Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1850 / 2007    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Νόμος επιεικέστερος.




Περίληψη:
Χρέη προς το Δημόσιο: Ορθή εφαρμογή νεώτερου νόμου (ν. 3220/2004) ως επιεικέστερου in concreto. Εσφαλμένη εφαρμογή. Εκ πλαγίου παράβαση λόγω ασάφειας περί την εφαρμογή ή μη της διάταξης του άρθρου 98 ΠΚ. Αναιρεί μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή






Αριθμός 1850/2007


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρεουλάκο, για αναίρεση της 6305/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 19 Απριλίου 2007 προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1237/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 §1 του Ν. 1882/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 § 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 §§ 1, 2, και 3 του Ν. 3220/2004, η ποινική δίωξη του προβλεπομένου από αυτή εγκλήματος της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 §§ 2 και 4 του Ν. 2523/1997, που προβλέπει α)την επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά του ως άνω προϊσταμένου της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας επικυρωμένων αντιγράφων των οικείων εκθέσεων φορολογικού ελέγχου, των καταλογιστικών πράξεων των ενδίκων φόρων, καθώς και των στοιχείων από τα οποία να αποδεικνύεται η οριστικοποίηση των ενδίκων φορολογικών εγγραφών, και β)την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί των ασκηθεισών προσφυγών ή την οριστικοποίηση των φορολογικών εγγραφών, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως των προσφυγών τούτων κατά των σχετικών φορολογικών εγγραφών, η οποία αφορά τα χρέη εκ των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη εκ του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ΄ έφεση, με την προσβαλλόμενη 6305/2006 απόφασή του, καθ΄ υπέρβαση εξουσίας, καταδίκασε αυτόν (αναιρεσείοντα) για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ενώ έπρεπε να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη γιατί δεν προηγήθηκε αυτής έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού Δικαστηρίου, επί των ασκηθεισών, στις 29-3-2004, από την εκπροσωπούμενη από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) ανώνυμη εταιρεία "Δ. ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε" προσφυγών κατά της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, ο οποίος καταδικάσθηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση ποινικής δίωξης, δεν ήταν απαραίτητη η τελεσίδικη, επί της ασκηθείσας προσφυγής του, απόφαση του αρμόδιου διοικητικού Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορριπτέος επίσης, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, είναι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι δεν αναφέρει τον τρόπο πληρωμής του εν λόγω χρέους (εφάπαξ ή σε δόσεις), τον ακριβή χρόνο καταβολής, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, τη μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου της καταβολής του. Και τούτο, διότι το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιουμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, και αυτό ανεξάρτητα του ότι, κατά το συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, το εκ 98.055,83 χρέος που βεβαιώθηκε στις 18.10.2002 ήταν καταβλητέο εφάπαξ. Τέλος, απορριπτέος τυγχάνει, ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Δικαστήριο αν και δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να καταβάλει προς το Δημόσιο, βεβαιωμένα στη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, χρέη συνολικού ύψους 375.708,87 ευρώ, για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, προσδιορίζοντας ως χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων την 30.3.2003 και το χρονικό διάστημα από 31.8.2004 έως 1.12.2004 δέχθηκε παράλληλα ότι το συνολικό ως άνω ποσό περιέχει κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις που αφορούν χρόνο μέχρι την 17.5.2005, ήτοι χρονικό διάστημα, μετά τη φερόμενη ημερομηνία τέλεσης εκ μέρους του των αδικημάτων, χωρίς έτσι να προκύπτει ποιό είναι το συνολικό ποσό κατά τον χρόνο τέλεσης αυτών (μέχρι την 1.12.2004), καθόσον το αναφερόμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει και ποσά (τόκους και προσαυξήσεις), αγνώστου ύψους, που δεν είχαν βεβαιωθεί (και συνεπώς δεν ήταν αξιόποινη η καθυστέρηση στην καταβολή τους) κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τον συνημμένο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πίνακα χρεών, αναγράφονται, πλην του ληξιπροθέσμου κεφαλαίου, ως συνεισπραττόμενα και οι προσαυξήσεις και οι τόκοι αυτού, τα οποία, προστιθέμενα, αποτελούν το απαιτητό σύνολο κάθε επί μέρους ληξιπρόθεσμου χρέους.
Κατά το άρθρο 23 § 1 εδ. α του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έξι (6) τουλάχιστον μηνών, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000), όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, ενώ, με το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1887/1990, αντικαθίσταται ως εξής: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β)έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α΄, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α΄, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ΄ έφεση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 § 1 του Ν. 1882/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ΄ εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, στις 30-3-2003 και κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-2004 έως 1-12-2004, με την ιδιότητα του Προέδρου της Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΏΝ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε", με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, καθυστέρησε να καταβάλει στο Δημόσιο βεβαιωμένα στις Δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρέη, όπως το καθένα από αυτά στο διατακτικό αναφέρεται, από διάφορες αιτίες (συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων), συνολικού ύψους πάνω από 120.000 ευρώ, για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τις ημερομηνίες που επίσης σ΄ αυτό (διατακτικό) αναφέρονται και κατά τις οποίες έπρεπε να καταβληθούν. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ΄ εξακολούθηση της αποδιδόμενης σ΄ αυτόν κατηγορίας, όπως αυτή ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσης, χωρίς να είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση στο παρόν σκεπτικό, αν ήταν τα μερικότερα ποσά καταβλητέα σε δόσεις ή εφάπαξ, σύμφωνα με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004 (δημοσίευση στο ΦΕΚ στις 28-1-2004). Σημειώνεται ότι, για την πρώτη μερικότερη πράξη που αναφέρεται στο διατακτικό, το Δικαστήριο θεωρεί ως αξιόποινη και την συμπεριλαμβάνει στην ενοχή του κατηγορουμένου υπό τον νέο νόμο, αφού ούτως ή άλλως και υπό την ισχύ του προηγουμένου νόμου (άρθρ. 23 § 1 του Ν. 2523/97) ήταν αξιόποινη, λόγω του ύψους του οφειλόμενου ποσού (98.045,83 ευρώ), δηλαδή ανωτέρα των 2.000.000 δρχ., αφού ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων (σημειωτέον ότι για την κατηγορία παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων απαιτείται ποσό μεγαλύτερο του 1.000.000 δρχ., )....". Στο διατακτικό, εξάλλου, της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος : "Στη Θεσσαλονίκη ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ & ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε" (στις) 30-3-2003 και κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-2004 έως 1-12-2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε να καταβάλει προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρέη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ. Ειδικότερα, ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης χρέη συνολικού ύψους 374.708,83 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την 17-5-2005 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), καθυστέρησε να τα καταβάλει προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών". Από το συνδυασμό όμως του σκεπτικού με το διατακτικό, αλλά και τη μνεία του άρθρου 98 του ΠΚ στις διατάξεις που έλαβε υπόψη του, δεν καθίσταται σαφές, αν το Δικαστήριο, επιβάλλοντας στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δύο ετών, εφάρμοσε αποκλειστικά τη νεότερη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν.3220/2004, με την οποία, κατά τα ανωτέρω, απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, αν και δέχθηκε ότι και η αξιόποινη μερικότερη πράξη, που τελέσθηκε υπό το καθεστώς του Ν.2523/1997, εμπίπτει στην εφαρμογή του νεότερου Νόμου, με τον οποίον επιβάλλεται ενιαία ποινή, ανεξαρτήτως χρόνου κατά τον οποίο το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, ή αντίθετα, δέχθηκε ότι η τελευταία αποτελεί μερικότερη πράξη κατ΄ εξακολούθηση εγκλήματος. Η ασάφεια όμως αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, όσον αφορά την επιβλητέα ποινή. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς την διάταξή της περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ) και να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6305/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς την περί ποινής διάταξή της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 6 Ιουλίου 2006 αίτηση του X1 και τους από 19.4.2007 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2007.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή