Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2 / 1999    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορούμενος, Προανακριτικη ανώμοτη κατάθεση.




Περίληψη:
Η ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης κατάθεσης που έδωσε κατά την προανάκριση, επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ.β και 105 παρ.2 εδ.β ΚΠοινΔ ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης κατάθεσης που έδωσε κατά την προανάκριση, εφόσον έλαβε χώρα στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία μετά την θέση σε ισχύ του ν. 2408/1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Αναιρούνται λόγω απόλυτης ακυρότητας οι προσβαλλόμενες αποφάσεις με τις οποίες, αφού απερρίφθη το αίτημα των κατηγορουμένων για μη ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση των ανωμοτί καταθέσεών τους ενώπιον αστυνομικών ανακριτικών υπαλλήλων κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση, προ της θέσεως σε ισχύ του ν. 2408/1996, το δικαστήριο αξιολόγησε τις καταθέσεις αυτές και κατέληξε στην περί ενοχής κρίση των κατηγορουμένων. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας, η ως άνω κατάθεση διατηρεί δυνάμει του άρθρου 596 παρ.1 εδ.β ΚΠοινΔ το κύρος της και μετά την αντικατάσταση του άρθρου 105 ΚΠοινΔ, επιτρέπεται δε η αποδεικτική αξιολόγησή της, έστω και αν η διαδικασία λαμβάνει χώρα μετά την 4-6-1996, αφού το άρθρο 105 ΚΠοινΔ δεν απαγγέλλει ακυρότητα και της εξέτασης που κατά παράβασή του έγινε πριν από την έναρξη ισχύος του( Ολομ.ΑΠ 2/1999 Ποιν.Χρον.ΜΘ. 810). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 2/1999

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ (ΠΛΗΡΗ)(ΠΟΙΝΙΚΗ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Βελλή, Προεδρεύοντα-Αντιπρόεδρο (κωλυομένου του Προέδρου), Πολύβιο Μαντζιάρα, Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Κωνσταντίνο Λυμπερόπουλο και Αναστάσιο Καραγεώργη, Αντιπροέδρους, Ιωάννη Μυγιάκη, Γεώργιο Βρέττα, Γεώργιο Κρασσά, Αριστείδη Κρομμύδα, Κωνσταντίνο Κωστήρη-Εισηγητή, Ηλία Βλάσση, Πέτρο Κακκαλή, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Γεώργιο Κάπο, Κωνσταντίνο Τσαμαδό, Παύλο Μεϊδάνη, Γεώργιο Ρήγο, Αρχοντή Ντόβα, Δημήτριο Βούρβαχη, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Στυλιανό Μοσχολέα, Χρήστο Παληοκώστα, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Δημήτριο Ζέρβα, Δαμιανό Παπαθανάση, Δημήτριο Σουλτανιά, Δημήτριο Λινό, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Λουκά Λυμπερόπουλο, Λέανδρο Ρακιντζή, Θεόδωρο Μπάκα, Γεράσιμο Φρούντζο, Θεόδωρο Παπαγιαννάκη, Γεώργιο Παπαδημητρίου, Νικόλαο Γεωργίλη, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Στυλιανό Πατεράκη, Ανδρέα Μοσχανδρέου, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη και Δημήτριο Παπαμήτσο, Αρεοπαγίτες (γιατί κωλύονται οι λοιποί αρεοπαγίτες).
Με την παρουσία και του Εισαγγελέως Παναγιώτη Δημόπουλου και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 21 Οκτωβρίου 1999, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων : 1) Χ2 και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουνέλη, 2) Χ3 κατοίκου στη ζωή ...., 3) Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Πατρών, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγότζα και 4) Χ4, κατοίκου στη ζωή ......, για αναίρεση των 305-307α, 318-320, 333, 333α και 334-340/1997 αποφάσεων του Β' Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ....., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγοντες τους : 1) ΕΛΤΑ, νομίμως εκπροσωπούμενα, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Βασιλική Δημητρίου, 2) "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", νομίμως εκπροσωπούμενη, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 3) ....., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Β' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με τις υπ' αριθμ. 305, 306, 307, 307α, 318, 319, 320, 333, 333α, 334, 335, 336, 337, 338, 339, 340/1997 αποφάσεις του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτές.
Και οι αναιρεσείοντες ζητάνε τώρα την αναίρεση των αποφάσεων αυτών για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Φεβρουαρίου 1998, 11 Ιουλίου 1997, 5 Φεβρουαρίου 1998 και 17 Φεβρουαρίου 1998 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 397/1998.
Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 523/1999 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα που πρότεινε να αναιρεθούν οι προκείμενες αποφάσεις.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ με την 523/1999 ομόφωνη απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (κυρ. ν. 1756/1988), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, οι υπό στοιχ. 2 Α', Β' και Γ' λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 (που κρίθηκαν ως αυτεπαγγέλτως εξεταστέοι, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, και για τον άλλο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ...), κατά των με αριθ. 305-307α, 318-320, 333, 333α' και 334-340/1997 αποφάσεων του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, διότι κρίθηκε ότι με τους λόγους αυτούς, τίθενται ζητήματα εξαιρετικής σημασίας.
ΕΠΕΙΔΗ, με το άρθρο 2 παρ. 2 α' του ν. 2408/1996 αντικαταστάθηκε το άρθρο 105 του ΚΠΔ ως ακολούθως : "'Όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 του παρόντος , η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Κατά το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ, "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί ν' αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 ΚΠΔ με τον παραπάνω ν. 2408/96, που ισχύει από 4.6.1996, σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης ("αστυνομικής") προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. 'Ετσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησής" του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη, που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ. Η νέα αυτή διάταξη του άρθρου 105 του ΚΠΔ και η δι' αυτής θεσπιζομένη ακυρότητα, σε περίπτωση παραβάσεώς της, ως δικονομική, εφαρμόζεται σε εξέταση του υπόπτου που γίνεται στα πλαίσια αυτεπάγγελτης προανακρίσεως από την ημέρα ισχύος του νόμου 2408/1996, δηλαδή από 4.6.1996 και μετά, ενώ το κύρος μιας τέτοιας εξετάσεως που έγινε πριν από τις 4.6.1996 θα κριθεί βάσει του άρθρου 105 ΚΠΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την παραπάνω αντικατάστασή του, σύμφωνα με τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου, που αποτυπώνεται και στο άρθρο 596 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ, κατά την οποία οι πράξεις της διαδικασίας που τελέσθηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους, εφόσον έγιναν σύμφωνα με τις καταργούμενες αυτές διατάξεις. Όμως η νέα αυτή δικονομική διάταξη του άρθρου 105 ΚΠΔ κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 αυτής, που ορίζει ότι "κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31" και με την παραπομπή αυτή απαγορεύει ήδη και ρητώς την ένταξη στη δικογραφία, επιτάσσοντας την παραμονή στο αρχείο της εισαγγελίας , της έγγραφης εξετάσεως του υπόπτου, που έγινε κατά τη διάρκεια αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, έχει άμεση εφαρμογή από τον παραπάνω χρόνο της ισχύος της (4.6.1996) ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και στις εκκρεμείς δίκες, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως. Και ναι μεν η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. δεύτερο του ΚΠΔ δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της ανώμοτης καταθέσεως του υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, βλ. σχετ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου στην προσφυγή ....., Ποιν. Χρον. ΜΣΤ' 1532), καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι επιτρεπτό, να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν έχει καταθέσει επιβαρυντικά γι' αυτόν στοιχεία κατά την ανώμοτη εξέτασή του στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β' και 105 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Π.Δ ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου, της ανώμοτης καταθέσεως που έδωσε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, αν έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, μετά την 4.6.1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περιπτ. δ' του ΚΠΔ, και θεμελιώνει έτσι λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά των προσβαλλομένων αποφάσεων, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1, καθώς και οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του, ζήτησαν να μην αναγνωσθούν και αξιολογηθούν αποδεικτικώς οι ανώμοτες καταθέσεις τους που είχαν δώσει ενώπιον αστυνομικών ανακριτικών υπαλλήλων κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως από 31.10.1991 μέχρι 5.11.1991. Το δικαστήριο, όμως, με τις 320, 333 και 33α/1997 παρεμπίπτουσες αποφάσεις του, όπως από αυτές προκύπτει, απέρριψε το αίτημα αυτό και προχώρησε στην ανάγνωση περικοπών από τις ανώμοτες καταθέσεις, που είχαν δώσει ενώπιον των ως άνω ανακριτικών υπαλλήλων, κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ3 και Χ4, στη συνέχεια δε, αξιολογώντας και τις καταθέσεις αυτές, κατέληξε στην περί ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 απόφασή του. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο σχετικός υπό στοιχείο 2Α' λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον 'Αρειο Πάγο και για τον επίσης αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2, σύμφωνα με το άρθρο 511 ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι αναγνώσθηκαν και αξιολογήθηκαν, παρά και τη σχετική εναντίωσή τους, ανώμοτες καταθέσεις των πιο πάνω κατηγορουμένων που είχαν ληφθεί κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 105 παρ. 2 εδ. β' και 31 παρ. 2 εδ. β' ΚΠΔ, που έχουν τεθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου (άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 510 παρ. 1Α'.ΚΠΔ). Ακολούθως, αφού αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, πρέπει η δίκη να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση, ως προς τους αναιρεσείοντες παραπάνω κατηγορουμένους, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μειοψήφησε, όμως, το μέλος του Δικαστηρίου αρεοπαγίτης Γρηγόριος Φιλιππάτος, ο οποίος έχει την ακόλουθη γνώμη : Κατά το άρθρο 105 ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α' του ν. 2408/1996, "στις περιπτώσεις αυτόφωρου εγκλήματος, για το οποίο ενεργείται προανάκριση χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος μπορεί να στερηθεί τα παραπάνω δικαιώματα (δηλαδή τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 100 παρ. 1, 2 και 4, 101, 102 και 103 του ίδιου Κώδικα), εκτός από το δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, αν κατά την κρίση εκείνου που ενεργεί την προανάκριση βλάπτεται από την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών το έργο της ανάκρισης για την ανακάλυψη της αλήθειας". Ακόμη, κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 του ίδιου Κώδικα "αν από την αναβολή απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα τότε όλοι οι κατά το άρθρο 33 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα …". Η δικαιολογητική βάση της πρώτης διατάξεως (του άρθρου 105) πήγαζε από την ίδια τη φύση της ενεργούμενης προανακρίσεως, η οποία σκοπό έχει την αναζήτηση των πρώτων ιχνών του εγκλήματος και έχει ανάγκη να μείνει απερίσπαστη στο έργο της προς ανακάλυψη της αλήθειας, ενώ η δεύτερη διάταξη (της παρ. 2 του άρθρου 243) αποσκοπεί στη διασφάλιση των αποδείξεων. 'Ετσι μέχρι την, κατά τα πιο πάνω, αντικατάσταση του άρθρου 105 ΚΠΔ δεν δημιουργούνταν ακυρότητα της εξετάσεως (ανώμοτης ή και ένορκης) κάποιου προσώπου κατά τη διενέργεια αυτεπάγγελτης προανακρίσεως από το ότι το πρόσωπο αυτό μεταγενεστέρως, με την άσκηση εναντίον του ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα, απέκτησε, κατά το άρθρο 72 ΚΠΔ, την ιδιότητα του κατηγορουμένου, η κατάθεση δε αυτή, που είχε δοθεί στην προανάκριση, μπορούσε επιτρεπτώς να αξιολογηθεί μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς έτσι να παραβιάζονται οι διατάξεις ούτε του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, λαμβανομένου υπόψη ότι η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ, που ορίζει ότι "αν έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας", δεν είχε, σε κάθε περίπτωση, εδώ εφαρμογή, αφού αφορά μόνο έγγραφες καταθέσεις υπόπτων προσώπων που εξετάστηκαν κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, η ύπαρξη των οποίων άλλωστε στη δικογραφία και η λήψη τους υπόψη δεν δημιουργούσε ακυρότητα, εφόσον δεν απαγγελλόταν τέτοια ούτε από την εν λόγω διάταξη αλλ' ούτε και από κάποια άλλη διάταξη. Η παραπάνω όμως κατάθεση που δόθηκε κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση διατηρεί το κύρος της και μετά την προαναφερόμενη αντικατάσταση του άρθρου 105 ΚΠΔ, σύμφωνα με τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου, που καθιερώθηκε για να μη αχρηστεύεται το συλλεγέν, πολύτιμο πολλές φορές, αποδεικτικό υλικό και που αποτυπώνεται και στο άρθρο 596 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, κατά την οποία οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους, εφόσον βεβαίως έγιναν σύμφωνα με τις καταργούμενες αυτές διατάξεις. Επιτρέπεται δε να αξιολογηθεί μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, έστω και αν η διαδικασία στο ακροατήριο λαμβάνει χώρα μετά την 4.6.1996, χρόνο ενάρξεως της ισχύος της νέας διατάξεως του άρθρου 105 ΚΠΔ, αφού το εν λόγω άρθρο , όπως από αυτό προκύπτει, δεν απαγγέλλει ακυρότητα και της εξετάσεως που κατά παράβασή του είχε γίνει πριν από την έναρξη της ισχύος του. Επομένως επιτρεπτώς το Β' Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη τις παραπάνω αναγνωσθείσες περικοπές από τις ανώμοτες καταθέσεις , που είχαν δοθεί ενώπιον αστυνομικών ανακριτικών υπαλλήλων, κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως από 31.10.1991 μέχρι 5.11.1991 οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ3 και Χ4 και γι' αυτό έπρεπε ο προαναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπό στοιχεία 2Α' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, που παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑΝΑΙΡΕΙ τις με αριθ. 305-307α, 318-320, 333, 333α και 334-340/1997 αποφάσεις του Β' Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών,ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ τη δίκη για νέα συζήτηση, ως προς τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 1999 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 9 Δεκεμβρίου 1999.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή