Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 10 / 2001    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ολομέλεια Αρείου Πάγου, Ισοψηφία.




Περίληψη:
Ο χρόνος της παραγραφής για την πράξη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κρίνεται με βάση την προβλεπομένη στον νόμο και δυναμένη να επιβληθεί (συντρεχόντων ορισμένων όρων) βαρύτερη ποινή. Παραπέμπεται στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, λόγω ισοψηφίας των δικαστών που μετείχαν στην σύνθεση της τακτικής Ολομέλειας (αρ. 23 παρ. 2 εδ. τελ. του Ν. 1756/1988) στην οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση με απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος, το ζήτημα αν ο χρόνος της παραγραφής για την πράξη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως πρέπει να κριθεί με βάση την προβλεπόμενη στον νόμο και δυνάμενη να επιβληθεί (συντρεχόντων ορισμένων όρων) βαρύτερη ποινή ή, αντιθέτως, με βάση την ελαφρύτερη ποινή, η οποία μπορεί να επιβληθεί από το δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι λόγοι μείωσης της ποινής, και συνεπώς αν η εξάλειψη του αξιοποίνου για την εν λόγω πράξη (απλή συνεργεία σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) επέρχεται μετά την συμπλήρωση εικοσαετίας ή δεκαπενταετίας ( Ολομ. ΑΠ 10/2001 Ποιν.Χρον. ΝΑ. 697 Βλπ. και απόφαση της πλήρους Ολομέλειας ΑΠ 18/2001 Ποιν.Χρον. ΝΒ 400 κατωτέρω αριθμός 28). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 10/2001

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ - Α' ΣΥΝΘΕΣΗ(ΠΟΙΝΙΚΗ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Θεόδωρο Τόλια, Ευάγγελο Κρουσταλάκη και Κωνσταντίνο Λυμπερόπουλο, Αντιπροέδρους, Θεόδωρο Πρασουλίδη, Γεώργιο Κάπο, Δημήτριο Βούρβαχη, Γρηγόριο Φιλιππάτο-Εισηγητή, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Δημήτριο Λινό, Λέανδρο Ρακιντζή, Γεώργιο Χριστόφιλο, Γεράσιμο Φρούντζο, Θεόδωρο Παπαγιαννάκη, Νικόλαο Γεωργίλη, Δημήτριο Παπαμήτσο, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Ιωάννη Βερέτσο, Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη και Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών δικαστών).
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Ξενικάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του , την 17η Μαϊου 2001, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/1999 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης, το οποίο διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Με κατηγορούμενο τον Χ1 που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Σπάρτης, με την υπ' αριθμ. 68/1999 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν.
Την ως άνω αναίρεση ζήτησε ο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου, με την από 28 Δεκεμβρίου 1999 αίτηση αναιρέσεως, που εγχειρίσθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου Ιωάννου Τσίγκα και καταχωρήθηκε στο πινάκιο με τον αριθμό 22/2000.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 284/2001 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Επειδή με την υπ' αριθμ. 284/2001 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3810/1957, ο μοναδικός λόγος της υπ' αριθ. 33/28.12.1999 αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 68/1999 αποφάσεως του δικαστηρίου των τακτικών δικαστών του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης. Η παραπομπή αυτή έγινε επειδή η αναιρετική απόφαση λήφθηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου.
2.
Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ζητεί την αναίρεση ο εισαγγελέας, αυτός δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 7.3.2001 αποδεικτικό επιδόσεως του ....., επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καλαμάτας, ο κατηγορούμενος Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση της 26 Απριλίου 2001. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3/26.4.2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που βρίσκεται στη δικογραφία. Ο κατηγορούμενος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. Κ.Π.Δ., η συζήτηση να γίνει σαν να ήταν παρών και ο κατηγορούμενος.
3.
Επειδή ο Ποινικός Κώδικας ορίζει : α) στο άρθρο 18 εδ. α' ότι κάθε πράξη που τιμωρείται με την ποινή της καθείρξεως είναι κακούργημα, β) στο άρθρο 19 ότι αν μία πράξη που εκδικάστηκε είναι κακούργημα ή πλημμέλημα, κρίνεται με βάση τη βαρύτερη ποινή που καθορίζεται από το νόμο γι' αυτήν την πράξη και όχι με βάση την τυχόν ελαφρότερη ποινή που επέβαλε ο δικαστής λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρο 84) ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο μειώσεως της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 83, ενώ το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση καταδίκης σε περιορισμό σε ψυχιατρικό κατάστημα σύμφωνα με το άρθρο 38, γ) στο άρθρο 42 ότι όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη, κατά το άρθρο 83 (παρ. 1), και ότι, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η κατά την προηγούμενη παράγραφο ελαττωμένη ποινή δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να του επιβάλει την ίδια ποινή με αυτήν που ο νόμος προβλέπει για την ολοκληρωμένη πράξη (παρ. 2), δ) στο άρθρο 47 ότι ο απλός συνεργός τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη, κατά το άρθρο 83 (παρ. 1), και ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 42 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση του απλού συνεργού (παρ. 2), ε) στο άρθρο 85 ότι όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84, εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83, στην επιμέτρηση δε της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις, στ) στο άρθρο 299 παρ. 1 ότι όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, ζ) στο άρθρο 111 ότι το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή (παρ. 1) και ότι τα κακουργήματα παραγράφονται, μετά είκοσι μεν έτη αν ο νόμος προβλέπει γι' αυτά την ποινή της ισόβιας καθείρξεως, μετά δεκαπέντε δε έτη σε κάθε άλλη περίπτωση (παρ. 2). Δέκα μέλη του Δικαστηρίου, δηλαδή ο Πρόεδρος Στέφανος Ματθίας, οι Αντιπρόεδροι Ευάγγελος Κρουσταλάκης και Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος και οι Αρεοπαγίτες Δημήτριος Βούρβαχης, Παναγιώτης Φιλιππόπουλος, Δημήτριος Λινός, Νικόλαος Γεωργίλης, Ρωμύλος Κεδίκογλου, Ιωάννης Βερέτσος και Θεόδωρος Αποστολόπουλος, έχουν τη γνώμη ότι από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την παραγραφή του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας πρέπει, σύμφωνα με τη γενικότερη αρχή που συνάγεται από το άρθρο 19 Π.Κ., να ληφθεί υπόψη η απειλούμενη στο νόμο για την πράξη αυτή ποινή, δηλ. η μειωμένη ποινή καθείρξεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 περιπτ. β', όχι δε η δυνατότητα επιβολής της πλήρους ποινής, διότι τούτο απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία αυτό κρίνει ότι η ελαττωμένη ποινή δεν αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (άρθρα 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2), πρόκειται άρα για ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση του δράστη, ενώ ο χρόνος παραγραφής αφορά την πράξη και όχι τον συγκεκριμένο εκάστοτε δράστη. Η αντίθετη εκδοχή θα κατέληγε στο πρωθύστερο αποτέλεσμα να προδικάζεται, όσον αφορά το χρόνο παραγραφής, η επιβολή της βαρύτερης κατ' εξαίρεση προβλεπόμενης ποινής, η οποία εκτός του ότι συναρτάται προς την προσωπικότητα του δράστη και όχι προς την πράξη, προϋποθέτει την ποινική αξιολόγησή του από το δικαστήριο, άρα προϋποθέτει ότι η πράξη (ως τοιαύτη) δεν έχει παραγραφεί.
Για τους λόγους αυτούς ο χρόνος παραγραφής είναι τα δεκαπέντε έτη.
Τα υπόλοιπα όμως δέκα μέλη του Δικαστηρίου, δηλαδή ο Αντιπρόεδρος Θεόδωρος Τόλιας και οι Αρεοπαγίτες Θεόδωρος Πρασουλίδης, Γεώργιος Κάπος, Γρηγόριος Φιλιππάτος, Λέανδρος Ρακιντζής, Γεώργιος Χριστόφιλος, Γεράσιμος Φρούντζος, Θεόδωρος Παπαγιαννάκης, Δημήτριος Παπαμήτσος και Σπυρίδων Μπαρμπαστάθης, έχουν την ακόλουθη γνώμη : Από το συνδυασμό των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 18 εδ. α', 19, 42 παρ. 1 και 2, 47 παρ. 1 και 2, 85 και 299 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση προβλέπεται για την κακουργηματική αυτή πράξη (απλή συνέργεια) και η ποινή της ισόβιας καθείρξεως, που προβλέπεται για την ολοκληρωμένη πράξη (ανθρωποκτονία με πρόθεση), η οποία όμως ποινή μπορεί να επιβληθεί από το δικαστήριο μόνο αν αυτό κρίνει ότι η κατά το άρθρο 83 στοιχ. α' ΠΚ ελαττωμένη ποινή της πρόσκαιρης καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, που προβλέπεται κατ' αρχήν ως ποινή του απλού συνεργού, δεν επαρκεί για να αποτρέψει αυτόν από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 1 και 2 ΠΚ, η προθεσμία της παραγραφής για την κακουργηματική πράξη της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση είναι εκείνη των είκοσι ετών, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, προβλέπεται γι' αυτήν και η βαρύτερη ποινή της ισόβιας καθείρξεως, ανεξάρτητα από το ότι η βαρύτερη αυτή ποινή μπορεί να επιβληθεί μόνο στην περίπτωση κατά την οποία συντρέχει η ανωτέρω αναφερόμενη προϋπόθεση. Δηλαδή ο χρόνος παραγραφής για την πράξη αυτήν κρίνεται με βάση την αφηρημένως για το έγκλημα της ολοκληρωμένης ανθρωποκτονίας με πρόθεση προβλεπόμενη ποινή της ισόβιας καθείρξεως και όχι την κατ' αρχήν προβλεπόμενη ποινή της πρόσκαιρης καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, αφού άλλως οι διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2 ΠΚ θα παρέμεναν ανεφάρμοστες.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο των τακτικών δικαστών του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι το αξιόποινο της κακουργηματικής πράξεως της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο Χ1, εξαλείφθηκε με την παραγραφή, εφόσον από τις 15.7.1982, οπότε φέρεται ότι η εν λόγω πράξη τελέστηκε, είχε παρέλθει πλήρης δεκαπενταετία, χωρίς να έχει υπάρξει αναστολή της παραγραφής αφού έκρινε ότι η επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο ήταν άκυρη. Ακολούθως έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, εκτός άλλης πλημμεληματικής πράξεως, και για την προαναφερόμενη πράξη και δη για το ότι «στην ...., την 15.7.1982 και περί τη 02.00 ώρα από πρόθεση παρέσχε σε άλλον συνδρομή πριν και μετά την τέλεση της από αυτόν διαπραχθείσας άδικης πράξεως, δηλαδή τελώντας εν γνώσει της αποφασισθείσας από το συγκατηγορούμενό του Χ2 πράξεως της ανθρωποκτονίας, εν τούτοις συνόδευσε αυτόν τόσο στην οικία του, όπου έλαβε το περίστροφό του μαζί με τα φυσίγγια, όσο και κατά την επάνοδό του στο κέντρο «....», παριστάμενος κατά το χρόνο πλήξεως από αυτόν του ..... στην είσοδο του κέντρου και έτσι με την παρουσία του ενθάρρυνε τον ανωτέρω Χ2, για να τελέσει την παραπάνω πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας». Κατά την πρώτη γνώμη, με το να κρίνει έτσι το δικαστήριο, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και επομένως θα έπρεπε ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' του Κ.Π.Δ., λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, που παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, να απορριφθεί ως αβάσιμος, ακολούθως δε να απορριφθεί και η αίτηση αυτή αναιρέσεως. Κατά τη δεύτερη όμως γνώμη, το δικαστήριο, με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται, ενόψει των προαναφερόμενων παραδοχών του, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, τις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και γ' αυτό θα έπρεπε, κατά παραδοχή ως βασίμου του ως άνω μοναδικού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ1, ως προς την αμέσως πιο πάνω κακουργηματική πράξη, που επίσης αποδόθηκε στον κατηγορούμενο αυτόν, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' του ΚΠΔ. Εφόσον όμως επέρχεται, κατά τα ανωτέρω, ισοψηφία και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται απόφαση κατά πλειοψηφία με διαφορά δύο τουλάχιστον ψήφων, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 εδ. τελευταίο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, ο ως άνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως να παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το μοναδικό λόγο της υπ' αριθ. 33/28.12.1999 αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 68/1999 αποφάσεως του δικαστηρίου των τακτικών δικαστών του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2001 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2001.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή