Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1581 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Τοκογλυφία, Προανακριτικη ανώμοτη κατάθεση.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στοιχεία εγκλήματος. Επιτρεπτώς το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αφού αυτό περιέχει με πληρότητα περιστατικά που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠΔ, επιτρέπεται η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιολόγηση και της καταθέσεως που έχει δώσει ο εγκαλούμενος για την τέλεση κάποιας αξιόποινης πράξεως κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, πριν ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη, πριν, δηλαδή, λάβει αυτός την ιδιότητα του κατηγορουμένου, εφόσον, όμως, αυτή έγινε ανωμοτί και αυτός δεν στερήθηκε του δικαιώματός του να παρασταθεί με συνήγορο.




Αριθμός 1581/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2013με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Κ. Τ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σταυρούλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1234-1235/2013. αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Α. του Α., κάτοικο ... που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1153/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α και β, 1 και 3 του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/1999, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η εκ μέρους του δράστη (δανειστή) συνομολόγηση ή λήψη για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου. Στην περίπτωση αυτή, η τοκογλυφία προϋποθέτει τη σύναψη συμβάσεως δανείου (άρθρο 806 επ. ΑΚ) και όχι δικαιοπραξίας άλλης μορφής. Βασικός όρος του αξιοποίνου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογεί ή λαμβάνει ο δράστης να υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, οι οποίοι είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους, τελούν δε σε αληθινή πραγματική συρροή, και ειδικότερα, αφενός μεν με τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφετέρου δε με την επιδίωξη εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν συνομολογηθεί. "Συνομολόγηση" είναι η αποτύπωση της συμφωνίας μεταξύ λήπτη και δανειστή για παροχή από τον πρώτο τοκογλυφικών ωφελημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης δανείου. Ως "λήψη" τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιόγραφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νόμιμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη εισπράξεως. Η συγκεκριμένη μορφή του εγκλήματος της τοκογλυφίας θεωρείται τετελεσμένη και μόνο με τη "συνομολόγηση" της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα τόσο κατά την αρχική σύναψη, όσο και κατά τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμπεριλαμβάνονται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ως ενιαίο σύνολο στο οριστικό κεφάλαιο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τον χαρακτηρισμό της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1234 - 1235/2013 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα τοκογλυφίας κατ` εξακολούθηση, κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του Α. Α., με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα εξής: Το φθινόπωρο του έτους 1997, ο εγκαλών, που ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστή, άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και μέσω ενός γνωστού του από τον επαγγελματικό χώρο, του Π. Φ., γνώρισε τον κατηγορούμενο, που ήταν συνταξιούχος, ο οποίος προσφέρθηκε να του δανείσει χρήματα, με μηνιαίο επιτόκιο 6% και ετήσιο 72%. Ο εγκαλών, πιεζόμενος από τα οικονομικά του προβλήματα, δέχθηκε τη προσφορά του κατηγορουμένου και άρχισε, από το μήνα Οκτώβριο του 1997, να δανείζεται από αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά, με το παραπάνω επιτόκιο, δίνοντας στον κατηγορούμενο επιταγές πελατών του, τις οποίες ο τελευταίος προεξοφλούσε, παίρνοντας τόκο, που υπολογιζόταν στο ανωτέρω ποσοστό μηνιαίως και υπερέβαινε κατά πολύ το νόμιμο ποσοστό τόκου. Τον Ιούλιο του έτους 1998 η ασφαλιστική εταιρεία ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΓΑ, με την οποία συνεργαζόταν ο εγκαλών, προχώρησε σε καταγγελία της συμβάσεώς τους και εξαιτίας της οφειλής του εγκαλούντα προς εκείνην ύψους 14.300.000 δραχμών κατάσχεσε ένα ακίνητο του εγκαλούντα στη …. Για να μπορέσει τότε ο εγκαλών να εξοφλήσει την οφειλή του προς την ασφαλιστική εταιρεία και να μην εκποιηθεί το κατασχεθέν ακίνητό του, άρχισε να δανείζεται συστηματικά από τον κατηγορούμενο διάφορα χρηματικά ποσά, με τη συμφωνία να του επιστρέψει ένα έκαστο εκ των δανείων μετά ένα μήνα με το προαναφερθέν επιτόκιο - 6% μηνιαίως (72% ετησίως). Ως εγγύηση για την επιστροφή κάθε δανείου, ο δανειολήπτης εγκαλών παρέδιδε στον κατηγορούμενο "μεταχρονολογημένες" επιταγές (μηνιαίας προθεσμίας) του ίδιου ή της θυγατέρας του Α. Α., τις οποίες, προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου, οπισθογραφούσε ο ίδιος (ο εγκαλών δανειολήπτης) και η άλλη θυγατέρα του Σ. Α. Έτσι, αφού προεισέπραττε ο κατηγορούμενος τους τόκους, κατέβαλε στον εγκαλούντα το υπόλοιπο του κεφαλαίου (μετά την αφαίρεση των τόκων) και μετά ένα μήνα εισέπραττε το προϊόν των παραδοθέντων σε εκείνον (κατηγορούμενο) επιταγών. Κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από την 30-7-1999 έως την 5-11-1999, δάνεισε στον εγκαλούντα τα εξής χρηματικά ποσά, συνομολογώντας και παίρνοντας για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ το νόμιμο ποσοστό του και ειδικότερα: 1) την 30.7.1999, ο κατηγορούμενος παρείχε στον εγκαλούντα δάνειο χρηματικού ύψους 940.000 δραχμών ή 2.758,62 Ευρώ, το οποίο ο δανειολήπτης θα έπρεπε να του επιστρέψει μετά την πάροδο μηνός και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του παραπάνω (δανειζόμενου), συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του, ως τόκο για το χρονικό διάστημα του ενός μηνός, το ποσό των 60.000 δραχμών ή 176,08 Ευρώ, ήτοι με επιτόκιο 6% μηνιαίως ή 72% ετησίως, που προφανώς είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, που την εποχή εκείνη ανερχόταν σε 21% ετησίως. Το ποσό αυτό παρακράτησε ο κατηγορούμενος, υποχρεώνοντας τον δανειζόμενο-εγκαλούντα, προκειμένου να παραλάβει τις 940.000 δραχμές, να του παραδώσει την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, εκδόσεως του (εγκαλούντα Α. Α.), εις διαταγήν του ίδιου, ποσού 1.000.000 δραχμών ή 2.934,70 Ευρώ, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού του εγκαλούντα, με (μεταχρονολογημένη) ημερομηνία εκδόσεως την 30.8.1999, που ήταν η συμφωνηθείσα ημερομηνία αποδόσεως του δανείου, με τους κατά τα ανωτέρω τοκογλυφικούς τόκους, και τόπο εκδόσεως την .., οπισθογραφημένη από τον εγκαλούντα και την θυγατέρα του Σ. Α., 2) την 6.9.1999, ο κατηγορούμενος παρείχε στον εγκαλούντα, δάνειο χρηματικού ύψους 940.000 δραχμών ή 2.758,62 Ευρώ, το οποίο ο δανειολήπτης θα έπρεπε να του επιστρέψει μετά την πάροδο μηνός και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του παραπάνω (δανειζόμενου), συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του, ως τόκο για το χρονικό διάστημα του ενός μηνός, το ποσό των 60.000 δραχμών ή 176,08 Ευρώ, ήτοι με επιτόκιο 6% μηνιαίως ή 72% ετησίως, που προφανώς είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, που την εποχή εκείνη ανερχόταν σε 21 % ετησίως. Το ποσό αυτό παρακράτησε ο κατηγορούμενος, υποχρεώνοντας τον δανειζόμενο-εγκαλούντα, προκειμένου να παραλάβει τις 940.000 δραχμές, να του παραδώσει ανεξακρίβωτου από την κύρια ανάκριση αριθμού επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 1.000.000 δραχμών ή 2.934,70 Ευρώ, εκδόσεως του εγκαλούντα, με (μεταχρονολογημένη) ημερομηνία εκδόσεως την 6.10.1999, 3) την 20.9.1999, ο κατηγορούμενος παρείχε στον εγκαλούντα δάνειο χρηματικού ύψους 940.000 δραχμών ή 2.758,62 Ευρώ, το οποίο ο δανειολήπτης θα έπρεπε να του επιστρέψει μετά την πάροδο μηνός και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του παραπάνω (δανειζόμενου), συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του, ως τόκο για το χρονικό διάστημα του ενός μηνός, το ποσό των 60.000 δραχμών ή 176,08 Ευρώ, ήτοι με επιτόκιο 6% μηνιαίως ή 72% ετησίως, που προφανώς είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, που την εποχή εκείνη ανερχόταν σε 21% ετησίως. Το ποσό αυτό παρακράτησε ο κατηγορούμενος, υποχρεώνοντας τον δανειζόμενο-εγκαλούντα, προκειμένου να παραλάβει τις 940.000 δραχμές, να του παραδώσει την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, εκδόσεως του (εγκαλούντα Α. Α.), εις διαταγήν του ίδιου, ποσού 1.000.000 δραχμών, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού του εγκαλούντα, με (μεταχρονολογημένη) ημερομηνία εκδόσεως την 20.10.1999, που ήταν η συμφωνηθείσα ημερομηνία αποδόσεως του δανείου, με τους κατά τα ανωτέρω τοκογλυφικούς τόκους, και τόπο εκδόσεως την .., οπισθογραφημένη από τον εγκαλούντα και την θυγατέρα του Σ. Α., 4) την 30.9.1999, ο κατηγορούμενος παρείχε στον εγκαλούντα δάνειο χρηματικού ύψους 3.290.000 δραχμών ή 9.655,17 ευρώ, το οποίο ο δανειολήπτης θα έπρεπε να του επιστρέψει μετά την πάροδο μηνός και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του παραπάνω (δανειζόμενου),συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του, ως τόκο για το χρονικό διάστημα του ενός μηνός, το ποσό των 210.000 δραχμών ή 616,29 Ευρώ, ήτοι με επιτόκιο 6% μηνιαίως ή 72% ετησίως, που προφανώς είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, που την εποχή εκείνη ανερχόταν σε 21% ετησίως. Το ποσό αυτό παρακράτησε ο κατηγορούμενος, υποχρεώνοντας τον δανειζόμενο-εγκαλούντα, προκειμένου να παραλάβει τα 3.290.000 δραχμές, να του παραδώσει την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, εκδόσεως της θυγατέρας του εγκαλούντα Α. Α., εις διαταγήν του εγκαλούντα, ποσού 3.500.000 δραχμών, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού εκείνης (Α. Α.), με (μεταχρονολογημένη) ημερομηνία εκδόσεως την 30.10.1999, που ήταν η συμφωνηθείσα ημερομηνία αποδόσεως του δανείου, με τους κατά τα ανωτέρω τοκογλυφικούς τόκους, και τόπο εκδόσεως την Θεσσαλονίκη, οπισθογραφημένη από τον εγκαλούντα και την άλλη θυγατέρα του Σ. Α., 5) την 30.10.1999, ο κατηγορούμενος παρείχε στον εγκαλούντα δάνειο χρηματικού ύψους 940.000 δραχμών ή 2.758,62 Ευρώ, το οποίο ο δανειολήπτης θα έπρεπε να του επιστρέψει μετά την πάροδο μηνός και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του παραπάνω (δανειζόμενου), συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του, ως τόκο για το χρονικό διάστημα του ενός μηνός, το ποσό των 60.000 δραχμών ή 176,08 Ευρώ, ήτοι με επιτόκιο 6% μηνιαίως ή 72% ετησίως, που προφανώς είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, που την εποχή εκείνη ανερχόταν σε 21 % ετησίως. Το ποσό αυτό παρακράτησε ο κατηγορούμενος, υποχρεώνοντας τον δανειζόμενο εγκαλούντα, προκειμένου να παραλάβει τις 940.000 δραχμές να του παραδώσει την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, εκδόσεως του (εγκαλούντα Α. Α.), εις διαταγήν του ίδιου, ποσού 1.000.000 δραχμών, σε χρέωση του υπ' αριθμ... λογαριασμού του εγκαλούντα, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.11.1999, που ήταν η συμφωνηθείσα ημερομηνία αποδόσεως του δανείου, με τους κατά τα ανωτέρω τοκογλυφικούς τόκους, και τόπο εκδόσεως την .., οπισθογραφημένη από τον εγκαλούντα και την θυγατέρα του Σ. Α. και 6) την 5.11.1999, ο κατηγορούμενος παρείχε στον εγκαλούντα, δάνειο χρηματικού ύψους 940.000 δραχμών ή 2.758,62 Ευρώ, το οποίο ο δανειολήπτης θα έπρεπε να του επιστρέψει μετά την πάροδο μηνός και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του παραπάνω (δανειζόμενου), συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του, ως τόκο για το χρονικό διάστημα του ενός μηνός, το ποσό των 60.000 δραχμών ή 176,08 Ευρώ, ήτοι με επιτόκιο 6% μηνιαίως, ή 72% ετησίως, που προφανώς είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, που την εποχή εκείνη ανερχόταν σε 21% ετησίως. Το ποσό αυτό παρακράτησε ο κατηγορούμενος, υποχρεώνοντας τον δανειζόμενο-εγκαλούντα, προκειμένου να παραλάβει τις 940.000 δραχμές, να του παραδώσει την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, εκδόσεως του (εγκαλούντα Α. Α.), εις διαταγήν του ίδιου, ποσού 1.000.000 δραχμών, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού του εγκαλούντα, με (μεταχρονολογημένη) ημερομηνία εκδόσεως την 5.12.1999, που ήταν η συμφωνηθείσα ημερομηνία αποδόσεως του δανείου, με τους κατά τα ανωτέρω τοκογλυφικούς τόκους και τόπο εκδόσεως την . .., οπισθογραφημένη από τον εγκαλούντα και την θυγατέρα του Σ. Α. Έτσι, ο κατηγορούμενος, κατά την παροχή των ανωτέρω δανείων, συνολικού ύψους 7.990.000 δραχμών ή 23. 448,28 Ευρώ, προς τον εγκαλούντα, συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του, ως τόκους, για χρονικό διάστημα ενός μηνός, το χρηματικό ποσό των 510.000 δραχμών ή 1.496,70 Ευρώ, που αντιστοιχεί στο 6% μηνιαίως ή 72% ετησίως του δανειζομένου κεφαλαίου, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του ωφελήματα - τόκους που υπερβαίνουν κατά πολύ το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, αφού σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ΠΣΝΠ 12/12.1.1999 για το χρονικό διάστημα από 14.1.1999 έως 16.1.2000, ο τόκος υπερημερίας, καθώς και ο αντίστοιχος δικαιοπρακτικός, ήταν 21% ετησίως, και με αυτό τον τρόπο, ο κατηγορούμενος εισέπραξε για τα ανωτέρω δάνεια συνολικό χρηματικό ποσό 8.500.000 δραχμών ή 24.994,97 Ευρώ. Διέπραξε δε την ανωτέρω πράξη ο κατηγορούμενος, κατά τα προαναφερθέντα, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι η ανωτέρω περιγραφείσα συστηματική τοκογλυφική δραστηριότητά του, καταδεικνύει ότι ενήργησε επανειλημμένα τοκογλυφικές πράξεις με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα, ενώ επιπλέον από την κατ' επανάληψη τέλεση αυτού του εγκλήματος συνάγεται ευχερώς το συμπέρασμα ότι αυτός έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ενόψει αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της τοκογλυφίας κατ` εξακολούθηση, κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 402 παρ. 2 και 3 και 13 στ του ΠΚ. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί μεν επανάληψη του διατακτικού της (το οποίο ταυτίζεται με το κατηγορητήριο), η επανάληψη, όμως, αυτή αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το διατακτικό περιέχει με πληρότητα περιστατικά, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. β) Δεν ήταν αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (και ιδία των αναφερομένων στον πίνακα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν με αύξ. αριθ. 6, 7, 14 και 21) μεταξύ τους ούτε ήταν απαραίτητη η μνεία αυτών στο σκεπτικό, αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους. γ) Από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι δάνεισε τον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 12.500.000 δραχμών και ότι τα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό αποτελούν επιστροφή του δανείου. Πάντως, ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής και το Δικαστήριο δεν θα είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Η εμπεριεχόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (καταθέσεως πολιτικώς ενάγοντος, λοιπών μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων), ότι, δηλαδή, από αυτά δεν προκύπτουν τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "1. φωτοτυπία σελίδας διαταγής πληρωμής της Eurobank και Τράπεζας Εργασίας, 2. Φωτοτυπία διαταγής πληρωμών της Τράπεζας Εργασίας, 3. Φωτοτυπία διαταγής πληρωμών της Τράπεζας Εργασίας, 4. Φωτοτυπία διαταγής πληρωμών της Τράπεζας Εργασίας, 5. Κατάσταση έντεκα (11) επιταγών ". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών (ημερομηνία εκδόσεως, αριθμός, ποσό επιταγών, κ.λπ.), αφού, με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Πενταμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και η, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, αιτίαση, η οποία περιέχεται στον ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την οποία υποστηρίζεται αφενός ότι δεν είχαν προσκομισθεί διαταγές πληρωμής οποιουδήποτε Δικαστηρίου, ότι, δηλαδή, φέρονται ως αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν, και αφετέρου ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των έντεκα επιταγών, είναι αβάσιμη, τοσούτω μάλλον, καθόσον, όσον αφορά τις διαταγές πληρωμής, ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι ζήτησε τη σχετική διόρθωση των πρακτικών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 105 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, "όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 του ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) οριζόταν ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 του ΚΠοινΔ με τον παραπάνω ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται η μαρτυροποίησή του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠοινΔ δεν απάγγελε ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου, των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του ΚΠοινΔ δημιουργούσε απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. β' του ΚΠοινΔ, διότι αφορούσε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ. ΑΠ 1/2004). Πλην, με το άρθρο 2 του ν. 3160/2003, ο οποίος καταλαμβάνει και τον κρίσιμο χρόνο (21.1.2004), αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 31 του ΚΠοινΔ και ορίσθηκε ότι: "Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της μήνυσης ή της έγκλησης. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για την πράξη που αφορά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώματά του. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του". Μετά, δηλαδή, την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, επιτρέπεται η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιολόγηση και της καταθέσεως που έχει δώσει ο εγκαλούμενος για την τέλεση κάποιας αξιόποινης πράξεως κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, πριν ασκηθεί κατ` αυτού ποινική δίωξη, πριν, δηλαδή, λάβει αυτός την ιδιότητα του κατηγορουμένου, εφόσον, όμως, αυτή έγινε ανωμοτί και ο εγκαλούμενος δεν στερήθηκε του δικαιώματός του να παρασταθεί με συνήγορο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στον κατάλογο των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνεται, με αύξ. αριθ. 9, φωτοαντίγραφο της από 21-1-04 ανωμοτί εξέτασης του Κ. Τ., ενώπιον της Πταισματοδίκη του Γ' Τμήματος Θεσσαλονίκης Ζωής Μακρυγιάννη. Η κατάθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε από το Πενταμελές Εφετείο, προκειμένου αυτό να μορφώσει την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου. Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η ως άνω χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσείοντος ναι μεν δόθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε σε βάρος του και πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, πλην αυτός δεν στερήθηκε κανενός υπερασπιστικού του δικαιώματος, αφού, όπως ρητά αναφέρεται στην εν λόγω κατάθεση, η Πταισματοδίκης τον ενημέρωσε για την πράξη, την οποία αφορούσε η προκαταρκτική εξέταση, και για τα δικαιώματά του, κατ` άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2013, δηλαδή να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της μηνύσεως, να παρίσταται, εφόσον επιθυμεί, με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι 48 ώρες για την παροχή τους. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς λήφθηκε από το Δικαστήριο υπόψη και η κατάθεση αυτή και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνισταμένη στο ότι λήφθηκε υπόψη η παραπάνω κατάθεση, η οποία είχε δοθεί πριν ο αναιρεσείων αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. εκθ. 25/27 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Κ. Τ. του Ε., για αναίρεση της 1234-1235/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή