Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2345 / 2007    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Εισαγγελέας Εφετών.





Αριθμός 2345/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Βαρνάβα, περί αναιρέσεως της 248/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον X1 που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαδογιάννη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1323/07.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης, πρέπει να περιέχει ορισμένους λόγους. Ειδικώς, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, η άσκηση έφεσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων της έφεσης, στους οποίους πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, τη δεχθεί τυπικά και προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας και κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε τυπικά την υπ' αριθμ. 138/9-2-2006 έφεση της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς κατά της υπ' αριθμ. 700/30-1-2006 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια, αφού προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στην άνω με αριθμό 138/2006 έκθεση εφέσεως της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, διαλαμβάνεται, ότι η εν λόγω Εισαγγελέας ".... Εφεσιβάλλει ενώπιον του Τριμελού Εφετείου Πειραιώς, την με αριθμό ΒΤ 700/30-1-2006 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο ....., κατηγορούμενος για σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρ. 28,314,315 ΠΚ) αιτούμενη την παραδοχή της παρούσας έφεσης, την εξαφάνιση της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, κατά το μέρος που απήλλαξε τον παραπάνω κατηγορούμενο για την σωματική βλάβη που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος του X1, Ζ2 και Ζ1, την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου της ανωτέρω πράξης και την καταδίκη του σε ανάλογη ποινή, γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και ειδικότερα την κατάθεση του Ζ1, X1, Ψ1 προκύπτει ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος στον Πειραιά στις ..... οδηγώντας το υπ' αριθμ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητό του και βαίνοντας από την οδό ...., με κατεύθυνση από Κερατσίνι προς Δραπετσώνα, όταν έφτασε στην συμβολή της παραπάνω οδού με την οδό ...., δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του ως όφειλε, ούτε σταμάτησε το αυτοκίνητό του παρ' ότι, σύμφωνα με τους παραπάνω μάρτυρες υπήρχε κόκκινο φανάρι στην πορεία του, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε με την υ' αριθμ. ..... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Χ1 και την ..... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ζ1 και τον τραυματισμό των τελευταίων αλλά και του συνεπιβάτη του δικύκλου Ζ2. Τα στοιχεία αυτά δεν ανατρέπονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ...., .... και ...., δεδομένου ότι αυτοί δηλώνουν στο ακροατήριο ότι δεν είδαν το φανάρι (οι δύο πρώτες) αλλά το είπαν τα παιδιά, και ότι έτσι έλεγαν στη γειτονιά (η τρίτη). Ο δε μάρτυρας ..... που καταθέτει ότι το φανάρι στην πορεία του κατηγορουμένου ήταν πράσινο, είναι στενός συγγενής του κατηγορουμένου....". Έτσι όπως έχει η έκθεση εφέσεως, περιέχει την, από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ, απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία ήταν δικαιολογημένη η άσκηση αυτής για την, κατά την άποψη της ως άνω Εισαγγελέα, κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν παραπάνω αξιόποινη πράξη. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 211Α του Κ.Ποιν.Δ που ορίζει ότι μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, θεσπίζει απαγόρευση για το δικαστήριο να αξιοποιήσει την κατάθεση ή την απολογία του ανωτέρω προσώπου εάν ελλείπουν άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν αποκλείει, όμως, το δικαίωμα από τον εισαγγελέα, για την αιτιολόγηση της εφέσεώς του κατά αθωωθέντος κατηγορουμένου, να επικαλεσθεί την μαρτυρία ή την απολογία συγκατηγορουμένου στην ίδια δίκη και στην προκείμενη περίπτωση των Χ1 και Ζ1. Κατ' ακολουθίαν, η έφεση είναι παραδεκτή, το Τριμελές Εφετείο δε, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την παραπάνω έφεση της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως και στη συνέχεια προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο περί του αντιθέτου σχετικός από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α΄του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει. Δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και δεν δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας, όταν το δικαστήριο προβαίνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ, στην ανάγνωση εγγράφων των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, που υποβάλλονται από κάποιον διάδικο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και αξιολογούνται στη συνέχεια από το δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος διατηρεί το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα περιεχόμενο των εγγράφων που υποβλήθηκαν και αναγνώσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι μετά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων και σε συνέχεια αυτής, από τον πολιτικώς ενάγοντα προσκομίσθηκε και ζητήθηκε η ανάγνωση της από 24-2-2006 εκθέσεως ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του ...... Το δικαστήριο με παρεμπίτουσα απόφασή του απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου, αντιλέγοντος στην ανάγνωση και προέβη στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου. Από την ανάγνωση του εγγράφου αυτού του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, δεν παρήχθη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού ο κατηγορούμενος έλαβε άμεσα γνώση του περιεχομένου του και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις (άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ).
Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ είναι αβάσιμο και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).και τη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2007 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ




<< Επιστροφή