Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2505 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Δασικά αδικήματα.




Περίληψη:
Παράνομη εκχέρσωση. Στοιχεία του εγκλήματος. Απόρριψη του αιτήματος αναβολής δίκης. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας απόρριψης αιτήματος αναβολής και της κρίσης περί ενοχής. Μη βάσιμο των λόγων αυτών των αναιρέσεων δύο καταδικασθέντων κατηγορουμένων και απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης.




Αριθμός 2505/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη καιι Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Βελάκη, για αναίρεση της με αριθμό 1711/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Ιανουαρίου 2009, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 220/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 3 και 4 και από 30.11.2009 δύο αιτήσεις αναίρεσης των : 1) Χ1 και 2) Χ2 κατά της υπ'αριθμ. 1711/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν και εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ.2 του ν.2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχρός υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερος των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης δεν αποτελεί το ότι μπορεί να προσφέρουν προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Οι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής έκτασης και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, οι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρύπανσης του ατμοσφαιρικού αέρα. Κατ' ακολουθίαν τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω η κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απόφαση, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν και προσέλθουν νέου μάρτυρες ή προσκομισθούν νέα έγγραφα, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1711/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας και των ενσωματωμένων σ'αυτήν πρακτικών της, ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τους απόντες τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις (άρθρο 352 ΚΠΔ), με περιεχόμενο του εν λόγω αιτήματος κατά λέξη "ζητάμε αναβολή για να εκδοθεί και να προσκομισθεί η άδεια". Το αίτημα αυτό είναι ασαφές και αόριστο και εντεύθεν απορριπτέο, χωρίς να απαιτείται για την απόρριψη αυτού ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν προσδιοριζόταν το είδος του εγγράφου που θα προσκόμιζαν στο Δικαστήριο οι αναιρεσείοντες, την Αρχή που το έχει εκδώσει και ούτε ή αν επρόκειτο για έγγραφο που θα εκδιδόταν στο μέλλον. Επομένως με το να απορρίψει το Δικαστήριο της ουσίας με την ως άνω απόφασή του, χωρίς να περιλάβει στην παρεμπίπτουσα απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν έσφαλε και η περί του αντιθέτου σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Έτσι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη του αιτήματός τους περί αναβολής της δίκης και στη συνέχεια περί υπερβάσεως της εξουσίας του ανωτέρω δικαστηρίου με το να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης αντί να αναβάλλει τη συζήτηση αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Πρέπει να επισημανθεί όμως ότι η πραγματοποίηση των ενεργειών από τους αναιρεσείοντες για την έκδοση της νόμιμης άδειας που απαιτείτο για την εκχέρσωση των τεσσάρων (4) στρεμμάτων, χωρίς να προκύπτει ότι τελικά αυτό έγινε, συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας ιδιαίτερα για την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ και για την εντεύθεν μείωση της ποινής τους (βλ. σελ. 7 προτελευταία παράγραφο προσβαλλόμενης απόφασης). Ακόμα στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1711/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ... στις 21 Νοεμβρίου 2003, στη δασική περιοχή ... του Δήμου ... αμφότεροι οι κατηγορούμενοι Χ1 και ο Χ2 που ο μεν πρώτος ήταν διευθύνων σύμβουλος, ο δε δεύτερος Πρόεδρος της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ ΑΕΒΕ", προέβησαν σε εκχέρσωση δασικής έκτασης (κοπή θαμνώδους βλάστησης, ύψους 4 με 5 μέτρων όχι πολύ πυκνής) 4,054 στρεμμάτων, με σκοπό τη διενέργεια επ' αυτής πράξεων εξόρυξης μαρμάρων. Επομένως πρέπει οι κατηγορούμενοι να κριθούν ένοχοι της ανωτέρω πράξεως". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχερσώσεως και μετά την παραδοχή ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β'ΠΚ (ωθήθηκαν στην τέλεση της πράξης από αίτια μη ταπεινά) επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) χρόνια ως προς αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το oποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.Ι και 45 ΠΚ και 71 παρ.1 και 3 του ν.998/1979, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα) τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την παραδοχή ότι ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (21.11.2003) και αυτός νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "ΑΦΟΙ Π. ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ ΑΕΒΕ", λόγω της άρνησης και μόνο της τοιαύτης ιδιότητάς του από τον εκπροσωπήσαντα αυτόν στη δευτεροβάθμια δίκη δικηγόρο. Είναι απαράδεκτη ως πλήττουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. πρωτ. 502/2004 έγγραφο της Δ/σης Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και αναφέρεται στην εκπροσώπηση της ως άνω ανώνυμης εταιρίας από αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την κρίση για την ενοχή τους (εκτός της κατά τα ανωτέρω απόρριψης του αιτήματός τους για αναβολή της δίκης) και της υπέρβασης εξουσίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο των ως άνω λόγων αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις υπ' αρ. 3 και 4 και από 30 Ιανουαρίου 2009 δύο (2) αιτήσεις των: 1) Χ1 , κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1711/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή