Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 914 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α., Δυσφήμηση συκοφαντική.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσεως, Συκοφαντική δυσφήμηση. Α) Αβάσιμοι όλοι οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Β) Η εφαρμογή του από το άνω άρθρο 366 § 2 ΠΚ τεκμηρίου, που έχει θεσμοθετηθεί για την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και παρελκύσεως δικών, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 20 § 1 του Συντάγματος, ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και 14 του ΔΣΑΠΔ, αφού με την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του ΚΠΔ, δεν τίθεται αποδεικτικού περιορισμοί αναφορικά με την αθωότητα του κατηγορουμένου και ούτε με οιονδήποτε τρόπο παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα αυτού (ΑΠ 441/2008, 813/2008) -.




Αριθμός 914/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1725,1726/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 48/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Επίσης, από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν δηλαδή ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος, υποκειμενικώς δε, δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπο, όπως και ο πλαστογράφος. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από τρίτο, αλλά και από αυτόν τον ίδιο τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιαδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1725,1726/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για πλαστογραφία μετά χρήσεως και για συκοφαντική δυσφήμηση, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων, κατ' είδος, αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών, ανέλαβε το έτος 2001 την ανέγερση οικοδομής του ζεύγους Θ1 και Θ2, στο ..., έναντι δε της αμοιβής του έλαβε απ' αυτούς τις ακόλουθες επιταγές: α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 5.800 €, με τόπο έκδοσης την ... και ημερομηνία έκδοσης την 30-7-2002 με εκδότρια την εταιρεία "... ΑΕ" η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της σε διαταγή της Θ2, την οποία η τελευταία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο, β) την υπ' αριθμ.... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 4.110 €, με τόπο έκδοσης τον ... και ημερομηνία έκδοσης την 26-4-2002, εκδότη τον Θ1 σε διαταγή του ιδίου με χρέωση του υπ' αριθμ. .... λογαριασμού του, την οποία αυτός μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο, γ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 12.912 €, με τόπο έκδοσης την ... και ημερομηνία έκδοσης την 30-5-2002, εκδότρια την Θ2 με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της σε διαταγή του Θ1, την οποία αυτός μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο και δ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 15.268 €, ημερομηνία εκδόσεως την 30-5-2002, εκδότρια την Θ2 με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της, σε διαταγή του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, στις αρχές του έτους 2002, επειδή είχε ανάγκη μετρητών απευθύνθηκε στον Μ (που εξετάστηκε ως μάρτυρας), ο οποίος ήταν συνάδελφος του και γνωστός του και του ζήτησε να του δανείσει χρήματα. Αυτός Μ όμως, επειδή την εποχή εκείνη δεν διέθετε μετρητά, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον συνάδελφο του (κατηγορούμενο) απευθύνθηκε στον γνωστό του Ψ (εγκαλούντα) και αφού τον διαβεβαίωσε περί της φερεγγυότητας του προσώπου του κατηγορουμένου και ότι για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, ο κατηγορούμενος προσφέρεται να του μεταβιβάσει επιταγές τρίτων πελατών του, ο εγκαλών δέχθηκε και τον Μάρτιο 2002 δάνεισε στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 38.090 €. Ο μάρτυρας Μ επιβεβαιώνει την σύναξη του δανείου και ότι ο ίδιος παρέλαβε από τον κατηγορούμενο τις ως άνω τέσσερις επιταγές τις οποίες ο κατηγορούμενος οπισθογράφησε ενώπιον του και στην συνέχεια ο ίδιος τις παρέλαβε και τις παρέδωσε στον εγκαλούντα προς εξασφάλιση του για την επιστροφή του δανείου του. Οι ως άνω επιταγές ήσαν μεταχρονολογημένες και τον Απρίλιο 2002, όταν θα έληγε η πρώτη επιταγή και θα έπρεπε να πληρωθεί, επειδή στους λογαριασμούς των ως άνω εκδοτών των επιταγών δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ζήτησε να αλλάξουν τις ημερομηνίες εκδόσεως των τριών ως άνω επιταγών εκδόσεως του ζεύγους Θ1 και Θ2. Έτσι συμφώνησαν να συναντηθούν στο σπίτι του κοινού γνωστού και διαμεσολαβητή στη σύναψη του δανείου Μ, στην .... Εκεί συναντήθηκαν στις 5 Απριλίου 2002, ο Μ, ο κατηγορούμενος, ο εγκαλών, ο Θ1 και κάποια γυναίκα που συστήθηκε στον εγκαλούντα ως Θ2, χωρίς να είναι πράγματι όπως διαπίστωσε αργότερα ο εγκαλών, όταν γνώρισε την Θ2 σε άλλο Δικαστήριο που είχαν. Μετά από συζήτηση συμφωνήσαν να αλλάξουν τις ημερομηνίες εκδόσεως των τριών επιταγών σε 30-9-2002, υπογράφοντας την αλλαγή αυτή όλοι οι υπογράφοντες και εμπλεκόμενοι σε κάθε επιταγή. Ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της παραπάνω συναλλαγής και ενώ είχε λάβει στα χέρια του την τέταρτη ως άνω επιταγή με αριθμ. ... της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 15.628 € που είχε εκδώσει στην ... η Θ2 σε διαταγή του ιδίου του κατηγορουμένου, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, εκτός από την αλλαγή της ημερομηνίας εκδόσεως της επιταγής, για την οποία είχε τη συναίνεση και είχε εξασφαλίσει και την υπογραφή των υπολοίπων υπογραφέων της επιταγής, προέβη αυθαίρετα σε αλλοίωση του κειμένου της επιταγής, νοθεύοντας αυτήν και μεταβάλλοντας το επώνυμο του προσώπου σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί η επιταγή και συγκεκριμένα ενώ στο κείμενο της επιταγής αναγραφόταν με μαύρα κεφαλαία γράμματα το επώνυμο του (κατηγορουμένου Χ) ότι είχε εκδοθεί σε διαταγή του η επιταγή, αυτός αλλοίωσε το όνομα αυτό και με μπλε στυλό στην αρχή του επωνύμου Χ πρόσθεσε το γράμμα Α και μετέτρεψε το πρώτο γράμμα Υ σε Ν και στο τέλος πρόσθεσε την κατάληξη ΚΗΣ, αλλοιώνοντας έτσι το επώνυμο απόΧ σε Π. Στην πράξη του δε αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό όπως με τη χρήση του ως άνω αλλοιωμένου-πλαστογραφημένου εγγράφου να παραπλανήσει οποιονδήποτε καλόπιστο τρίτο ότι ο ίδιος δεν ήταν υπόχρεος από την επιταγή αυτή ως πρώτος οπισθογράφος της αλλά άλλο πρόσωπο ονόματι Π. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος έκανε χρήση της επιταγής αυτής, την οποία επέστρεψε στον εγκαλούντα. Ο τελευταίος, παρέλαβε την επιταγή χωρίς να αντιληφθεί αμέσως την αλλοίωση του ονόματος, πράγμα που αντιλήφθηκε λίγο αργότερα όταν εξέτασε την επιταγή επιστρέφοντας στην οικία του. Αμέσως μετά την διαπίστωση αυτή και επειδή ο εγκαλών ανησύχησε σοβαρά, απευθύνθηκε διαμαρτυρόμενος στον κοινό γνωστό τους και διαμεσολαβητή τους Μ, ο οποίος ευθύς αμέσως επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο και του ζήτησε εξηγήσεις για τον λόγο της αλλαγής του επωνύμου. Ο κατηγορούμενος χωρίς να αρνηθεί ότι ο ίδιος αλλοίωσε την επιταγή προσπάθησε να τον καθησυχάσει με την αόριστη φράση "δεν τρέχει τίποτα". Στην συνέχεια όμως, όπως ο ίδιος μάρτυρας Μ πληροφορήθηκε, ο κατηγορούμενος διέδιδε ενώπιον του κοινού γνωστού τους ... ότι δεν μπορούν να του κάνουν τίποτα γιατί την επιταγή την υπογράφει ο Π. Επομένως, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πρώτη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, ήτοι αυτήν της πλαστογραφίας με χρήση της ανωτέρω επιταγής. Τελικά, οι ως άνω επιταγές δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς από τους οποίους εσύρονταν και ο εγκαλών με την από 4-12-2002 αίτηση του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου πέτυχε την έκδοση κατά του κατηγορουμένου, οπισθογράφου προς αυτόν των ως άνω επιταγών, της υπ' αριθμ. 50/2002 διαταγής πληρωμής για το ποσό των 38.090 €. Ο κατηγορούμενος με την από 9-1-2003 ανακοπή του κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου αμφισβήτησε τις υπογραφές του στις παραπάνω τέσσερις επιταγές, ως οπισθογράφου αυτών, και κατονόμασε ως πλαστογράφο τον εγκαλούντα Ψ, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση είχε με τις επιταγές αυτές και τους εκδότες τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις τέσσερις επιταγές ως οπισθογράφος, έθεσε την υπογραφή του κατά τρόπο και μορφή προφανώς διαφοροποιημένο από τον τρόπο που συνήθως υπογράφει στις συναλλαγές του, έτσι ώστε σε περίπτωση μη πληρωμής τους να μπορεί να ισχυριστεί ότι οι επιταγές αυτές ήταν πλαστογραφημένες ως προς την υπογραφή του ιδίου ως οπισθογράφου. Ο κατηγορούμενος προέβαλε τον ίδιο ισχυρισμό (περί πλαστογραφίας της υπογραφής του ως οπισθογράφου των τεσσάρων επιταγών από τον εγκαλούντα) και κατά την εκδίκαση της από 11-3-2003 αιτήσεως του περί αναστολής εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής, κατόπιν δε διαβιβάσεως των πρακτικών της πολιτικής δίκης στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αιγίου, ασκήθηκε κατά του εγκαλούντος ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στο Δικαστήριο. Η εν λόγω ποινική διαδικασία περατώθηκε με την έκδοση του υπ' αριθμ. 8/2005 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αιγίου με το οποίο ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων στην παρούσα δίκη απηλλάγη από την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών διέπραξε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας για την οποία ο κατηγορούμενος τον είχε δυσφημήσει με την ανακοπή του, αλλά αντιθέτως κρίθηκε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπόγραψε ως οπισθογράφος και μεταβίβασε τις ένδικες επιταγές στον εγκαλούντα. Επομένως, ενόψει των παραπάνω, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που ζητεί ο κατηγορούμενος, αφού ο ισχυρισμός του περί πλαστότητας της υπογραφής του στη θέση του οπισθογράφου των ενδίκων επιταγών κρίθηκε με τα ήδη αμετάκλητα ως άνω υπ' αριθμ.8/2005 αλλά και 37/2006 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αιγίου τα οποία δέχθηκαν ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπόγραψε ως οπισθογράφος και μεταβίβασε τις ένδικες επιταγές στον εγκαλούντα και γι' αυτό "το σχετικό αίτημα του απορρίπτεται. Κατόπιν αυτών με δεδομένο ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος με την άσκηση της από 9-1-2003 ανακοπής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου (Δικαστή και Γραμματέα αυτού) ότι δηλαδή οι υπογραφές του έχουν πλαστογραφηθεί στη θέση του οπισθογράφου των επιταγών από τον εγκαλούντα, αποτελεί την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας για την οποία ασκήθηκε κατά του εγκαλούντος ποινική δίωξη και αυτός απηλλάγη αμετακλήτως κατά τα ανωτέρω με το προαναφερόμενο σκεπτικό, θεωρείται αποδεδειγμένη η αναλήθεια όσων ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος με την ανακοπή του (αρθρ. 366 παρ. 2 ΠΚ), προσέτι δε το γεγονός τούτο είναι δυσφημιστικό καθόσον μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Εξάλλου η αναλήθεια όσων ανωτέρω δυσφημιστικών ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος με την ανακοπή του επιβεβαιώνεται και από τα ανωτέρω που αποδείχθηκαν, αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος νόμιμος κομιστής των επιταγών αυτών μεταβίβασε αυτές προς τον εγκαλούντα με οπισθογράφηση προς εξασφάλιση του δανείου που του είχε χορηγήσει ο τελευταίος. Επίσης το γεγονός αυτό που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ο κατηγορούμενος το ισχυρίσθηκε ενώπιον του πολιτικού Δικαστηρίου ενώ γνώριζε την αναλήθειά του. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε και την δεύτερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του εγκαλούντος που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις που αποδείχθηκε ότι τέλεσε, ήτοι της πλαστογραφίας με χρήση και της συκοφαντικής δυσφήμησης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 γ, 26 παρ.1 α, 27, 94, 216 παρ. 1 και 362, 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της, χωρίς αυτό να αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του τελευταίου, παρατίθενται τα αναγκαία κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δύο εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και ο τρόπος τελέσεως αυτών, β) από το άνω αιτιολογικό προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα από αυτά και ιδιαίτερα συνεκτίμησε και τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο τρεις εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδοτήσεως των γραφολόγων ..., που συνιστούν, ως ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες, απλά έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητο να προβεί σε συγκριτική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε να παραθέσει τι προκύπτει από καθένα από αυτά και από τις άνω ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες χωριστά, γ) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του αναιρεσείοντος, ως προς το πρώτο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και ιδιαίτερα ο σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση τεσσάρων νοθευμένων επιταγών οιονδήποτε καλόπιστο τρίτο ότι ο ίδιος δεν ήταν υπόχρεος από τις επιταγές αυτές, ως πρώτος οπισθογράφος, στην τετάρτη μάλιστα από αυτές ότι δεν ήταν καν ο οπισθογράφος, νοθεύοντας το αναγραφόμενο επώνυμό του από Χ σε Π, δ) αιτιολογείται με πληρότητα, ως προς το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτού ότι ο ισχυρισμός του ενώπιον των τρίτων ότι ο εγκαλών τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας ήταν ψευδής και ότι αυτός μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ε) με την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ειδικότερα με την παραδοχή στο αιτιολογικό "ενόψει των παραπάνω, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που ζητεί ο κατηγορούμενος, αφού ο ισχυρισμός του περί πλαστότητας της υπογραφής του στη θέση του οπισθογράφου των ενδίκων επιταγών, κρίθηκε αμετάκλητα από τα 8/2005 και 37/2006 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αιγίου, που έκριναν ότι αυτός υπέγραψε τις τέσσερις επιταγές ως οπισθογράφος και μεταβίβασε αυτές στον εγκαλούντα και γιαυτό το σχετικό αίτημά του απορρίπτεται . . . Εξάλλου η αναλήθεια όσων ανωτέρω δυσφημιστικών ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος με την ανακοπή του επιβεβαιώνεται και από τα ανωτέρω που αποδείχθηκαν, αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος νόμιμος κομιστής των επιταγών αυτών μεταβίβασε αυτές προς τον εγκαλούντα με οπισθογράφηση προς εξασφάλιση δανείου του", έπεται ότι το Δικαστήριο επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε και στήριξε της απορριπτική του αιτήματος αναβολής για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης κρίση του στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραθέτει και όχι αποκλειστικά και μόνο στα άνω δύο βουλεύματα, που αποφαίνονται μόνο ότι δεν είναι πλαστογράφος ο εγκαλών, όχι δε και ότι πλαστογράφος είναι ο κατηγορούμενος, στ) με την παραδοχή ότι ο εγκαλών απηλλάγη αμετάκλητα για την πράξη της πλαστογραφίας των επιταγών μετά χρήσεως με το 8/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αιγίου και επομένως δεν τίθεται θέμα ουσιαστικής διερευνήσεως του αντίθετου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ο οποίος είναι ψευδής, δε συνάγεται ότι το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του αυτή αποκλειστικά στο από το άρθρο 366 παρ.2 ΠΚ συναγόμενο αμάχητη τεκμήριο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αφού για την κατάφαση της ενοχής για την πράξη αυτή το Δικαστήριο, δεν αρκέστηκε μόνο στην αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία θετικώς έκρινε το Δικαστικό Συμβούλιο με το παραπάνω βούλευμά του, αλλά ερεύνησε, όπως όφειλε και το στοιχείο του αμέσου δόλου του αναιρεσείοντος και στηρίχθηκε και στα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών. Άλλωστε, η εφαρμογή του από το άνω άρθρο 366 παρ.2 ΠΚ τεκμηρίου, που έχει θεσμοθετηθεί για την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και παρελκύσεως των δικών, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και 14 του ΔΣΑΠΔ, αφού με την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του ΠΚ, δεν τίθενται αποδεικτικοί περιορισμοί αναφορικά με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ούτε, με οποιονδήποτε τρόπο, παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα αυτού. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, αμφισβητούν τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 49/28 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 1725, 1726/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή