Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 268 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Σωματική βλάβη από αμέλεια, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών (τρένου). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 1. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος μηχανοδηγός παραδεκτά κλήθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα ως μάρτυρας στο ακροατήριο, για την περίπτωση που ήθελε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως δικαιούτο κατά το νόμο (άρθρα 63, 68 ΚΠΔ), επειδή είχε υποστεί σωματική βλάβη και ο ίδιος και για την πράξη αυτή σε βάρος του, πράξη για την οποία κατηγορούντο οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του και μόνο γι αυτήν εξετάσθηκε και όχι εναντίον του και μάλιστα χωρίς αντίρρησή του, δεν εξετάσθηκε δηλαδή περί των συνθηκών της συγκρούσεως των δύο αμαξοστοιχιών, ούτε περί της αποδιδόμενης σε αυτόν αμελείας για τις σωματικές βλάβες που αυτός κατηγορείτο σε βάρος άλλων τραυματισθέντων, ενώ αυτά που ως παραπάνω κατέθεσε στο Εφετείο ως μάρτυρας δεν αφορούν την ενοχή του για τις πράξεις που καταδικάστηκε. Συνεπώς δεν παραβιάστηκε η εν λόγω κατοχυρούμενη από το άρθρο 14 παρ.3 περ.ζ' του ΔΣ/ΑΠΔ και το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως και ουδεμία ακυρότητα επήλθε. 2. Από τον ΚΠΔ δεν προβλέπεται στην ποινική δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου κατάθεση στο δικαστήριο γραπτής πρότασης από τον εισαγγελέα της έδρας, ώστε να ανακύπτει αντίστοιχο δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση προς αντίκρουση αυτής, αντίθετα προβλέπεται προφορική πρόταση αυτού επί της συζητούμενης αναιρέσεως και των λόγων αυτής, n οποία και στην προκειμένη περίπτωση υποβλήθηκε στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, σε επήκοον του παρασταθέντος συνηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος αφού άκουσε την απορριπτική πρόταση επί όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεώς του, μπορούσε να αντικρούσει την απορριπτική εισαγγελική πρόταση, με τη δυνατότητα που του δόθηκε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου για υποβολή εγγράφου Υπομνήματος, μετά διήμερο, πράγμα που έπραξε, αλλά ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, είχε και κατ' άρθρο 369 παρ.2 και 515 παρ.2 ΚΠΔ, δικαίωμα δευτερολογίας, ήτοι μπορούσε να ζητήσει το λόγο από τον πρόεδρο στο ακροατήριο για να δευτερολογήσει και να αντικρούσει την εισαγγελική πρόταση, δικαίωμα που όπως προκύπτει από τα πρακτικά δεν άσκησε. Επομένως, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ούτε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 268/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο,- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάρκο Παπαζήση και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Δημάκη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1386/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Μ. Π. του Β. .
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2012 αίτησή του καθώς και στους από 28 Δεκεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 806/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, ορίζεται ότι "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ορίζεται ότι " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση σωματικής βλάβης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρ. 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1386/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος μηχανοδηγός επιβατικής αμαξοστοιχίας, κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος δύο σωματικών βλαβών από αμέλεια κατά συρροή, δύο τραυματισθέντων προσώπων, κατά τη σύγκρουση δύο αμαξοστοιχιών, και διατάραξης ασφάλειας σιδηροδρομικής συγκοινωνίας από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αυτής 1386/2012 αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων, που λεπτομερώς αναφέρονται στα ταυτάριθμα, με την παρούσα απόφαση, πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, από την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και από την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία προέκυψε και το Δικαστήριο τούτο πείσθηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι, Σ. Π. και Μ. Π., τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή, όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο μόνο σε βάρος των παθόντων, για τους οποίους δεν κηρύχθηκε, κατά τα ανωτέρω απαράδεκτη η ποινική δίωξη, καθώς και της διατάραξης ασφάλειας σιδηροδρόμων από αμέλεια, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Ειδικότερα, προέκυψε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι, στη Ροδόπολη Σερρών, στις 19.5.2005, ως μηχανοδηγοί, ο πρώτος επί των χειριστηρίων, της επιβατικής αμαξοστοιχίας 1630, η οποία εκτελούσε, κατά τον ως άνω χρόνο, το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Σέρρες, πλησιάζοντας στον σταθμό Ροδόπολης, διαπίστωσαν ότι τα φωτοσήματα εισόδου του σταθμού, από την πλευρά της Καστανούσας, ήταν σε θέση κλειστή (ερυθρό), ενόψει της άφιξης, κατά τον ίδιο χρόνο, στο σταθμό και της 80611 εμπορικής αμαξοστοιχίας, την οποία πληροφορήθηκαν τότε από τον Σταθμάρχη Ροδόπολης, Δ. Β.. Κατόπιν συνεννόησης και ανταλλαγής σχετικών τηλεγραφημάτων, μέσω ραδιοτηλεφώνου, με τον ως άνω Σταθμάρχη, εισήλθαν στο σταθμό, παραβιάζοντας το ερυθρό φωτόσημα εισόδου, μετά δε την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών, παρόλο που, ως προελέχθη, γνώριζαν ότι στο σταθμό εισέρχονταν, κατά το χρόνο εκείνο, η 80611 εμπορική αμαξοστοιχία, αναχώρησαν με προορισμό τον επόμενο σταθμό, δηλ. προς Μανδράκι, χωρίς προηγουμένως να αναμένουν να τους δοθεί η ανάλογη σηματοδότηση εκ μέρους του Σταθμάρχη του Σταθμού, όπως είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 1171 α του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του Ο.Σ.Ε και χωρίς να επιδείξουν την οφειλόμενη προσοχή, ανέπτυξαν μεγαλύτερη του δέοντος ταχύτητα, με αποτέλεσμα να μη μπορέσουν να ακινητοποιήσουν την αμαξοστοιχία, παρά την εφαρμογή της ακαριαίας πέδησης, όταν διαπίστωσαν ότι το φωτόσημα εξόδου της γραμμής στην οποία κινούνταν ήταν κλειστό (ερυθρό), λόγω της άφιξης της ανωτέρω εμπορικής αμαξοστοιχίας, κατά παράβαση του άρθρου 117 παρ. 1171 δ του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του Ο.Σ.Ε. Επισημαίνεται, ότι η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας, κατά τη στιγμή της επακολουθήσασας σύγκρουσης με την εμπορική αμαξοστοιχία, υπερέβαινε τα 40χ/ω, ενώ το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η ακριβής ταχύτητα, δεν αναιρεί το ότι αυτή, σε κάθε περίπτωση, ήταν υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες και ιδίως ενόψει της επικείμενης διασταύρωσης με αντιθέτως κινούμενη αμαξοστοιχία. Ισχυρίζεται βέβαια ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι αυτόν δεν τον βαρύνει κάποια αμέλεια, διότι δεν είχε οπτική επαφή με τον Σταθμό και αναχώρησε, μετά τη λέξη "πάμε" που του είπε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ευρίσκετο στην πλευρά της μηχανής της αμαξοστοιχίας και είχε οπτική επαφή με τον Σταθμό και την αποβάθρα του και ο οποίος, παρά το γεγονός ότι ο Σταθμάρχης δεν εξήλθε του γραφείου του και δεν του έδωσε σήμα αναχώρησης, μετέφερε ψευδώς και εντελώς αδικαιολόγητα σ' αυτόν (πρώτο κατηγορούμενο), ότι πήρε σήμα από τον Σταθμάρχη, προκειμένου να αναχωρήσουν. Ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη των ως άνω ισχυριζόμενων από αυτόν πραγματικών περιστατικών, έχει και αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) αμέλεια, διότι αυτός είχε τον χειρισμό της αμαξοστοιχίας και είχε επίγνωση της ιδιαίτερης κατάστασης, δηλαδή της προηγηθείσας κατ' εξαίρεση εισόδου της αμαξοστοιχίας στο Σταθμό, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, καθώς και της συνακόλουθης απόλυτης ανάγκης σαφούς προηγούμενης σηματοδότησης από τον Σταθμάρχη για την αναχώρησή του. Έχοντας αυτά υπόψη, όφειλε με κάθε πρόσφορο μέσο, ήτοι και με δική του προσωπική, μέσω ραδιοτηλεφώνου, επικοινωνία με τον Σταθμάρχη, να επιβεβαιώσει το σήμα του δευτέρου κατηγορουμένου προς αναχώρηση, σε κάθε δε περίπτωση να εξασφαλίσει την ασφαλή διασταύρωση με την εμπορική αμαξοστοιχία, την οποία και γνώριζε ότι θα γίνει, αν όχι έμπροσθεν του Σταθμού, πάντως εντός του χώρου του Σταθμού και συνεπώς πριν το φωτόσημα εξόδου. Στη συνέχεια δε, όφειλε, εφόσον αναχώρησε και μάλιστα χωρίς να είναι βέβαιος για την ομαλή πραγματοποίηση της προγραμματισμένης διασταύρωσης, να κινηθεί με μικρή ταχύτητα το πολύ έως το ερυθρό φωτόσημα της εξόδου, έτοιμος να ακινητοποιήσει την αμαξοστοιχία προ του ερυθρού αυτού φωτοσήματος, αναμένοντας την είσοδο της εμπορικής αμαξοστοιχίας στην 4η παρακαμπτήριο γραμμή του Σταθμού Ροδόπολης, όπως ήταν προγραμματισμένο. Αντί αυτών όμως, δεν επιβεβαίωσε την πληροφορία του δευτέρου κατηγορουμένου περί σήματος αναχώρησης από τον Σταθμό, δεν εξασφάλισε τη διασταύρωση με την εμπορική αμαξοστοιχία και, υπό το κράτος σπουδής, λόγω και της καθυστέρησης των 27 λεπτών της ώρας στο δρομολόγιο, αναχώρησε και επιτάχυνε έως σαν να μην επρόκειτο να διασταυρωθεί με την αντιθέτως κινούμενη αμαξοστοιχία. Αποτέλεσμα της συγκλίνουσας αμέλειας των προαναφερθέντων κατηγορουμένων ήταν η επιβατική αμαξοστοιχία 1630, κατά τη έξοδο της από το σταθμό, να προσκρούσει πλαγιομετωπικά στην εισερχόμενη στο σταθμό εμπορική αμαξοστοιχία 80611 και από τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών να τραυματιστούν, από συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων οι: α) Ο N. S., οδηγός της δεύτερης μηχανής της 80611 αμαξοστοιχίας, ο οποίος υπέστη θλάσεις μαλακών μορίων του θώρακα και των άκρων και κάταγμα της μεσότητας του δεξιού μηριαίου οστού με εξάρθρημα του ισχίου και β) Η Κ. Φ., συνοδός ασφαλείας στην 1630 αμαξοστοιχία, η οποία υπέστη κάκωση κεφαλής με αιματώματα της δεξιάς οφθαλμικής χώρας, θλαστική εξοίδηση της ρινός, θλάσεις των μαλακών μορίων του λαιμού, θλάσεις των τοιχωματικών μαλακών μορίων του θώρακα και της κοιλίας, θλαστική εκχύμωση της μεσότητας της δεξιάς κνήμης και εκδορές γονάτων αμφοτερόπλευρα, επί πλέον δε, να τραυματιστούν οι παρακάτω, ως προς τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης του πρώτου κατηγορουμένου: α) Η Ε. Τ., επιβάτης της 1630 αμαξοστοιχίας, η οποία υπέστη θλαστική εκχύμωση, χροιάς ερυθρομελαίνης, της μεσότητας του αριστερού βραχιονίου και της αριστεράς άκρας χειρός ραχιαία, θλάσεις των τοιχωματικών μαλακών μορίων του θώρακα κι της άνω κοιλίας, εκτεταμένη, θλαστική εκχύμωση, χροιάς ερυθρομελαίνης, της έξω επιφανείας του δεξιού μηρού, β) Ο Γ. Τ., επιβάτης της 1630 αμαξοστοιχίας, ο οποίος υπέστη εκδορές μετώπου και ρινός, οίδημα ρινός, ρινορραγία, γ) Ο Δ. Σ. επιβάτης της 1630 αμαξοστοιχίας, ο οποίος υπέστη κακώσεις στην περιοχή του στέρνου και δ) ο Θ. Λ., επιβάτης της 1630 αμαξοστοιχίας, ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα άνω βλεφάρου, ε) ο πρώτος κατηγορούμενος, Σ. Π., ο οποίος υπέστη θλάσεις των τοιχωματικών μαλακών μορίων του θώρακα και της δεξιάς κοιλίας και στ) ο τρίτος κατηγορούμενος, Ε. Κ., ο οποίος υπέστη κακώσεις κάτω δεξιών πλευρών. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, λόγω της προαναφερόμενης πιο πάνω αμελούς συμπεριφοράς καθενός εξ αυτών επήλθε σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών στο σημείο εξόδου του σταθμού, προς Μανδράκι, και ειδικότερα η επιβατική αμαξοστοιχία 1630, κινούμενη στην 3η κύρια γραμμή του σταθμού με φορά κίνησης προς Μανδράκι, προσέκρουσε πλαγιομετωπικά στην εμπορική αμαξοστοιχία 80611, η οποία αποτελούνταν από 13 φορτηγά οχήματα και τη ΔΗ07071 βουλγαρική κινητήρια μονάδα και κατά το χρόνο της σύγκρουσης εισερχόταν στην 4η παρακαμπτήριο γραμμή του σταθμού. Κατά την σύγκρουση η κινητήρια μονάδα της αμαξοστοιχίας 1630 προσέκρουσε στη δεύτερη κατά τη φορά κίνησης κινητήρια μονάδα της αμαξοστοιχίας 80611 με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά στις δύο κινητήριες μονάδες και να τραυματιστούν επτά άτομα. Η πρώτη κατά τη φορά κίνησης κινητήρια μονάδα της αμαξοστοιχίας 80611 αποκόπηκε από τη σύνθεση της εμπορικής αμαξοστοιχίας, συνέχισε την πορεία της αλλά λόγω της ανηφορικής κλίσης της γραμμής σταμάτησε, κύλησε προς τα πίσω και προσέκρουσε στις άλλες δύο και ακολούθως εκτροχιάστηκαν οι τρεις κινητήριες μονάδες καθώς και το 3° όχημα της 80611 αμαξοστοιχίας. Εξ αιτίας της σύγκρουσης αυτής, η οποία οφείλεται στην προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, δημιουργήθηκαν συνθήκες ανωμαλίας επί της σιδηροδρομικής γραμμής, οι οποίες κατέστησαν την συνέχιση της ασφαλούς συγκοινωνίας αδύνατη και προέκυψε κίνδυνος για τους επιβάτες και τους εργαζόμενους τόσο στις άνω αμαξοστοιχίες, όσο και για αυτούς των αμαξοστοιχιών που πλησίαζαν στο σταθμό και για κάθε ευρισκόμενο κατά το χρόνο αυτό πλησίον του σταθμού, καθώς και κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, δηλ. στα μεταφερόμενα με την εμπορική αμαξοστοιχία εμπορεύματα, στις αποσκευές των επιβατών και στα ευρισκόμενα επί και πλησίον του σταθμού πράγματα και εγκαταστάσεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι (πρώτος και δεύτερος) να κηρυχθούν ένοχοι των ως άνω πράξεων, που τους αποδίδονται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό." Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1386/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 94, 291 παρ.1, 2 και 314 παρ. 1 α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται επαρκώς εμπεριστατωμένα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων πράξεων της κατά συρροή σωματικής βλάβης και της διατάραξης ασφαλείας σιδηροδρομικής συγκοινωνίας, από αμέλεια, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος μηχανοδηγός επιβατικής αμαξοστοιχίας, που συγκρούσθηκε με άλλη αμαξοστοιχία, β) αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω σιδηροδρομικό ατύχημα, το είδος της αμέλειας, ως μη συνειδητής αμέλειας, αναλύεται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα στοιχεία που αποδείχθηκαν και προσδιορίζουν την αμέλεια αυτού, όπως, αναχώρηση της αμαξοστοιχίας που οδηγούσε από το σταθμό Ροδόπολης Σερρών προς Μανδράκι, ενώ είχεν πληροφορηθεί από το Σταθμάρχη Ροδόπολης ότι εκείνη τη στιγμή εισερχόταν στον ίδιο σταθμό άλλη εμπορική αμαξοστοιχία, χωρίς προηγουμένως να αναμένει να του δοθεί η ανάλογη σηματοδότηση εκ μέρους του άνω Σταθμάρχη του σταθμού, όπως είχεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 1171 α του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του ΟΣΕ και χωρίς να επιδείξει την οφειλόμενη προσοχή, ανέπτυξε ταχύτητα μεγαλύτερη του δέοντος, ανωτέρα των 40 χιλ. ανά ώρα και δη υπερβολική σε κάθε περίπτωση για τις επικρατούσες συνθήκες, ενόψει επικείμενης διασταύρωσης εντός του χώρου του σταθμού με την αντιθέτως κινούμενη εμπορική αμαξοστοιχία, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει την αμαξοστοιχία που οδηγούσε, παρά την εφαρμογή της ακαριαίας πέδησης, όταν διαπίστωσε ότι το φωτόσημα εξόδου της γραμμής στην οποία εκινείτο ήταν κλειστό (ερυθρό), λόγω της άφιξης της ανωτέρω εμπορικής αμαξοστοιχίας, με αποτέλεσμα οι δύο αμαξοστοιχίες να συγκρουσθούν πλαγιομετωπικά και να τραυματισθούν τα πρόσωπα που αναφέρονται, αιτιολογείται δε επαρκώς και η απόρριψη ως αβάσιμου του προβληθέντος αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, για αποκλειστική υπαιτιότητα του συγκατηγορουμένου συνοδηγού του, της ίδιας αμαξοστοιχίας, Μ. Π., που είχε οπτικό πεδίο με την αποβάθρα του σταθμού και του μετάφερε ψευδώς σήμα του σταθμάρχη για αναχώρηση από το σταθμό με τη λέξη "πάμε", που επίσης καταδικάστηκε, δ) δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορισθεί η ακριβής ταχύτητα της αμαξοστοιχίας τη στιγμή της σύγκρουσης, αρκεί δε η παραδοχή ότι είχεν αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη του δέοντος, ανώτερη των 40 χιλ. ανά ώρα και δη υπερβολική σε κάθε περίπτωση για τις επικρατούσες συνθήκες, ενόψει επικείμενης διασταύρωσης εντός του χώρου του σταθμού με την αντιθέτως κινούμενη εμπορική αμαξοστοιχία, όταν δε το δικαστήριο αναφέρει ταχύτητα ανώτερη του δέοντος, προφανώς εννοεί ότι έπρεπε να είναι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες κατώτερη των 40 χιλ. ανά ώρα, ε) αναφέρεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου που υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα, ενόψει και της ιδιότητάς του, ως μηχανοδηγού επί των χειριστηρίων επιβατικής αμαξοστοιχίας, να τηρεί τους ισχύοντες κανόνες ασφαλούς οδήγησης της αμαξοστοιχίας προς αποφυγή ατυχήματος, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν και η υποχρέωσή του από το άρθρο 117 παρ. 1171 α του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του ΟΣΕ, να μην αναχωρεί από κάποιο σταθμό, χωρίς προηγουμένως να του δοθεί η ανάλογη σηματοδότηση εξόδου εκ μέρους του Σταθμάρχη του Σταθμού, στ) επί σωματικής βλάβης από αμέλεια, που επήλθε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, αρκεί η μνεία στην απόφαση των άρθρων 314 παρ.1 α, 291 παρ.1,2 και 28 του ΠΚ, τα οποία αναφέρονται στη σελίδα 20 και που προβλέπουν τα στοιχεία των εγκλημάτων, την ποινή και την αμέλεια, χωρίς να απαιτείται προσθέτως να παρατίθεται και το άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα, που καθορίζει πότε υπάρχει έγκλημα που τελείται με παράλειψη, χωρίς εξάλλου να προκύπτει κάποια ασάφεια ή αντίφαση από τη μη αναφορά στην απόφαση και του άρθρου αυτού (ΑΠ 1313/2012).
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1 περ.δ' ΚΠΔ, όπως η περίπτωση δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ..., δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα(ΔΣ/ΑΠΔ). Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ.3 περ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπως αυτό κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αποτελώντας σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του Συντάγματος, αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη στην εσωτερική έννομη τάξη, " κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα τις ακόλουθες εγγυήσεις ... ζ) να μην εξαναγκάζεται να καταθέτει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του". Επίσης κατά το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ορίζεται ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως ...".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι καθιερώνεται και στην Ελλάδα και διακηρύσσεται η θεμελιώδης αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως του υπόπτου και του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει κανείς να εξαναγκάζεται, α) να καταθέσει εναντίον του εαυτού του γεγονότα, τα οποία μπορούν να καταστούν επιβαρυντικά γι αυτόν και τα οποία μπορούν στη συνέχεια να τον ενοχοποιήσουν για αξιόποινη πράξη ή β) να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1386/2012 αποφάσεως, αλλά και της πρωτόδικης 1778/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, ο αναιρεσείων μηχανοδηγός εισήχθη σε δίκη κατηγορούμενος για σωματική βλάβη από αμέλεια κάποιων προσώπων που τραυματίστηκαν κατά την προαναφερθείσα σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών, με συγκατηγορούμενους τον έτερο μηχανοδηγό Μ. Π. και τον Ε. Κ., προϊστάμενο της επιβατικής αμαξοστοιχίας, ενώ ταυτόχρονα κλήθηκε από τον ασκήσαντα την ποινική δίωξη εισαγγελέα και εξετάστηκε στο ακροατήριο ως μάρτυρας κατηγορίας, εναντίον των ανωτέρω συγκατηγορουμένων του, φερόμενος ως τραυματισθείς και ο ίδιος, χωρίς να παραστεί ως πολιτικών ενάγων εναντίον αυτών. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι ο αναιρεσείων, κατηγορούμενος, παρασταθείς μετά συνηγόρου υπεράσπισης, χωρίς καμία αντίρρηση αυτού, κατέθεσε εξετασθείς ως μάρτυρας και μάλιστα ένορκα μόνον ότι " είμαι 30 χρόνια μηχανοδηγός, τραυματίστηκα ελαφρά". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος μηχανοδηγός παραδεκτά κλήθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα ως μάρτυρας στο ακροατήριο, για την περίπτωση που ήθελε δηλώσει στο ποινικό δικαστήριο παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως εδικαιούτο κατά το νόμο (άρθρα 63, 68 ΚΠΔ), επειδή είχε υποστεί σωματική βλάβη και ο ίδιος και για την πράξη αυτή σε βάρος του, πράξη για την οποία κατηγορούντο οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του, και μόνο γι αυτήν εξετάσθηκε και όχι εναντίον του και μάλιστα χωρίς αντίρρησή του, ήτοι δεν εξετάσθηκε περί των συνθηκών της συγκρούσεως των δύο αμαξοστοιχιών, ούτε περί της αποδιδόμενης σε αυτόν αμελείας για τις σωματικές βλάβες που αυτός κατηγορείτο σε βάρος άλλων τραυματισθέντων, ενώ αυτά που ως παραπάνω κατέθεσε στο Εφετείο ως μάρτυρας, δεν αφορούν την ενοχή του για τις πράξεις που καταδικάστηκε.
Συνεπώς δεν παραβιάστηκε η εν λόγω κατοχυρούμενη από το άρθρο 14 παρ.3 περ. ζ' του ΔΣ/ΑΠΔ και το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε από την παραπάνω μαρτυρική του κατάθεση και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά την προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα, με το με χρονολογία 17-1-2013 κατατεθέν, μετά τη γενόμενη στις 15-1-2013 εκδίκαση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεώς του στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, έγγραφο Υπόμνημα αυτού, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στον Άρειο Πάγο, για το λόγο ότι αυτός μετά την εκδίκαση και τη συζήτηση της υποθέσεώς του, ζήτησε αρμοδίως και εγγράφως να λάβει γνώση του περιεχομένου και αντίγραφο του Σημειώματος - γραπτής απορριπτικής προτάσεως του εισαγγελέα της έδρας και ο πρόεδρος του δικάσαντος Τμήματος αρνήθηκε τούτο και έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και η αρχή της ισότητας των όπλων, που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, για να μπορέσει να λάβει γνώση και να αντικρούσει με το εν λόγω Υπόμνημά του τα επιχειρήματα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις του ΚΠΔ δεν προβλέπεται στην ποινική δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων, κατάθεση στο δικαστήριο γραπτής πρότασης από τον εισαγγελέα της έδρας, όπως προβλέπεται γραπτή πρόταση του εισαγγελέα, κατ' άρθρο 308 του ΚΠΔ, στο δικαστικό συμβούλιο μετά το πέρας της ανάκρισης και κατ' άρθρο 485 του ΚΠΔ επί συζήτησης αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, ώστε να ανακύπτει αντίστοιχο δικαίωμα του κατηγορουμένου να λαμβάνει γνώση αυτής προς αντίκρουση και για να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ. Αντίθετα, κατ' άρθρο 515 παρ.2 του ΚΠΔ, προβλέπεται προφορική αγόρευση και πρόταση του εισαγγελέα στο ακροατήριο επί της συζητούμενης αναιρέσεως και των λόγων αυτής. Αν δε υπάρξει τέτοιο γραπτό Σημείωμα του εισαγγελέα της έδρας, αυτό συντάσσεται, κατά την κρίση του ιδίου του εισαγγελέα, άτυπα, απλά και μόνο προς υποβοήθηση της μνήμης του κατά την στο ακροατήριο προφορική ανάπτυξη της πρότασής του, ιδία όταν έχουν προβληθεί πολλοί λόγοι αναιρέσεως και αυτή είναι εκτενής και για την καταχώρηση αυτής στα πρακτικά και δεν συνιστά, κατ' άρθρο 364 του ΚΠΔ, ούτε έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο, ούτε καταχωρείται το περιεχόμενό του στα πρακτικά ή στην απόφαση που εκδίδεται επί της αναιρέσεως και κατ' ακολουθίαν, δε δικαιούται να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού ο συνήγορος του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, υποβλήθηκε στο ακροατήριο προφορικά απορριπτική πρόταση του εισαγγελέα της έδρας του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, επί όλων των λόγων αναιρέσεως, σε επήκοον του παρασταθέντος συνηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αγόρευσε επί της αναιρέσεώς του και αφού άκουσε την απορριπτική εισαγγελική πρόταση επί όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεώς του, μπορούσε να αντικρούσει την απορριπτική αυτή πρόταση, με τη δυνατότητα που του δόθηκε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου για υποβολή εγγράφου Υπομνήματος, μετά διήμερο, πράγμα που έπραξε στις 17-1-2013, αλλά ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 369 παρ.2 και 515 παρ.2 του ΚΠΔ, μπορούσε επίσης να ζητήσει το λόγο από τον πρόεδρο στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου για να δευτερολογήσει και με δεύτερη αγόρευση να αντικρούσει την αναπτυχθείσα στο ακροατήριο εισαγγελική πρόταση, δικαίωμα όμως που, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν άσκησε. Επομένως, δεν παραβιάστηκαν στη δίκη αυτή ενώπιον του Αρείου Πάγου τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ούτε η αρχή της ισότητας των όπλων κατηγορουμένου και εισαγγελέα, ούτε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά του προσθέτου λόγου αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 16/8-6-2012 αίτηση του Σ. Π. του Χ., μετά του με χρονολογία 28-12-2012 προσθέτου λόγου αυτής, περί αναιρέσεως της 1386/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή