Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1494 / 2018    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απόρριψη, Απάτη, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Έξοδα.




Περίληψη:
Απάτη με ζημία άνω των 120.000 ευρώ. Λόγοι αναιρέσεως έλλειψη
αιτιολογίας και έλλειψη νομίμου βάσεως (510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε'). Αβάσιμοι
οι λόγοι. Ορισμένες αιτιάσεις απαράδεκτες. Απορρίπτει αναίρεση. Επιβάλλει
έξοδα.





Αριθμός 1494/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνη Σιταράς, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 3058/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Π. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...15.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Περαιτέρω, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 7 Δεκεμβρίου 2015 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Σ.Α., ο πολιτικώς ενάγων, Α. Π. του Α., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. ...14-9-2015 κλήση της για να εμφανισθεί στην αρχική δικάσιμο της 13ης Απριλίου 2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως αρχικά, με την υπ' αριθ. 835/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τη δικάσιμο της 14ης Δεκεμβρίου 2016 και ακολούθως, με την υπ' αριθ. 1847/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τη σημερινή δικάσιμο, πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε καθόλου κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά την εμφάνιση και νομότυπη παράσταση του αναιρεσειόντος, πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρών και ο ως άνω πολιτικώς ενάγων, αφού ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι' αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Και γ) Βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία. Ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου ή η απατηλή δημιουργία σε βάρος του υποχρεώσεων, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατ' αυτού που την προκάλεσε, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, ενώ δεν απαιτείται η βλάβη να έχει ως μόνη αιτία την απατηλή συμπεριφορά του δράστη και τη συνακόλουθη πράξη ή ανοχή περιουσιακής διάθεσης εκείνου που παραπλανήθηκε, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτόν που ζημιώθηκε. Επίσης, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως γεγονότα νοούνται εξωτερικά πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή στο παρόν, που έχουν συντελεστεί το αργότερο μέχρι τον χρόνο της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, και όχι ενδιάθετα στοιχεία του δράστη ή πραγματικά περιστατικά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, τα οποία αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος επιχειρήσεως της ζημιογόνου ενεργείας ή παραλείψεως του παθόντος. Η πιο πάνω πράξη της απάτης λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 στοιχ. β' του ιδίου ως άνω άρθρου 386 του Π.Κ., μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 2δ του άρθρου 25 του Ν. 4055/2012). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, αφού σ' αυτό απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. Α.Π. 2/2011, 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3058/2014 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο κακουργηματικής απάτης, από την οποία το όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά τα 120.000 ευρώ, του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου έντιμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο σκεπτικό της, σχετικά με την ως άνω αξιόποινη πράξη για την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, επί λέξει, τα εξής: "Εν προκειμένω, από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν, καθώς και από τα έγγραφα και τις εκθέσεις, τα οποία αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Οι κατηγορούμενοι είναι παιδικοί φίλοι. Ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Φ. ήταν επιχειρηματίας και είχε τρεις εταιρίες, μεταξύ των οποίων τις "..." και "... - Μ. Φ. και Σία Ε.Π.Ε.", των οποίων ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος. Ο Α. Κ. εργαζόταν ως υπάλληλος στην Τράπεζα "... με καθήκοντα οικονομικού συμβούλου - συμβούλου επενδύσεων στο Τμήμα αυτής "...", στο οποίο ανήκαν και εξυπηρετούντο πελάτες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Ο μηνυτής Α. Π. υπήρξε μεγαλοκαταθέτης της εν λόγω Τράπεζας και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις συνεργασίας με τον Α. Κ., ο οποίος ήταν τραπεζικός - οικονομικός σύμβουλός του. Κατά τους πρώτους μήνες του έτους 2004 η οικονομική κατάσταση του Μ. Φ. είχε καταλήξει να είναι πολύ κακή και οι εταιρίες του να είναι στα πρόθυρα της πτωχεύσεως. Κατά μήνα Μάιο 2004, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγει την κατάρρευση των εταιριών του, απευθύνθηκε σε τρίτους, προκειμένου να συγκεντρώσει υπό μορφή δανεισμού όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρηματικό ποσόν, ώστε να δυνηθεί να εκπληρώσει μέρος έστω των χρηματικών υποχρεώσεών του και να αποτρέψει την σφράγιση όσο το δυνατόν περισσοτέρων επιταγών εκδόσεως των εταιριών του. Μεταξύ των προσώπων που απευθύνθηκε ήταν και ο κατά τα ανωτέρω παιδικός του φίλος Α. Κ., στον οποίον απεκάλυψε την πραγματική οικονομική του κατάσταση και με παρακλήσεις και φορτικότητα του εζήτησε να τον βοηθήσει να δανεισθεί μέσω των γνωριμιών του μεταξύ των καταθετών - επενδυτών της Τράπεζας, στην οποία απησχολείτο. Εγνώριζε, όμως, ο Μ. Φ. ότι λόγω της δεινής οικονομικής του καταστάσεως θα είχε πλήρη αδυναμία επιστροφής των ποσών, τα οποία θα εδανείζετο. Τούτο ήταν προφανές και στον Α. Κ., ο οποίος ήταν ενήμερος της οικονομικής καταστάσεως του Μ. Φ. και εν όψει της επαγγελματικής του εξειδικεύσεως ως οικονομικού συμβούλου και συμβούλου επενδύσεων μιας μεγάλης Τράπεζας είχε ευλόγως αντιληφθεί την αδυναμία επιστροφής από τον Μ. Φ. του ποσού ή των ποσών των δανείων. Εν τούτοις, ο Α. Κ., πειθόμενος στις παρακλήσεις του φίλου του και γνωρίζοντας ότι ο Α. Π. επιζητούσε υψηλότερες από τις τραπεζικές επιδόσεις των χρημάτων του, με τον σκοπό να αποκομίσει ο Μ. Φ. παράνομο περιουσιακό όφελος, εκάλεσε τον Α. Π. κατά μήνα Μάιο του 2004 στο γραφείο του στην Κηφισιά και του είπε ότι, επειδή είχαν υποχωρήσει τα επιτόκια, υπήρχε κάτι περισσότερο συμφέρον, να δανείσει ποσό 50.000 ευρώ σε ένα προσωπικό του φίλο που τον ήξερε από παιδί, τον Μ. Φ., και θα είχε επιτόκιο 8%. Επειδή ο μηνυτής ήταν επιφυλακτικός για την ασφάλεια των χρημάτων του, ο Α. Κ. του είπε ότι ο φίλος του ήταν φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας με ανάπτυξη τριών - τεσσάρων εταιριών, όλων φερέγγυων, με μεγάλο κύκλο εργασιών και κερδών καθώς και μεγάλη ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και ότι θα του επέστρεφε οπωσδήποτε το ποσόν, το οποίο θα του εδάνειζε. Η αλήθεια βεβαίως, την οποία κατά τα ανωτέρω εγνώριζε ο Α. Κ., ήταν ότι ο Μ. Φ. δεν ήταν φερέγγυος, ούτε οικονομικά εύρωστος, ούτε είχε ακίνητη περιουσία και οι εταιρίες του ήσαν στα πρόθυρα της πτωχεύσεως και μάλιστα, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, από τον μήνα Ιούλιο μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο 2004 σφραγίσθηκε σωρεία ακαλύπτων επιταγών, τις οποίες είχε εκδώσει ως νόμιμος εκπρόσωπος των εταιριών αυτών. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις ο μηνυτής πείσθηκε και κατέβαλε στον Μ. Φ. στις 27-5-2004 το ποσόν των 50.000 ευρώ ως δάνειο επιστρεπτέο έως τις 15- 10-2004, έλαβε δε από αυτόν προς εξασφάλιση την υπ' αριθμόν ... ισόποση επιταγή της Τραπέζης ..." εκδόσεως της πρώτης των ως άνω εταιριών πληρωτέα στις 15-10-2004. Μετά από λίγες ημέρες ο Α. Κ. έπεισε με τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις τον μηνυτή να καταβάλει στον Μ. Φ. επί πλέον ποσόν 80.000 ευρώ. Ο μηνυτής πράγματι κατέβαλε στις 7-6-2006 στον Μ. Φ. το ποσόν αυτό ως δάνειο επιστρεπτέο έως τις 27-9-2004 και έλαβε από αυτόν προς εξασφάλιση την υπ' αριθμόν ... ισόποση επιταγή της Τραπέζης ... εκδόσεως της δευτέρας των ως άνω εταιριών. Επίσης στις 15 Ιουνίου 2004 πειθόμενος από τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις από τον Α. Κ. κατέβαλε στον Μ. Φ. το ποσόν των 15.000 ευρώ ως δάνειο επιστρεπτέο έως τις 15- 10-2004, έλαβε δε από αυτόν προς εξασφάλιση την υπ' αριθμόν ... ισόποση επιταγή της Τραπέζης ..." εκδόσεως της πρώτης των ως άνω εταιριών πληρωτέα στις 15-10-2004. Όπως ήταν επακόλουθο, ο Μ. Φ. δεν επέστρεψε το ποσόν του δανείου, οι δε επιταγές σφραγίσθηκαν ως ακάλυπτες, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να ωφεληθεί αυτός κατά το ποσόν των 145.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή υπερβαίνουσα το ποσόν των 120.000 ευρώ. Ο Μ. Φ. ισχυρίζεται ότι έλαβε το ποσόν των 145.000 ευρώ όχι κατά τα ανωτέρω ως δάνειο αλλά υπό μορφή επενδύσεως του μηνυτή για εταιρική συνεργασία συνισταμένη σε εμπορία (εισαγωγή - πώληση) τηλεοράσεων τύπου plasma εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων με σκοπό το κέρδος, η οποία απέτυχε, ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, ο οποίος δεν ευρίσκει κατά την κρίση του Δικαστηρίου αξιόλογο και πειστικό ουσιαστικό έρεισμα επί του αποδεικτικού υλικού, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εν τούτοις, επικαλούμενος την εν λόγω εμπορία τηλεοράσεων από τον Μ. Φ., ο Α. Κ. ισχυρίζεται ότι προσβλέποντας στα εξ αυτής κέρδη έδωσε στον Μ. Φ. το συνολικό ποσόν των 65.500 ευρώ, εκ των οποίων ποσόν 35.500 ευρώ κατέθεσε στις 7-6-2004 στον τραπεζικό λογαριασμό αυτού. Η κατάθεση του ποσού των 35.500 ευρώ αποδεικνύεται πράγματι από το οικείο παραστατικό, το οποίο προσεκόμισε ο Α. Κ. και το οποίο ανεγνώσθη, η υποκειμένη, όμως, σχέση μεταξύ αυτού και του Μ. Φ., η οποία υπήρξε η αιτία της καταθέσεως, δεν προέκυψε από κανένα αξιόπιστο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικτικό στοιχείο. Ο ισχυρισμός του Α. Κ., ότι αιτία της εν λόγω καταθέσεως υπήρξε η προσδοκία κερδών από την επένδυση του Μ. Φ. και ότι εκτός από το ως άνω ποσόν των 35.500 ευρώ κατέβαλε στον τελευταίο και το ποσόν των 30.000 ευρώ για την ιδία αιτία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ευρίσκει, ομοίως, όπως και ο ως άνω ισχυρισμός του Μ. Φ., αξιόλογο και πειστικό ουσιαστικό έρεισμα επί του αποδεικτικού υλικού. Η εν λόγω κρίση επιρρωνύεται κατά σημαίνοντα λόγο και εκ του ότι ο Α. Κ. προέβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό, βάσει του οποίου επιχειρηματολογεί: "ήμουν δανειστής του Φ. Μ. και εγώ, είναι συνεπώς αδιανόητο να ήθελα να εξαπατήσω κάποιον άλλο για μελλοντική μη εκπλήρωση, όταν και εγώ σε αυτή την μελλοντική εκπλήρωση προσέβλεπα και για αυτήν ζημιώθηκα (...)", το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς να δώσει λογική εξήγηση της μη προβολής του σε προηγούμενο χρονικό σημείο. Εάν ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος αναμφιβόλως έχει βαρύνουσα σημασία για την απόδειξη ή μη του δόλου του Α. Κ., ήταν πράγματι αληθής, κατά την κοινή λογική και πείρα θα είχε αυθορμήτως προβληθεί από αυτόν εξ αρχής με τις έγγραφες εξηγήσεις του κατά την γενομένη προκαταρκτική εξέταση από τον Πταισματοδίκη Χαλανδρίου ή με την απολογία του κατά την κυρία ανάκριση, εν τούτοις ο Α. Κ. δεν προέβαλε τον ισχυρισμό αυτόν, ως ο ίδιος ομολογεί, ούτε κατά την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση ούτε με το κατατεθέν υπόμνημά του ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών για την έκδοση βουλεύματος ούτε με την ασκηθείσα έφεσή του κατά του βουλεύματος ούτε με το κατατεθέν υπόμνημά του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών για την έκδοση βουλεύματος επί της εφέσεως ούτε κατά την πρωτοβάθμια δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Η δικαιολογία, την οποία προέβαλε ανωτέρω κατά την απολογία του, ερωτηθείς σχετικώς: "Ο Φ. θεώρησε ότι επειδή έχασα την δουλειά μου από αυτόν, μου εγγυάτο ότι θα πληρώσει τον Π., θα πληρώσει τα δικαστικά έξοδα και έβαλα τον ίδιο δικηγόρο με τον κύριο Φ.. Μου είχε πει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ο κύριος Φ. να μην πω για το καταθετήριο που είχα, γιατί δεν χρειαζόταν", ούτε συμβατή με την κοινή λογική είναι, ούτε και αληθής, αφού από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ότι ο Μ. Φ. διόρισε συνήγορό του να τον υπερασπισθεί τον δικηγόρο Αθηνών Γ. Μ., ενώ ο Α. Κ. διόρισε άλλους συνηγόρους και μάλιστα τρεις, τους Ι. Γ., Π. Κ. και Α. Τ., οι οποίοι και αποδέχτηκαν τους διορισμούς τους. Η κατά τα ανωτέρω ζημία του μηνυτή και το αντίστοιχο όφελος του Μ. Φ. τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις ψευδείς παραστάσεις - διαβεβαιώσεις του Α. Κ., αφού χωρίς αυτές ο μηνυτής δεν θα προέβαινε στον δανεισμό του Μ. Φ.. Καταφάσκεται εν όψει των ανωτέρω η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως της κακουργηματικής απάτης εις βάρος του μηνυτή για τον Α. Κ. και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή για τον Μ. Φ., όχι, όμως, συμφώνως προς τα ανωτέρω, υπό μορφή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, διότι πρόκειται για τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις - διαβεβαιώσεις και επομένως τελείται μία μόνον πράξη απάτης.
Συνεπώς πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις αυτές, να τους αναγνωρισθούν, όμως, οι ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες τους είχαν αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, στον Μ. Φ. ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη και στον Α. Κ. ότι έως τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, επί λέξει, του ότι: "Στην Αθήνα κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο 2004 ενεργώντας με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, σε πράξεις, από τις οποίες η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και σε μη επακριβώς εξακριβωθείσες ημερομηνίες του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στον Α. Π., ότι ο Μ. Φ. ετύγχανε φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας, με ανάπτυξη 3-4 εταιριών, όλων φερέγγυων και με μεγάλο κύκλο εργασιών και κερδών, καθώς και με μεγάλη προσωπική ακίνητη περιουσία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ενώ η αλήθεια, την οποία εγνώριζε ο Α. Κ., ήταν ότι ο Μ. Φ. ούτε φερέγγυος ήταν, ούτε οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας, ούτε είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι θα είχε πλήρη αδυναμία επιστροφής των ποσών, τα οποία θα εδανείζετο. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις ο Α. Κ. έπεισε τον Α. Π. να καταβάλει στον Μ. Φ. στις 27-5-2004 το ποσόν των 50.000 ευρώ ως δάνειο επιστρεπτέο έως τις 15-10-2004, έλαβε δε ο Α. Π. από τον τελευταίο προς εξασφάλιση την υπ' αριθμόν ... ισόποση επιταγή της Τραπέζης ..." εκδόσεως της εταιρίας "..." πληρωτέα στις 15-10-2004. Μετά από λίγες ημέρες ο Α. Κ. έπεισε με τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις τον Α. Π. να καταβάλει στον Μ. Φ. επί πλέον ποσόν 80.000 ευρώ. Ο Α. Π. πράγματι κατέβαλε στις 7-6-2006 στον Μ. Φ. το ποσόν αυτό ως δάνειο επιστρεπτέο έως τις 27-9-2004 και έλαβε από αυτόν προς εξασφάλιση την υπ' αριθμόν ... ισόποση επιταγή της Τραπέζης ... εκδόσεως της εταιρίας "... - Μ. Φ. και Σία Ε.Π.Ε.". Επίσης στις 15 Ιουνίου 2004 πειθόμενος από τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις από τον Α. Κ. κατέβαλε στον Μ. Φ. το ποσόν των 15.000 ευρώ ως δάνειο επιστρεπτέο έως τις 15-10-2004, έλαβε δε από αυτόν προς εξασφάλιση την υπ' αριθμόν ... ισόποση επιταγή της Τραπέζης ..." εκδόσεως της εταιρίας "..." πληρωτέα στις 15-10-2004. Ο Μ. Φ., όμως, δεν επέστρεψε το ποσόν του δανείου, οι δε επιταγές σφραγίσθηκαν ως ακάλυπτες, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να ωφεληθεί αυτός κατά το ποσόν των 145.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του Α. Π. υπερβαίνουσα το ποσόν των 120.000 ευρώ. Η ζημία του τελευταίου και το αντίστοιχο όφελος του Μ. Φ. τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις ψευδείς παραστάσεις - διαβεβαιώσεις του Α. Κ., αφού χωρίς αυτές ο Α. Π. δεν θα προέβαινε στον δανεισμό του Μ. Φ.". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν την αιτιολογία της, η τελευταία περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, από την οποία το όφελος και η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν συνολικά τα 120.000 ευρώ, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1, 79, και 386 παρ. 1 και 3 περ. β' του Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού στο πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του ως άνω εγκλήματος, δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα που αναφέρονται σε έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, περιγράφεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης την οποία διέπραξε ως φυσικός αυτουργός ο αναιρεσείων, ο οποίος εν γνώσει παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο συγκατηγορούμενός του Μ. Φ. ήταν φερέγγυο πρόσωπο και επιχειρηματίας με εύρωστη οικονομική κατάσταση, με μεγάλα κέρδη στην αγορά και σημαντική ακίνητη περιουσία στην ημεδαπή και την αλλοδαπή και ότι ακινδύνως μπορούσε αυτός να του χορηγήσει δάνειο, όπως και έπραξε, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία εκατόν σαράντα πέντε χιλιάδων (145.000) ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ποσό που χορήγησε ως δάνειο στον Μ. Φ., αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του, αιτιολογείται επαρκώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, της παραχθείσας πλάνης και της βλάβης του παθόντος εγκαλούντος και αναφέρεται ειδικώς ότι από τη συμπεριφορά στην οποία παρακινήθηκε ο πλανηθείς εγκαλών επήλθε άμεσα η περιουσιακή του μεταβολή, χωρίς να προκύπτει ότι μεταξύ αυτής της περιουσιακής μεταβολής και της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου παρεμβλήθηκε αυτόνομη, περαιτέρω πράξη, άλλου προσώπου που να αναιρεί τον ανωτέρω χαρακτήρα της άμεσης βλάβης και, ακόμη, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς την παραδοχή του χρόνου τελέσεως, η οποία μάλιστα να επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή την παραγραφή της, αφού ως χρόνος τελέσεως προσδιορίζεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως το χρονικό διάστημα Μαϊου 2004 - Ιουνίου 2004, στο οποίο αναφέρεται ότι έλαβαν χώρα οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και, όπως προαναφέρθηκε, χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος, ο δε τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος, είναι αδιάφορος. Επομένως, ενόψει τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση και περί εκ πλαγίου εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ. 1 και 386 παρ. 1 και 3 περ. β του Π.Κ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων και με τις οποίες, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αμφισβητείται η ουσία των ως άνω παραδοχών του Δικαστηρίου και πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού οι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμοι και δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-7-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Α. Κ. του ..., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-7-2015, για αναίρεση της 3058/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος ο Αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή