτηκε και στα οποία στήριξε την καταδικαστική του κρίση. Καθόσον αφορά όμως το δεύτερο των διωκόμενων ως άνω δύο εγκλημάτων, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως , (αρθ. 216 παρ. 1 του Π.Κ.), τιμωρούμενου σε βαθμό πλημμελήματος, για το οποίο επίσης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος το δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε γιατί όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης αναγνώσθηκε και η από 2-2-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του νομίμως διορισθέντος με την 46683/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δικαστικού γραφολόγου πραγματογνώμονος ....., στην οποία βεβαιώνει ότι " Οι υπό έλεγχο χειρόγραφες συμπληρώσεις της πρώτης όψης της επιταγής Μενίδι, 15-11-00, 800.000, Χ1, ΟΧΤΑΚΟΣΙΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ Δ.Ρ.Χ. Φ1, ...... και η υπογραφή ως Φ1, χαράχθηκαν από ένα πρόσωπο. Οι ως άνω χειρόγραφες συμπληρώσεις δεν χαράχθηκαν από τον Χ1, αλλά από άλλο πρόσωπο και Η υπογραφή στη ΘΕΣΗ ΠΡΩΤΗΣ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗΣ της ίδιας επιταγής ανήκει στον Χ1". Για την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη και τις άνω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονος, τις οποίες, όπως προκύπτει από την ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδέχεται το Δικαστήριο της ουσίας, δεν γίνεται καμία μνεία στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν αιτιολογεί τούτο την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, ούτε παραθέτει αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να αποκλείουν αυτά που ο πραγματογνώμονας θέτει ως βάση της κατά τα άνω εκφρασθείσης γνώμης τους. Έτσι παραμένει μετέωρη η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού η ως άνω πραγματογνωμοσύνη όχι μόνο δεν αναφέρεται ούτε κατά το είδος της μεταξύ των αποδεικτικών μέσων αλλά δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ούτε αξιολογείται το πόρισμά της, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και από τα οποία προέκυψαν τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της , είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός . Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, καθόσον στρέφεται κατά του μέρους της απόφασης με το οποίο ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, να αναιρεθεί κατά το μέρος της αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την επιβολή της συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Επίσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρεσέως, ως αβάσιμη, κατά τα λοιπά, δηλαδή καθόσον στρέφεται κατά του μέρους της απόφασης με το οποίο ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για το έγκλημα της κλοπής .


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 4538/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτής κατά το οποίο ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και τη συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Απορρίπτει την από 5ης Ιουλίου 2007 αίτηση, του κατηγορουμένου Χ1, κατά της ίδιας απόφασης, κατά τα λοιπά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή