Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1765 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Παράβαση καθήκοντος, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Παράβαση καθήκοντος. Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, που δίκασε κατ' έφεση, με λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, διότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο διέλαβε ασαφή σε αυτή αιτιολογία, που καθιστά δυσχερή τον αναιρετικό έλεγχο και αναιρετέα την απόφαση για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο, ο οποίος κρίνεται βάσιμος. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 1765/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 1544/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 10/16 Μαρτίου 2010 έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 375/2010.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έλλειψη δε μίας τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και αν μνημόνευσε στην αρχή του σκεπτικού της εντελώς τυπικά κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρήσει ακολούθως στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων και μόνον ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζόμενων αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίζει αποκλειστικά την κρίση του, παραλείποντας έτσι κατά τα λοιπά την επιβαλλόμενη από τα άρθρο 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων και πολύ περισσότερο όταν το δικαστήριο αγνόησε εντελώς κάποιο αποδεικτικό μέσο. Προκειμένου δε για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας συντρέχει και όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την, από 16 Μαρτίου 2010, ενώπιον της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, αίτησή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 10/2010 έκθεσή του, δήλωσε ότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 1544/2009 απόφαση του, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ την 19-2-2010, ως τούτο προκύπτει από τη βεβαίωση της γραμματέα επί του επικυρωμένου φωτοαντιγράφου αυτής, εκήρυξε αθώο τον Χ, για παράβαση καθήκοντος. Και ότι κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκεί αίτηση αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τους εκτιθέμενους στην αίτησή του λόγους. Αυτή (αίτηση), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρ. 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφελεία ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρ. 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρ. 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση, των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρ. 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρ. 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1544/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, ο κατηγορούμενος Χ, κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος, που φέρεται ότι τέλεσε με την ιδιότητα του υπαλλήλου και δή, του Δασάρχη .... Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Σε δημόσια δασική έκταση στη θέση ... του νησιού του ... και σε τμήμα αυτής που αποτελεί διανοιγμένη-ακάλυπτη από βλάστηση- αντιπυρική ζώνη έχει εγκατασταθεί από το έτος 1992 σταθμός βάσης κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας "Panafon- vodafone ΑΕ", αποτελούμενος από σταθερή δομική κατασκευή. Η εγκατάσταση αυτή έγινε νομίμως, μετά την εξασφάλιση όλων των απαιτούμενων αδειών, μεταξύ των οποίων και η από 24.10.2002 εκείνη του Υπουργείου Πολιτισμού, που χορηγήθηκε κατόπιν της προηγηθείσας από 27.8.2002 σύμφωνης γνωμάτευσης του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ). Εξάλλου με την υπαριθμό 1916 ΠΕ/9.11.2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής δόθηκε η έγκριση στην εταιρεία ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ να προβεί σε εγκατάσταση, σε αμέσως συνεχόμενη έκταση, ίδιου κατά τα παραπάνω σταθμού της εταιρείας αυτής, με τον όρο της προηγούμενης λήψης όλων των αναγκαίων αδειών. Μετά τούτο το Δασαρχείο ..., δια του κατηγορούμενου Δασάρχη του, χώρησε στην παραχώρηση εδαφικού τμήματος 500 τμ στην τελευταία αυτή (ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ), δυνάμει του από 24.2.2003 πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής, κατόπιν δε της από 9.3.2003 αίτησης της (ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ) της χορήγησε (κατηγορούμενος) την υπαριθμό ... άδεια προσωρινής εγκατάστασης αναμεταδότη κινητής τηλεφωνίας, με την τοποθέτηση - εναπόθεση (επί του εδάφους της παραχωρηθείσας έκτασης) πρόχειρης μετακινούμενης κατασκευής. Πράγματι κατά τον ίδιο μήνα η εν λόγω εταιρεία προέβη στην τοποθέτηση στο χώρο αυτό (ακάλυπτο τμήμα της αντιπυρικής ζώνης), πλησίον και παραπλεύρως της ήδη υπάρχουσας νόμιμης και μόνιμης εγκατάστασης (με δομικές σημειωτέο κατασκευές) της εταιρείας "Panafon-vodafone ΑΕ", δυο μεταλλικών κιβωτίων με στερεωμένη κεραία στην οροφή του ενός, χωρίς καμμιά χωματουργική εργασία, αφού η στερέωση τους έγινε με έμπηξη μεταλλικών πελμάτων στο έδαφος, η δε κεραία σταθεροποιήθηκε με συρματόσχοινα, χωρίς καμμιά εκσκαφή ή δομική κατασκευή και συνακόλουθα χωρίς βλάβη ή αλλοίωση του περιβάλλοντος. Και ναι μεν για την απόθεση-απλή τοποθέτηση του σταθμού αυτού δεν χορηγήθηκε η απαιτούμενη άδεια από την Αρχαιολογική Υπηρεσία(η από 20.11.2003 αίτηση της εταιρείας αυτής απορρίφθηκε από την Κστ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, σύμφωνα με το υπαριθμό 334/9.1.2004 έγγραφο της), πλην όμως ο κατηγορούμενος συγγνωστά υπολάμβανε ως εντελώς τυπική τη διαδικασία αυτή και θεωρούσε βεβαία τη χορήγηση της άδειας ως εκ της "ηπιότητας" του σταθμού, ενόψει του ότι για τον εφαπτόμενο και πλέον "επαχθή-βλαπτικό" εκείνο (σταθμό) της ως άνω εταιρείας ("Panafon- vodafone") και τούτο γιατί αποτελείτο από σταθερές δομικές επί του εδάφους κατασκευές-είχε δοθεί η ως άνω νόμιμη άδεια του ΥΠΠΟ. Ανέκυψαν ως εκ τούτου αμφιβολίες γιο το δόλο του κατηγορουμένου παράβασης του υπηρεσιακού καθήκοντός του (με τη χορήγηση της ως άνω άδειας), ακόμη δε περισσότερο για το σκοπό προσπορισμού παράνομης ωφέλειας στην εν λόγω εταιρεία (Στετ Ελλάς) ή βλάβης του Κράτους (σε αρχαιολογικό του χώρο), η δυνατότητα επέλευσης πάντως της οποίας (βλάβης) ήταν και λίαν αμφίβολη, όπως τούτο καταφαίνεται από τη χορηγηθείσα παραπάνω άδεια του ΥΠΠΟ για την εγκατάσταση και λειτουργία του εφαπτόμενου σταθμού της εταιρείας Ρanafoη.
Συνεπώς πρέπει αυτός (κατηγορούμενος) να κηρυχθεί αθώος". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο και ειδικότερα του ότι: "Στον ... στις 24/02/ 2003, ο κατηγορούμενος Χ όντας υπάλληλος, παρέβη με πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει το κράτος και πιο συγκεκριμένα, στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο έχων την ιδιότητα του υπαλλήλου και δη του Δασάρχου ... επέτρεψε δια του από 24/02/2003 πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής, ως και δια της υπ' αριθμ. πρωτ. 503/ 14-03-2003 αποφάσεως του, την από μέρους της εν ... εδρεύουσας εταιρείας τηλεπικοινωνιών με την επωνυμία "ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε", τοποθέτηση εις την θέση " ..., εγκαταστάσεων κινητής τηλεφωνίας εντός δασικής εκτάσεως και πλησίον αρχαιολογικού χώρου, άνευ εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού, συμφώνως προς το άρθρον 10 παρ. 3 του Ν. 3028/2002 και άνευ τηρήσεως των όρων [παρ. ΙΙ περ. στ', παρ. ΙΙΙ] της υπ' αριθμ.πρωτ. 1916/ 2-11-2002 αποφάσεως του Γ.Γ. Περιφέρειας Αττικής, δια της οποίας παρείχετο εις την ανωτέρω τηλεπικοινωνιακή εταιρεία άδεια τοποθετήσεως εγκαταστάσεως κεραίας κινητής τηλεφωνίας, υπό τον όρο της από μέρους της εταιρείας εφοδιασμού των αδειών των λοιπών δημοσίων αρχών, επί μη κατοχής δε των αδειών αυτών η ανωτέρω άδεια θα έπαυε να ισχύει, τούτο δε το έπραξε ο κατηγορούμενος αφενός μεν δια να προσπορίσει εις την ανωτέρω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος από την διαχείριση της εν λόγω παρανόμου τοποθετηθείσας εγκαταστάσεως, αφετέρου δε δια να βλάψει το κράτος, δεδομένης της εγκαταστάσεως της πλησίον αρχαιολογικού χώρου". Με αυτά που δέχθηκε η πλειοψηφούσα γνώμη του Εφετείου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και τούτο καθόσον, ενώ κατά τις παραδοχές της στην αρχή του σκεπτικού δέχεται ότι α) η εγκατάσταση της εταιρείας "Panafon- vodafone ΑΕ" στην σ'αυτή προσδιοριζόμενη δασική έκταση έγινε νομίμως, μετά την εξασφάλιση όλων των απαιτουμένων αδειών, μεταξύ των οποίων και η από 24.10.2002 εκείνη του Υπουργείου Πολιτισμού, που χορηγήθηκε κατόπιν προηγηθείσας σύμφωνης γνωμάτευσης του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, β) ότι με την απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, δόθηκε η έγκριση στην εταιρεία STET ΕΛΛΑΣ να προβεί σε εγκατάσταση σε αμέσως συνεχόμενη έκταση, δικού της σταθμού, με τον όρο της προηγούμενης λήψης των αναγκαίων αδειών, γ) ότι δεν χορηγήθηκε η απαιτούμενη άδεια από την Αρχαιολογική Υπηρεσία αλλά απορρίφθηκε η από 20.11.2003 αίτηση στης εταιρείας αυτής από την ΚΣΤ Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, δέχεται περαιτέρω, για να καταλήξει στην κρίση ότι υπάρχουν αμφιβολίες για το δόλο του κατηγορουμένου, ότι ο κατηγορούμενος υπολάμβανε συγγνωστά ότι η διαδικασία χορήγησης άδειας ήταν εντελώς τυπική και θεωρούσε βεβαία την χορήγηση της άδειας, στηριζόμενος μόνο στο γεγονός ότι ήταν επαχθέστερη και περισσότερο βλαπτική η εγκατάσταση στο εφαπτόμενο με την έκταση για την οποία ο κατηγορούμενος με απόφασή του επέτρεψε την εγκατάσταση της ως άνω εταιρείας, στοιχείο όμως το οποίο είναι εντελώς ανεπαρκές για να θεμελιωθεί η αθωωτική κρίση της. Και τούτο καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο σκεπτικό αν για την εφαπτόμενη έκταση είχε προηγούμενα απορριφθεί αίτηση της εταιρείας "Panafon- vodafone ΑΕ", τελικά χορηγήθηκε άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού μετά από σύμφωνη γνωμοδότηση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ούτε προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα, το οποίο ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι έπρεπε να παρέλθει μετά την απόρριψη της αιτήσεως από την ΚΣΤ Εφορία για να χορηγηθεί η απαιτούμενη άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού, προκειμένου να κριθεί αν το χρονικό αυτό διάστημα ήταν όντως πολύ μικρό ώστε ν' αποκλεισθεί ο σκοπός οφέλους της εταιρείας STET ΕΛΛΑΣ από την εκμετάλλευση της εγκατάστασης της κινητής τηλεφωνίας. Οι ανωτέρω όμως ασάφειες και τα λογικά κενά στερούν την απόφαση της απαιτούμενης από το άρθρο 139 του ΚΠΔ και το άρθρο 93 του Συντάγματος ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επομένως θεμελιώνεται από την αιτία αυτή ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο μοναδικός από το όρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1544/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή