Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 887 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής υπεύθυνη δήλωση, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για: α) ψευδή υπεύθυνη δήλωση (άρθρα 8 και 22 N. 1599/1986) β) υφαρπαγή ψευδούς δηλώσεως (άρθρο 220 παρ. 1 Π.Κ.) και γ) απάτης (386 παρ. 1 Π.Κ.), με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και απολύτου ακυρότητας. Υπάρχει αιτιολογία. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 887/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρακώστα, περί αναιρέσεως της 5981/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1598/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 22 παρ.6 εδ. α του ν.1599/1986, όπως ίσχυσαν κατά το χρόνο τέλεσης της κατωτέρω αναφερόμενης πράξεως, γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας, ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου, που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί. 'Οποιος δε εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών κλπ (άρθρο 22). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση του, από την τελευταία διάταξη, προβλεπόμενου εγκλήματος, απαιτείται, εκτός των άλλων, η δήλωση των ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο (όχι δε μόνον γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος), να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα. Ως αρχή δε νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς αυτού νόμους. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της χρήσης απαιτείται: α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 του ΚΠολΔ, έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη, ενέχων τη γνώση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές είτε για τον εαυτό του, είτε για άλλον τρίτο, αλλά και τη θέληση να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση ή να τη χρησιμοποιήσει με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το αναληθώς βεβαιούμενο περιστατικό. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείται η, προς τον σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους, εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου. Η παραδοχή περισσότερων από ένα τρόπο τελέσεως, εφόσον αλληλοαναιρούνται, δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση της αποφάσεως. Η πλημμέλεια όμως αυτή δεν επέρχεται, όταν αναφέρονται η παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και η απόκρυψη αληθινών γεγονότων, αλλά προκύπτει ότι η πράξη τελέστηκε με τον πρώτο η δε αναφορά στην απόφαση και του δεύτερου, δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει τον δόλο του δράστη, δηλαδή τη γνώση ότι οι παραστάσεις ήταν ψευδείς. Εξ' άλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 3936/2006 απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, " ότι η κατηγορούμενη υπάλληλος του ΙΚΑ, προσήλθε στο κατάστημα του Δημοτολογίου του Δήμου Περιστερίου Αττικής, προσκομίζοντας: 1) την 379/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεώς της, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία διορθωνόταν το έτος γεννήσεως της από το 1953 στο 1950 και 2) αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως του Ληξιάρχου Βενεράτου Ηρακλείου Κρήτης, στο περιθώριο της οποίας είχε διορθωθεί η ημερομηνία γέννησης, σύμφωνα με την άνω απόφαση, και ζήτησε τη διόρθωση του Δημοτολογίου όσον αφορά την ημερομηνία γέννησής της. Ταυτόχρονα ζήτησε την έκδοση πιστοποιητικού γεννήσεώς της. Οι υπάλληλοι του Δημοτολογίου, χωρίς να ακολουθήσουν την προβλεπόμενη με το ΠΔ 497/1991 διαδικασία για τη διόρθωση ηλικίας γυναίκας με μόνη την απόφαση αυτή προχώρησαν στην αιτούμενη διόρθωση καθώς και στην χορήγηση πιστοποιητικού γέννησης (με αρ. ......), στο οποίο αναγραφόταν ως ημερομηνία γέννησης η 2α Νοεμβρίου 1950. Τούτο όμως, ήταν ψευδές, καθόσον η αληθής ημερομηνία γέννησης της κατηγορουμένης ήταν η 2/11/1953, που επιβεβαιώνεται από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων, το μαθητολόγιο του Δημοτικού Σχολείου, που παρακολούθησε καθώς και η πράξη βαφτίσεως της το 1954, ενώ από τη ληξιαρχική πράξη προκύπτει ότι αυτή συντάχθηκε νομοτύπως, μέσα στην προθεσμία των ενενήντα ημερών που προβλέπει ο Νόμος. Στη διαδικασία της διόρθωσης προέβη η κατηγορουμένη, με σκοπό να πετύχει την πρόωρη συνταξιοδότησή της, από την υπηρεσία της, ως μητέρα ανηλίκου τέκνου, προσόντα που τότε δεν είχε, ως γεννηθείσα το έτος 1953. Με την αλλαγή, όμως, του έτους γεννήσεώς της, συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις του νόμου για το σκοπό που επεδίωκε. Στη συνέχεια, στις ...., μετέβη στο Α/Τ Νέας Ζωής (ήδη Β' Α/Τ Περιστερίου) και, με αίτησή της, ζήτησε την έκδοση νέας ταυτότητας, με διορθωμένη την ημερομηνία γέννησής της, καθόσον αυτή (ταυτότητα) ήταν το μοναδικό στοιχείο απόδειξης αυτής (ημερομηνίας γέννησης) για τον ασφαλιστικό της φορέα. Ως αναγκαία εκ του νόμου δικαιολογητικά, για την έκδοση της ταυτότητας, συνυπέβαλε και έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν.1599/1986, στην οποία, εκτός των άλλων, ανέγραφε ως ημερομηνία γεννήσεώς της, την 2α Νοεμβρίου 1950, γεγονός ψευδές, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Στις ενέργειες της αυτές προέβη για να παραπλανήσει τον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο και να εκδώσει ο τελευταίος δελτίο ταυτότητος με ημερομηνία γέννησης το έτος 1950, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει προς απόδειξη της ηλικίας της και για τον προαναφερόμενο σκοπό. Πράγματι ο αρμόδιος αστυνομικός υπάλληλος, παραπλανήθηκε, αφενός με το αναληθές περιεχόμενο του πιστοποιητικού γέννησης, αφετέρου δε και με την ψευδή δήλωση της κατηγορουμένης και εξέδωσε, σύμφωνα με αυτά, δελτίο ταυτότητας, όπου, ως ημερομηνία γέννησής της, αναγραφόταν η 2/11/1950, Μετά την έκδοση της ταυτότητας, η κατηγορουμένη υπέβαλε σις ...... αίτηση στην υπηρεσία της (ΙΚΑ) και ζήτησε τη συνταξιοδότησή της, ως μητέρα ανηλίκου τέκνου. Μεταξύ των δικαιολογητικών ήταν και ακριβές αντίγραφο της ταυτότητας, όπου είχε πετύχει ψευδώς να βεβαιωθεί, ως ημερομηνία γεννήσεώς της, η 2/11/1950, αν και γνώριζε ότι η αληθής ημερομηνία γεννήσεως της ήταν η 2/11/1953. Με βάση τα δικαιολογητικά αυτά, η αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ προχώρησε στην έκδοση της ...... απόφασης συνταξιοδότησης και της χορήγησε μειωμένη σύνταξη γήρατος, ως μητέρα ανηλίκου τέκνου κατά 59/200. Το ποσό της συντάξεως αυτής, σύμφωνα με τις 7.760 ημέρες εργασίας που είχε μέχρι τότε η κατηγορουμένη και την 14η ασφαλιστική κλάση που ανήκε, καθορίστηκε σε 447,42 ευρώ μηνιαίως, με ημερομηνία έναρξης καταβολής 6-12-2000. Υπάλληλοι, όμως συνάδελφοί της κατηγορουμένης, διαμαρτυρήθηκαν στην υπηρεσία τους για το χορήγηση σύνταξης σ'αυτήν, ισχυριζόμενοι ότι δεν εδικαιούτο αυτής, αφού είχε γεννηθεί το 1953. Ανάλογο τηλεφώνημα έγινε και στους υπαλλήλους του Δημοτολογίου του Δήμου Περιστερίου. Κατόπιν αυτών, η προϊσταμένη του Δημοτολογίου προέβη στον έλεγχο του οικογενειακού φακέλλου της κατηγορουμένης και διαπίστωσε ότι είχε διορθωθεί η ημερομηνία γεννήσεώς της, χωρίς να τηρηθούν οι από το ΠΔ 497/1991 προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Μετά από εισήγηση του αρμόδιου δημοτικού υπαλλήλου ο Δήμαρχος, με την ...... πράξη του, ανακάλεσε την .... απόφασή του, με την οποία είχε δεχθεί τη διόρθωση της ημερομηνίας γέννησης Ακολούθως το Β' Α/Τα Περιστερίου αφαίρεσε το δελτίο ταυτότητας και το κατέστρεψε, καθώς, μετά την ανακλητική απόφαση του Δημάρχου, το πιστοποιητικό γεννήσεως, που της είχε χορηγηθεί, έπαυσε να ισχύει. Τέλος, εκδόθηκε η με αρ. ....... απόφαση του Διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος του ΙΚΑ, με την οποία ανεστάλη προσωρινά η καταβολή της συντάξεως στην κατηγορουμένη. Μέχρι τότε (24-7-03), η κατηγορουμένη είχε εισπράξει, λόγω της παράνομης συνταξιοδότησής της, για το χρονικό διάστημα από 6-12-2000 έως 31-12-2001, το ποσό των 7.078, 32 ευρώ, από 1-1 μέχρι 31-12-02 ποσό 6.490,96 ευρώ και από 1-1 μέχρι 24-7-03, το ποσό των 5.235,82 ευρώ και συνολικά 18.805,10 ευρώ ποσό που δεν εδικαιούτο. Εν όψει όλων αυτών, στοιχειοθετούνται πλήρως, κατά την νομοτυπική τους μορφή, τα αδικήματα της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης τελεσθείσης στις ..... στο Α/Τ Νέας Ζωής και της απάτης, όπως προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 22 ν.1599/1986, 220 και 386 ΠΚ, κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική τους υπόσταση. Τούτο, διότι η κατηγορουμένη: Α) στις..... υπέβαλε στο Α/Τ Νέας Ζωής, ως αναγκαία εκ του νόμου δικαιολογητικό, έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν.1599/1986, χωρίς να απαιτείται να είναι επί σφραγιστού χαρτιού, μετά το ν. 2799/1999 αρ.2 παρ.13), όπου, μεταξύ των άλλων, δήλωνε ότι γεννήθηκε στις 2-11-1950, αν και γνώριζε ότι η αληθής ημερομηνία γέννησής της ήταν η 2-11-1953, δηλαδή, όσον αφορά το στοιχείο αυτό, η δήλωσή της ήταν ψευδής. Β) την ίδια ως άνω ημερομηνία, πέτυχε, με την υποβολή της ως άνω ψευδούς δηλώσεως, αλλά και του ........ πιστοποιητικού γεννήσεώς της του Δήμου Περιστερίου, γνησίου μεν, αναληθούς όμως κατά περιεχόμενο, αφού και σε αυτό βεβαιωνόταν, εν γνώσει της κατηγορουμένης, αναληθώς ως ημερομηνία γεννήσεως της η 2-11-1950, να παραπλανήσει τον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο και ο τελευταίος να εκδώσει αναληθή βεβαίωση (δελτίο ταυτότητας), στην οποία ανέγραφε ως ημερομηνία γέννησής της, τις 2-11-1950. Το δελτίο ταυτότητος, είναι δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 ΚΠολΔ, και το περιστατικό που βεβαίωνε είχε ως έννομη συνέπεια τη γένεση του δικαιώματος της κατηγορουμένης για την πρόωρη συνταξιοδότησής της, και ήταν σύμφωνα με το νόμο, το αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της ημερομηνίας γεννήσεώς της. Η αναληθής βεβαίωση, όπως κατέστη φανερό, προκλήθηκε από την κατηγορουμένη με την υποβολή των ως άνω εγγράφων, αναληθούς περιεχομένου. Δια των απατηλών αυτών μέσων, παρασύρθηκε ο αρμόδιος αστυνομικός υπάλληλος στην έκδοση του δελτίου ταυτότητος, με το ως άνω αναληθές περιεχόμενο. Η κατηγορουμένη την πράξη της αυτή ενήργησε με δόλο, ενέχοντα γνώση των στοιχείων της, αφού γνώριζε ότι είχε γεννηθεί στις 2/11/1953 και συνακόλουθα ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο αυτό έγγραφο (δελτίο ταυτότητος) ότι γεννήθηκε στις 2-11-1950, ήταν αναληθές και ότι μπορούσε να έχει για τον εαυτό της τις προαναφερόμενες έννομες συνέπειες (θεμελίωση δικαιώματος πρόωρης συνταξιοδότησης). Είχε δε τη θέληση, και με τις προπεριγραφείσες ενέργειές της, να προκάλεσε την αναληθή βεβαίωση. 'Ετσι λοιπόν υφάρπασε ψευδή βεβαίωση για να την χρησιμοποιήσει με σκοπό να εξαπατήσει άλλον, σχετικά με το αναληθώς βεβαιούμενο περιστατικό της γεννήσεώς της και Γ) στη συνέχεια η κατηγορούμενη, προκειμένου να πετύχει την πρόωρη συνταξιοδότησή της, στις 5-12-00, υπέβαλε στην υπηρεσία της την με αριθμό πρωτ. 1151 αίτησής της, στην οποία ψευδώς υποστήριζε ότι έχει γεννηθεί στις 2-11-1950 και, κατόπιν αυτού, ως μητέρα ανήλικου τέκνου δικαιούται πρόωρης σύνταξης γήρατος, την χορήγηση της οποίας και ζήτησε. Προς υποστήριξη των άνω ψευδών ισχυρισμών της, επικαλέσθηκε και προσκόμισε γνήσιο μεν, αλλά με αναληθές περιεχόμενο έγγραφο που ήταν προϊόν του αδικήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Συγκεκριμένα, με την αίτηση, συνυπέβαλε και ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του δελτίου αστυνομικής της ταυτότητος, που της είχε χορηγήσει, κατά τα ως άνω, το Α/Τ Νέας Ζωής, όπου ως έτος γεννήσεώς της αναγραφόταν αναληθώς το 1950, το οποίο (δελτίο ταυτότητος) σύμφωνα με τη νομοθεσία του ασφαλιστικού της φορέα αποτελεί το αποκλειστικό στοιχείο απόδειξης της γεννήσεως του ασφαλισμένου της. 'Ετσι λοιπόν δημιουργήθηκε εσφαλμένη πεποίθηση στα όργανα του ασφαλιστικού της φορέα και κατ'αυτό'ν τον τρόπο εξέδωσαν απόφαση βλαπτική για τα συμφέροντα του τελευταίου. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, με τους ψευδείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, προς ενίσχυση των οποίων προσκόμισε και το αναληθούς περιεχομένου δελτίο ταυτότητάς της, εκδόθηκε η ........ απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού υποκαταστήματος του ΙΚΑ Περιστερίου για την πρόωρη συνταξιοδότησή της, με τις προϋποθέσεις, που προαναφέρθηκαν, με βάση την οποία, μέχρι τις 24-7-03, εισέπραξε το ποσό των 18.805,10 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη του ασφαλιστικού της φορέα, καθόσον αυτή δεν εδικαιούτο της πρόωρης σύνταξης που της χορηγήθηκε, ως γεννηθείσα στις 2-11-1953. 'Ετσι λοιπόν η κατηγορουμένη, προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισε κάποιον σε πράξη, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (πρβλ. ΑΠ 1223/2003). Ενόψει όλων αυτών, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και απάτης, που τελέσθηκαν, οι δύο πρώτες, στις 18-5-00 και, η τρίτη, στις 5-12-00, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, καθόσον, μέχρι την τέλεση των πράξεων αυτών, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή... Τέλος οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί μη στοιχειοθέτησης των αδικημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη, πρέπει να απορριφθούν".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις πράξεις της ψευδούς υπεύθυνης δηλώσεως, της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της πλημμεληματικής απάτης και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 220 παρ.1, 386 παρ. 1 του Π.Κ, και άρθρα 8 και 22 του ν. 1589/1986, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα: α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη της την πράξη βαπτίσεως, η οποία δεν είχε αναγνωστεί, β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά επιλεκτικά προέβη σε αξιολόγηση αυτών και, συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, "σε μια κατηγορία μαρτύρων, από τους οποίους κανένας δεν γνώριζε το κρίσιμο στοιχείο, αυτό, του ακριβούς χρόνου γέννησής της", γ) ότι αξιολόγησε μεμονωμένα το μαθητολόγιο, δ) ότι υφίσταται αντίφαση, όσον αφορά την απαλλακτική διάταξη για την μερικότερη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, σε σχέση με το υπ' αριθμό ....... πιστοποιητικό του Δήμου Περιστερίου, με εκείνη, για την οποία καταδικάστηκε, ε) ότι δεν αιτιολογείται η ανάκληση του επίμαχου πιστοποιητικού, στ) ότι στο κείμενο της υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986, δεν περιλαμβάνεται το στοιχείο της ημερομηνίας γέννησής της, ζ) ότι δεν αιτιολογείται η παραδοχή, ότι τα μέσα που χρησιμοποίησε για την έκδοση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ήσαν ψευδή και απατηλά, και η) δεν αιτιολογείται η από μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) ψευδής παράσταση γεγονότων, ως αληθινών, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: 1) Όσον αφορά την υπό στοιχείο (α) πλημμέλεια, είναι αληθές, όπως, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ότι η επίμαχη πράξη βαπτίσεως, δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων εκείνων που αναγνώστηκαν, ενόψει του ότι δεν υπήρχε αυτή, ως αυτοτελές αποδεικτικό στοιχείο. Η αναφορά του Δικαστηρίου, στην πράξη βαπτίσεως, έγινε με αφορμή το γεγονός της αναγνώσεως της πράξεως γεννήσεως, στο περιθώριο της οποίας σημειωνόταν αυτή (πράξη βαπτίσεως) και ως εκ τούτου, δεν επήλθε οποιαδήποτε ακυρότητα, πέραν από το γεγονός, ότι δεν προβλήθηκε κατά την ανάγνωσή της οποιαδήποτε αντίρρηση από μέρους της αναιρεσείουσας ή του παραστάντος πληρεξουσίου συνηγόρου της, β) όσον αφορά τις υπό στοιχεία (β) και (γ) πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προεχόντως, αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί πλήττεται με αυτές, η αναιρετικά περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, τη στιγμή μάλιστα που παραπονείται η αναιρεσείουσα, ότι " από μια σειρά μαρτύρων, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ότι πείστηκε για το έτος γεννήσεώς της" γ) η υπό στοιχείο (δ) πλημμέλεια, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση, από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε απαλλακτική κρίση, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα μερικότερη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατά το μέρος που η κατηγορία αφορούσε το υπ' αριθμό ...... πιστοποιητικό του Δήμου Περιστερίου, σε σχέση με την αντίστοιχη πράξη για την οποία αυτή καταδικάστηκε και η οποία αφορούσε διαφορετικά περιστατικά από εκείνα που στήριξε την κρίση του περί ενοχής, το Δικαστήριο, δ) αιτιολογείται προσηκόντως στην προσβαλλόμενη απόφαση, η παραδοχή για την ανάκληση του επίμαχου πιστοποιητικού,, πέραν από το γεγονός ότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού αυτή ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην προκείμενη περίπτωση, για την οποία και χώρησε η καταδίκη της για τη συγκεκριμένη κατηγορία, ε) η υπό στοιχείο (στ) αποδιδόμενη πλημμέλεια, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συνταχθείσας, επί εντύπου του Ν.1599/1986, και υποβληθείσας από την αναιρεσείουσα υπεύθυνης δήλωσης, περιέχονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία στοιχεία, που αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο περιεχόμενο αυτής. Η μη αναφορά στη συγκεκριμένη έντυπη δήλωση του στοιχείου του χρόνου γεννήσεώς της, (το οποίο για προφανείς λόγους δε συμπληρώθηκε από την αναιρεσείουσα), δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ασάφεια ως προς το στοιχείο αυτό, το οποίο προέκυψε από σειρά άλλων στοιχείων, τα οποία συνεκτίμησε το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με τη δήλωση αυτή. Επιπρόσθετα, αιτιολογούνται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και συγκεκριμένα εκείνες, που συνδέονται με τα μέσα που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, αφού η ίδια προσκόμισε στο οικείο αστυνομικό τμήμα Περιστερίου, το επίμαχο πιστοποιητικό γεννήσεώς της, με αναγραφόμενη χρονολογία γεννήσεως την ......, παρόλο που αυτή γνώριζε ότι είχε γεννηθεί την 2-11-1953. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία παραπλανήθηκε το αρμόδιο αστυνομικό όργανο, αφενός μεν, με την υποβολή του αναληθούς, ως προς το στοιχείο του χρόνου γεννήσεώς της, πιστοποιητικού, αφετέρου δε, με την υποβολή της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, το οποίο (όργανο), στη συνέχεια εξέδωσε το δελτίο ταυτότητας της, με χρονολογία γεννήσεως, αυτή της 2-11-1950. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα, παρέστησε ψευδώς στον ασφαλιστικό της φορέα, και συγκεκριμένα στο ΙΚΑ, με την υποβολή σχετικής αιτήσεως για την πρόωρη συνταξιοδότησή της, ότι αυτή έχει γεννηθεί στις 2-11-1950, προσκομίζοντας, προς επιβεβαίωση του ψευδούς ισχυρισμού της, σε επικυρωμένο αντίγραφο, το εκδοθέν από το Α.Τ Νέας Ζωής Περιστερίου, δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, στο οποίο εμφανιζόταν να έχει γεννηθεί αυτή (αναιρεσείουσα) την 2-11-1950, παρόλο που γνώριζε ότι είχε γεννηθεί στις 2-11-1953 και, να επιτύχει στη συνέχεια την έκδοση υπέρ αυτής της σχετικής, με αριθμό ...... αποφάσεως συνταξιοδότησης. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα, λόγω της πρόωρης συνταξιοδοτήσεώς της, εισέπραξε παρανόμως, μέχρι την 24-7-2003 το συνολικό ποσό των 18.805, 10 ευρώ, προς βλάβη του ασφαλιστικού της φορέα. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε'του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της. Απορριπτομένης της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμό 324 από 5-9-2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 5981/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή