Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 812 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Αλλοδαπού απέλαση, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Έλλειψη αιτιολογίας ως προς απέλαση αλλοδαπού και ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ. 2α. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.





ΑΡΙΘΜΟΣ 812/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. x1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάττη και 2. x2, κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2898/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2007 και 2 Ιουλίου 2007 χωριστές αιτήσεις τους, αντίστοιχα, αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1366/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Α) Ως προς την αίτηση αναίρεσης του x1 Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2898/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 12 ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για τις πράξεις της κατοχής από κοινού και απόπειρας πωλήσεως από κοινού της ιδίας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Στο Δικαστήριο αυτό ο συνήγορός του, προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον ισχυρισμό ότι ήταν απλός συνεργός του ως άνω εγκλήματος της απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από κοινού. Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο αυτό και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά; "Εις την υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών, στην ........περιήλθε η πληροφορία ότι κάποιος Αλβανός ονόματι ''Β1'' στην περιοχή της ........, στην Αθήνα, διακινεί μεγάλες ποσότητες ηρωίνης, αστυνομικοί κατόρθωσαν και έμαθαν τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του εις το οποίο και ήρχισαν την τηλεφωνική των επικοινωνία με τον άνω ''Β1'', με τον οποίο συνεφώνησαν τελικώς να συναντηθούν την 31/10/2003 στο .... νηπιαγωγείο της ........, προκειμένου ο ''Β1'' να πουλήσει εις τον αστυνομικό Γ1 1/2 κιλό ηρωίνης αντί 4000 ευρώ που θα τα έδινε την επόμενη ημέρα. Το ραντεβού ήτο για το μεσημέρι της 31/10/2003 και ώρα 13,30, 'οτε έφθασε στο ανωτέρω σημείο της ..... ο ''Β1'' με ένα κόκκινο ....... με κενή τη θέση του συνοδηγού και ένα άτομο πίσω (βλ. απολογία κατηγορουμένου x1 σήμερα). Ο εξ' αυτών ''Β1 ''είπε στον αστυνομικό να μπεί στο αυτοκίνητο, όπερ έπραξε ο τελευταίος, και του ζήτησε αμέσως να του μετρήσει τα χρήματα, ενώ ο έτερος Αλβανός επιβαίνων του αυτοκινήτου, που εκάθητο πίσω, εξήλθε (του αυτοκινήτου) και πήγε να φέρει την ηρωίνη, που την είχε αφήσει επάνω στο ρεζερβουάρ ενός φορτηγού αυτοκινήτου, εσταθμευμένου πίσω από το ανωτέρω .....,σε αυτοσχέδιο δέμα με περιτύλιξη και μονωτικής ταινίας συνολικού μικτού βάρους 505 γραμμ. Μόλις επανήλθε ο Αλβανός με το δέμα ανά χείρας που ήτο ο α' κατηγορούμενος x1, τον συνέλαβε ο άνω αστυνομικός Γ1, ο οποίος όμως δεν συνέλαβε τον Β1, ο οποίος ήτο ο β' κατηγορούμενος x2,διότι διέφυγε, τον συνέλαβαν όμως λίγο πιο κάτω άλλοι αστυνομικοί, που εν ω μεταξύ είχαν πλησιάσει. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι x1 και x2 κατείχαν από κοινού την ηρωίνη εις το άνω σημείο, εφ' 'οσον και οι δύο γνώριζαν που ήτο κρυμένη (στο ρεζερβουάρ του φορτηγού) και είχαν την φυσική εξουσίασή της, κατά τρόπον ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορούν την ύπαρξή της εκεί, έχοντες πραγματική σχέση με αυτή και κυριαρχία επ' αυτής. Είχαν δε κοινό δόλο, διότι ο κάθε συναυτουργός κατηγορούμενος ήθελε και απεδέχετο την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως της κατοχής γνωρίζων ότι και ο έτερος συμμέτοχος πράττει με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 67/2000 Ποιν Χρον. Ν'204) (βλ. και σημερινή απολογία του κατηγορουμένου x1 ,ο οποίος αναφέρεται στην προανακριτική του απολογία και στην οποία εκθέτει ότι '' με τον συγχωριανό του x2 πήγαν με το αυτοκίνητό του να κάνουν μία εξυπηρέτηση στον γνωστό τους ...... και του είχε πεί στο τηλέφωνο ότι αν δίνανε μία μικροποσότητα ηρωίνης σε κάποιο έλληνα, αυτός θα του έδινε κάποια χρήματα'', όπερ ακριβώς σημαίνει ότι σαφώς εγνώριζε για την ηρωίνηκαι συνηντήθησαν με τον ''έλληνα''για τον συγκεκριμένο σκοπό της πωλήσεως, ως και απολογία του x2, κατά το πρωτόδικο δικαστήριο και κατά την οποία αυτός είπε στον x1 που ήταν τα ναρκωτικά. Ο κατηγορούμενος x1 αρνείται την κατοχή της ηρωίνης την οποία ισχυρίζεται ότι δεν είχε ποτέ υπό την εξουσία του, προς δε αρνείται ότι συνεφώνησε την πώλησή της αλλά αβασίμως, ενόψει των άνω αποδειχθέντων". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, όσον αφορά την τέλεση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των ως άνω πράξεων και την απόρριψη του ισχυρισμού περί απλού συνεργού, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 42, 45 Π.Κ. 4 παρ. 3, πιν. Α αριθμ.5, 5 παρ. 1 εδάφ.β',ζ' και 2,Ν. 1729/1987,όπως το άρθρο 5 αντικ. με άρθρο 10 Ν 2161/93. Ειδικότερα αιτιολογεί επαρκώς εκ του πράγματος η προσβαλλόμενη απόφαση την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού περί απλού συνεργού, όταν δέχεται ότι αυτός τέλεσε τα ως άνω εγκλήματα ως αυτουργός.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλομένη για την απόρριψη του ισχυρισμού περί απλού συνεργού είναι αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α) "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α), και β) "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ. δ). Στην πρώτη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή. Επίσης στην δεύτερη από τις περιπτώσεις αυτές η μετάνοια του υπαιτίου, πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στην πιο πάνω ποινή, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: Α)"Βασίμως και ευπροσώπως ζητώ να μου αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου αφού αποδεδειγμένα όχι μόνο έχω λευκό ποινικό μητρώο αλλά δεν είμαι προσεσημασμένος''. Β)''Έχω μετανοήσει για την εμπλοκή μου στην εν λόγω υπόθεση. Κυρίως δε, δεν είχα γνώση των δεδομένων της πράξης μου αλλά και περιθώριο επιλογής προκειμένου να αποφύγω την ελάχιστη αυτή εμπλοκή μου που κατέληξε δραματική για μένα .Από το 2003 στην φυλακή, ήδη τρία χρόνια έγκλειστος, έχω αντιληφθεί και την βαρύτητα της πράξης μου αλλά και το κακό που ο ίδιος προκάλεσα σε μένα και την οικογένειά μου. Η μεταμέλειά μου είναι ειλικρινής και αποδεικνύεται από την αποστροφή που τρέφω για τα ναρκωτικά (από τα οποία ουδεμία προηγούμενη σχέση είχα), από την μονίμως τραυματισμένη ψυχολογική μου διάθεση, από τις παραινέσεις μου στην οικογένειά μου να προσέχουν στο εξής με ποια άτομα συναναστρέφονται αλλά και να μη υποπέσουν έστω και στην παραμικρή παράβαση του νόμου έχοντας ο ίδιος την πικρή εμπειρεία της φυλακής''. Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή και τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων που δικάστηκε. Η απλή αναφορά ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο και δεν είναι προσεσημασμένος δεν αρκούν για να καταστήσουν ωρισμένο τον περί προτέρου εντίμου βίου ισχυρισμό του. Επίσης δεν αρκεί η αναφορά της αποστροφής του από τα ναρκωτικά και των παραινέσεων στην οικογένειά του να προσέχουν με ποια άτομα συναναστρέφονται για να καταστήσουν ορισμένο τον περί ειλικρινούς μεταμέλειας ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και ως εκ περισσού απάντησε, στους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος . Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 εδ. α' και β' του νόμου 1729/1987, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 2161/1993, "για αλλοδαπούς ενηλίκους ή ανηλίκους που καταδικάζονται για παραβίαση του νόμου αυτού, το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από την χώρα εκτός εάν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί που δικαιολογούν την παραμονή στη χώρα, οπότε ισχύουν γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η προβλεπόμενη ως άνω ισόβια απέλαση αλλοδαπού, που έχει καταδικασθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (ν. 1729/87 όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2161/93) αποτελεί παρεπόμενη ποινή και είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που καταδικάζει τον αλλοδαπό εκτός αν κρίνει αιτιολογημένα, ότι για την παραμονή του στη χώρα συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί. Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων υπήκοος της Αλβανίας, που δεν είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, προέβαλε και ανέπτυξε προφορικά τον ισχυρισμό του ότι συντρέχουν σοβαροί οικογενειακοί λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν τη μη απέλασή του από την χώρα επικαλούμενος ειδικότερα τα εξής: ''ο πατέρας μου, η μητέρα μου, τα αδέλφια μου κι εγώ ζούμε και εργαζόμαστε νόμιμα στην Ελλάδα από το 1994. Προ του γεγονότος της συλλήψεώς μου ήμουν κάτοχος αδείας εργασίας αλλοδαπού και εργαζόμουν στην επιχείρηση του κ. ...... και στο ξενοδοχείο "....." επί της οδού .......... (προσκομίζονται: άδεια εργασίας αλλοδαπού, βεβαιώσεις των εργοδοτών μου, βεβαίωση του Ι. Κ.Α. περί καταβολής των ασφαλιστικών μου εισφορών και βεβαίωση απόδοσης Α.Φ.Μ, βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών των γονιών μου για χορήγηση Ε. Α. Τ. Ο.) 2.- Η οικογένεια μου έχει χάσει κάθε σύνδεσμο με την Αλβανία και είναι μόνιμα πλέον εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διαμένει δε σε μισθωμένο διαμέρισμα στην .... στην οδό ......... (προσκομιζόμενο αποδεικτικό έγγραφο :-μισθωτήριο) 3.- Ειδικότερα, ο πατέρας μου αντιμετωπίζει σοβαρά καρδιολογικά και άλλα προβλήματα υγείας (σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά προσκομίζονται) και συχνά έχει νοσηλευθεί σε ελληνικά νοσοκομεία, παρακολουθείται από Έλληνες γιατρούς και του έχει συστηθεί να μην εργάζεται. Ουσιαστικά το μόνο οικονομικό στήριγμα της οικογενείας μου ήμουνεγώ γι' αυτό το λόγο δούλευα νυχθημερόν και μάλιστα σε δύο εργασίες ως προανέφερα. Το αυτό θα εξακολουθήσω να πράττω και αφού βγω από τη φυλακή_ 4.-_Είμαι μέλος του συλλόγου Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου ήδηαπό το 1998 (προσκομίζεται αντίγραφο του πιστοποιητικού δελτίου ταυτότητας που μου χορηγήθηκε από το σύλλογο -οράτε και σχετικό πιστοποιητικό της μητέρας μου ........) 5.- Η απέλαση μου θα σημαίνει τη φυσική μου εξόντωση. Δενέχω κανέναν στην Αλβανία. Αντίθετα, στην Ελλάδα θα είμαι με την οικογένεια μου, θα έχω την ευκαιρία να εργαστώ αλλά και να αποδείξω ότι είμαι έντιμος, εργατικός και νομοταγής.
6.- Δεν είμαι επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια.
Έχω λευκό ποινικό μητρώο και δεν είμαι προσεσημασμένος. Έχω μόνιμη κατοικία γνωστή στις αρχές και τρία χρόνια στη φυλακή δεν έχω δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, με την εξής αιτιολογία: "Οι υπό του νόμου προβλεπόμενοι σπουδαίοι λόγοι και δη οικογενειακοί, οι οποίοι, εάν συντρέχουν, δικαιολογούν την παραμονή των κατ/νων στη χώρα, επικαλούμενοι υπό του κατηγορουμένου x1, δεν απεδείχθησαν ούτε εκ των καταθέσεων των επιμελεία εξετασθέντων μαρτύρων και ιδία εκ μόνου του λόγου ότι καίτοι δεν έχει βαπτισθεί πηγαίνει στην εκκλησία (κατά την κατάθεση του μάρτυρος ιερέως ........) ή ότι δουλεύει στην οικοδομή, και σε ξενοδοχείο, με άδεια εργασίας αλλοδαπού, προς δε δεν απεδείχθη ότι ο ως άνω κατηγορούμενος και η οικογένειά του έχουν χάσει κάθε σύνδεσμο με την Αλβανία, ώστε να δικαιολογείται η παραμονή τους στην Ελλάδα, εκ του ότι είναι ο κατ/νος ως άνω μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Βορείου Ηπείρου". Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλόμενη δεν έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 1 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν διαγιγνώσκει θετικώς ή αρνητικώς όλα τα προβληθέντα ως άνω διακωλυτικά της απελάσεως του αναιρεσείοντος περιστατικά, αλλά μόνο τα αναφερόμενα ανωτέρω, με συνέπεια να πάσχει το συνταχθέν απορριπτικό του αυτοτελούς ισχυρισμού συμπέρασμα ως μη απορρέον εξ ορθής υπαγωγής.
Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ως άνω διάταξή της περί απελάσεως του αναιρεσείοντος και παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που την εξέδωσαν. Β) Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του x2. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής , κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α) "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α), και β) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε). Στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για τις πράξεις της κατοχής από κοινού και απόπειρας πωλήσεως από κοινού της ιδίας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: "Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να γίνουν δεκτά τα παρακάτω ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α, 2ε Π.Κ. Α) το ότι έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Διότι από το σύνολο των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων προέκυψε ότι μέχρι την τέλεση της αποδιδόμενης πράξης έζησα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο. Ουδέποτε είχα απασχολήσει τις Αστυνομικές και Δικαστικές αρχές, όπως προκύπτει από το λευκό ποινικό μου μητρώο και τις βεβαιώσεις των Αλβανικών Αρχών ότι ουδέποτε κατηγορήθηκα ή κηρύχθηκα ένοχος για οποιαδήποτε πράξη. Από την έλευσή μου στην Ελλάδα συνεχώς εργαζόμουν προκειμένου να ανταπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου. Η μέχρι την τέλεση των πράξεων συμπεριφορά μου υπήρξε καλή, έντιμη, αξιοπρεπής και συμβατή με τους κανόνες της ηθικής και του δικαίου. Β) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και ειδικότερα "Από της τελέσεως των πράξεων που μου αποδίδονται έχω επιδείξει καλή συμπεριφορά, απόλυτη υποταγή και σεβασμό στους σωφρονιστικούς κανόνες και ειρηνική και ήρεμη διαβίωση στη φυλακή.
Επειδή η καλή συμπεριφορά υποδηλώνει αναγνώριση της επιλήψιμης προηγούμενης δραστηριότητας και ταυτόχρονα λαμβάνει χώρα αποδοχή των κοινωνικών όρων και δεν μπορεί παρά να αξιολογηθεί ως επίδειξη μεταβολής της ψυχικής διαθέσεως και ενστερνίσεως των κανόνων της κοινωνικής συμβιώσεως.
Α. Επειδή οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την αποδοχή του ελαφρυντικού αυτού δηλαδή α) να έχει συμπεριφερθεί ο δράστης καλά μετά την πράξη του και β) η καλή αυτή συμπεριφορά να έχει διαρκέσει "σχετικά μεγάλο διάστημα", συντρέχουν πλήρως στο πρόσωπο μου.
Από τα προσκομισθέντα έγγραφα προκύπτει η καλή συμπεριφορά μου σε ολόκληρο το διάστημα από την τέλεση της πράξεως μέχρι την εκδίκαση της στο Εφετείο.
Επομένως η ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος μου αυτού απεδείχθη πλήρως".
Τους πιο πάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο της ουσίας τούς απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την εξής αιτιολογία: Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., καθόσον μέχρι του χρόνου που έγινε η πράξη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, πρέπει να απορριφθεί κατά πλειοψηφία διότι δεν αρκεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, αλλά πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται εις όλες τις άνω μορφές της συμπεριφοράς του, όπερ εδώ δεν απεδείχθη. Επίσης ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ., λόγω του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι δεν συνιστά τοιαύτη περίπτωση ότι επέδειξε καλή διαγωγή κατά τη δίκη δηλώνων ότι ''ζητά συγνώμη από την κοινωνία και την δικαιοσύνη (βλ. απολογία του σήμερα) αλλ'απαιτείται η καλή συμπεριφορά να είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής του και όχι εξαναγκασμένης συμπεριφοράς του συμορφώσεως προς τους κανόνες συμπεριφοράς των κρατουμένων στη φυλακή διότι η διάταξη αναφέρεται στη διαγωγή του στη κοινωνία, εν προκειμένω δε ο κατηγορούμενος κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή απόλυτη υποταγή και σεβασμό στους σωφρονιστικούς κανόνεα και ειρηνική και ήρεμη διαβίωση στη φυλακή, ήτοι υπό συνθήκες εγκλεισμού. Με το πιο πάνω περιεχόμενο ο με τα στοιχεία Β ισχυρισμός (ότι ο αναιρεσείων συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του), είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις του αυτές. Η απλή αναφορά, της καλής του συμπεριφοράς του στη φυλακή, ως μόνο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό δεν αρκεί για να καταστήσουν ορισμένο τον ανωτέρω ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού, απάντησε, ως εκ περισσού, στον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την προαναφερόμενη αιτιολογία του. Σε σχέση με τον πρώτο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως (84 παρ.2α ΠΚ), που ήταν σαφής και ωρισμένος καθόσον δεν αναφέρετο μόνο το λευκό ποινικό μητρώο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά που να δικαιολογούν την μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ. και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη, ως και προς την περί ποινής διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2898/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την περί απελάσεως του αναιρεσείοντος x1 διάταξή της και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος x2 περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη της απόφασης αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 4 Ιουλίου 2007 και 2 Ιουλίου 2007 αιτήσεις αναιρέσεως των x1 και x2, αντίστοιχα .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή