Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 239 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πολιτική αγωγή, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία (δεν προσδιορίζεται η αυξημένη ταχύτητα, ούτε το όριο της περιοχής και η απόσταση που αντιλήφθηκε ο αναιρεσείων τον παθόντα) και παραδοχή του. Δεν προκύπτει επίσης ότι έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά γι’ αυτή. Αναιρεί και παραπέμπει.





Αριθμός 239/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2007 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κώτσο, για αναίρεση της 8691/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πάσχο..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 317/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί κατ' αρχή η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Εξ' άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά στη διάταξη αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: " Στις 29-7-2002, το απόγευμα, ο κατηγορούμενος, ενώ οδηγούσε το υπ' αριθ ........ ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην οδό ...... στο ......., κατευθυνόμενος προς το κέντρο της πόλης, δεν είχε συγκεντρωμένη την προσοχή του στην οδήγηση, όπως έχει υποχρέωση να κάνει κάθε συνετός οδηγός για να μην προκαλέσει ατύχημα, ούτε ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του οχήματός του, ενόψει του ότι εκινείτο σε επαρχιακή οδό, για να μπορεί κάθε στιγμή να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο θα εμφανιζόταν στο τμήμα της οδού που μπορούσε να βλέπει. Εξ αιτίας αυτής της αμελούς συμπεριφοράς του κατά την οδήγηση, όταν έφθασε στη διασταύρωση της οδού ...... με ανώνυμη οδό που είναι δεξιά σε σχέση με την πορεία του, λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, την οποία δε μείωσε, παρόλο που στη δεξιά πλευρά της οδού που ακολουθούσε υπάρχει τοίχος μέχρι τη διασταύρωση με την ανώνυμη οδό, που του εμπόδιζε την ορατότητα σ αυτή, δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του, όταν καθυστερημένα αντιλήφθηκε στην πορεία του στο ύψος της διασταύρωσης το δίκυκλο ποδήλατο που οδηγούσε ο ανήλικος τότε παθών ψ1 κινούμενος στην πιο πάνω ανώνυμη οδό, με αποτέλεσμα να παρασύρει το ποδήλατο και να τραυματίσει τον προαναφερόμενο ανήλικο οδηγό του, ο οποίος έπαθε πολλαπλά θλαστικά τραύματα, εκδορές προσώπου, κάκωση γαστροκνημίας(ΑΡ) και γόνατος και κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Η αυξημένη ταχύτητα του κατηγορουμένου προκύπτει και από τα όσα ανέφερε απολογούμενος, ότι δηλαδή μετά τη σύγκρουση έκανε ελιγμό αριστερά βγήκε από το δρόμο στα αμπέλια και επανήλθε στο δρόμο έχοντας πάντα τον παθόντα πάνω στο παμπρίζ του αυτοκινήτου του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος για να συμπαρασταθεί στον παθόντα και δεν περίμενε να έρθει η αστυνομία, την οποία παρέλειψε αυτός να ειδοποιήσει, όπως είχε υποχρέωση, αλλά έφυγε. Πρέπει συνεπώς ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών....". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για α) σωματική βλάβη από αμέλεια και β) παράβαση του άρθρου 43 παρ.2 α, β, 4 του ν.2696/1999 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 3 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, δε διέλαβε, σε σχέση με την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού υπάρχουν σ' αυτήν ασάφειες και ελλείψεις, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α' του Π.Κ. Ειδικότερα: α) δεν αιτιολογείται τόσο το αντικειμενικό στοιχείο και, στην προκείμενη περίπτωση, η ταχύτητα του οχήματός του με την οποία έβαινε το όχημά του, όσο και το υποκειμενικό στοιχείο και συγκεκριμένα η δυνατότητα αποφυγής της συγκρούσεως, β) δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες συνθήκες της περιοχής και ειδικότερα αν υπήρχε όριο ταχύτητας, ώστε, σε συνδυασμό με την ταχύτητα με την οποία αυτός έτρεχε και η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν διευκρινίζεται, να αιτιολογείται και το μέτρο κατά το οποίο έπρεπε να τη μειώσει, γ) δεν προσδιορίζεται, πέραν της ταχύτητας με την οποία ο αναιρεσείων οδηγούσε το όχημά του και η απόσταση που μεσολαβούσε μέχρι του σημείου συγκρούσεως, από την οποία μπορούσε να αντιληφθεί το εμπόδιο(τοίχο), ώστε να αποφύγει αυτός την οποιαδήποτε εμπλοκή του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 8691/17-11-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά της δίκης, το Εφετείο, για να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της παραβάσεως του άρθρου 43 παρ.2α, β του Ν. 2696/1999, δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που μνημονεύει στο αιτιολογικό της αποφάσεως, προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία. Από την περικοπή όμως αυτή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από το αναφερόμενο σ' αυτή ότι λήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο, οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Εφετείο και η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος ψ1, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, το μεν της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος), το δε ότι το ως άνω Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του και την ανώμοτη κατάθεση του προαναφερόμενου πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει να γίνει δεκτός και κατ' ουσία, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Αναιρεί τήν αριθμό 8691/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου θα μετέχουν άλλοι δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή