Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 3 / 2008    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Καταχραστές Δημοσίου.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος του Δημοσίου, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 (για τους καταχραστές του Δημοσίου) και απόρριψη από την Ολομέλεια του λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, αρκεί η επιδίωξη οφέλους ή η απειλή ζημίας του Δημοσίου και όχι επέλευση, δεν είναι δηλαδή αναγκαία η αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους του Δημοσίου, αλλά η αμεσότητα του κινδύνου τον οποίον ενέχει η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια του δράστη, η οποία ουσιαστικά ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. (Επιμέλεια περίληψης: Χρύσανθος Παπούλιας, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)





Αριθμός 3/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Β' ΣΥΝΘΕΣΗ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' σύνθεσης: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σαραντινό, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπροέδρους, Κωνσταντίνο Κούκλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Γεώργιο Πετράκη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Ζώη, Χαράλαμπο Δημάδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Βασίλειο Λυκούδη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Γιαννούλη, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεώργιο Χρυσικό, Βαρβάρα Κριτσώτακη, Ελένη Σπίτσα και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και Αριστομένη Τζανετή, περί αναιρέσεως της 2615/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.2.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 522/2006. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 431/2007 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Εισάγεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1 και 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν.1756/1998) και άρθρ. 3 παρ.2 του Ν.3810/1957, ο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ) μοναδικός λόγος της από 13 Φεβρουαρίου 2006 αιτήσεως του X1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2.615/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ' αριθμ.431/2007 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος, επειδή ο λόγος αυτός απορρίφθηκε με πλειοψηφία μίας ψήφου.- Επειδή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Επειδή κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ.α' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το Ν. 2408/4.6.1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, κακουργηματική πλαστογραφία υπάρχει και όταν, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.1698/1950, ως το άρθρο αυτό αντικατασταθέν ισχύει, το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατ' άλλου νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία η οποία προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ή στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 1608/1955 το ποσό των 50.000.000 δραχμών, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Το αμέσως ανωτέρω είναι πλέον έκδηλο στην κακουργηματική πλαστογραφία του Ν.1608/1950 σε βάρος του Δημοσίου όπου ο νόμος αρκείται στην απειλή και μόνο ζημίας, ανωτέρας των 50 εκατ. δραχμών. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2615/19-12-2005 απόφαση του δικάσαντος κατ' έφεση Πενταμελούς Eφετείoυ Αθηνών, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, X1, κηρύχθηκε ένοχος για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 και με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' του ΠΚ και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, κατά τις κρίσιμες παραδοχές της, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "... από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε απόλυτα, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, όπως διαλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα και στις ημεροχρονολογίες ....., ..... και ...., κατάρτισε τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια τα χρησιμοποίησε, υποβάλλοντάς τα στο Ελληνικό Κέντρο Επενδύσεων (ΕΛΚΕ), που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, μαζί με την συναφή αίτηση της εταιρείας ΕΡΓΟΞΥΛ ΑΒΕΕ, της οποίας ήταν ο κύριος μέτοχος και συνάμα διευθύνων σύμβουλος, προκειμένου, με βάση τα έγγραφα αυτά, να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΕΛΚΕ και του Τμήματος Αξιολόγησης και Προώθησης Επενδυτικών Σχεδίων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για τη γνησιότητά τους και την εντεύθεν πλήρωση των προϋποθέσεων τεκμηρίωσης, αφενός μεν της προβλεπόμενης ιδίας συμμετοχής (δηλαδή με ίδια κεφάλαια του κατηγορουμένου ή της εταιρίας του) στην επένδυση, αφετέρου δε της προβλεπόμενης χρηματοδότησης του κατηγορουμένου από Τράπεζα, έτσι ώστε να αξιολογηθεί το αίτημα υπαγωγής της επένδυσης στις ευνοϊκές, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις του αναπτυξιακού Ν. 1892/1990 και να εγκριθεί επιxορήγηση ύψους 2.294.000.000 δραχμών, την οποία θα κατέβαλε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Γίνεται λόγος, με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ότι και αν ακόμη έτσι έχουν τα πράγματα, δεν απειλήθηκε καμία ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι, μέχρι την τελική επιχορήγηση του ως άνω ποσού των 2.294.000.000 δραχμών, θα έπρεπε να προηγηθούν, από την πλευρά του αιτούντος κατηγορουμένου, πολλές ενέργειες και πράξεις (λ.χ. με ίδια χρήματα κάλυψη ενός μέρους της όλης επένδυσης κ.λ.π), με συνέπεια, χωρίς τη διενέργεια αυτών, να μην εγκρίνονταν τελικά η ως άνω επιχορήγηση των 2.294.000.000 δραχμών. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποσυνδέεται ένα αναμφίβολο γεγονός, ότι δηλαδή, με τα ως άνω πλαστά έγγραφα, που κατατέθηκαν από τον κατηγορούμενο, ικανοποιούνταν το σύνολο των απαιτουμένων, για την έγκριση αποδοχής της επένδυσης στο Ν. 1992/1990, προϋποθέσεων, γεγονός που, αυτό καθ' εαυτό, άσχετα από τις μετέπειτα ενέργειες του κατηγορουμένου, απειλούσε ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, κατά πάσαν πιθανότητα ίσης με το ως άνω ποσό της επιχορήγησης, χωρίς να ασκεί επιρροή η επέλευση ή μη της ζημίας αυτής, με συνέπεια, όσα αντίθετα, ως άνω, υποστηρίζονται, να είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Συνακόλουθα, σαν συνέπεια, προκύπτει και ο σκοπός του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το να περιποιήσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος (παράνομο), ύψους 2.294.000.000 δραχμών, βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου κατά το ποσό αυτό, η δε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημία που απειλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών...". Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 3 του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως η παρ. 1 αυτού αντικ. με τα άρθρα 4 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 και 36 παρ. 1 του Ν. 2172/1993, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. δ' του Ν. 2408/1996, αφού δέχτηκε ότι με τα υποβληθέντα από τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα πλαστά έγγραφα, ικανοποιείτο το σύνολο των απαιτουμένων, για την έγκριση υπαγωγής της επένδυσης στον αναπτυξιακό νόμο 1892/1990, πρoϋπoθέσεων, γεγονός που αυτό καθ' εαυτό, ασχέτως με τις τυχόν μετέπειτα ενέργειες του κατηγορουμένου,
απειλούσε, αν δεν αποκαλυπτόταν εγκαίρως η πλαστογραφία, ζημία σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, ύψους 2.294.000.000 δραχμών, όσης και το ύψος της επιχορήγησης της επένδυσης από το Δημόσιο. Επομένως, ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, ως άνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του X1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2.615/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2008.




Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή