Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1461 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Φοροδιαφυγή, Επιεικέστερος νόμος, Αναίρεση μερική, Ανώνυμη εταιρία.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ποινική ευθύνη οφειλέτη. Ανώνυμες εταιρείες. Ποινική ευθύνη Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου. Πραγματικά περιστατικά. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Διευκρινίζεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Ανώνυμης εταιρείας. Επιεικέστερος, ως προς την ποινή, ποινικός νόμος ο Ν. 3220/2004, έναντι του Ν. 3943/2011 για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε αναφορικά με την επιβολή της ποινής ια το ως άνω αδίκημα, τον επιεικέστερο ποινικό νόμο 3220/204, αντί του ν. 3943/2011. Αναιρεί εν μέρει την απόφαση ως προς την καταγνωσθείσα ποινή. Κατά τα λοιπά απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1461/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ρ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιουγκή, για αναίρεση της υπ'αριθ.85/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 568/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό".
II. Με το άρθρο 3 παρ.1 του νεότερου Ν.3943/2011 αντικαταστάθηκε η ως άνω, παρ. 1 του αρθρ.34 του Ν.3220/2004, και ορίζεται πλέον με αυτό ότι:"1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α\ υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμωρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό." III. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α' του άρθρου 25 του ως άνω ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω".
IV. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 25 του ως άνω ν. 1882/1990, "Για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...." Επομένως, κρίσιμο, μεταξύ των άλλων, στοιχείο, το οποίο πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όταν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, είναι η αναφορά ότι το ποινικώς υπεύθυνο πρόσωπο, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βεβαιώθηκε το χρέος είχε μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται παραπάνω, δηλαδή προέδρου του ΔΣ, διευθύνοντα συμβούλου κτλ.
V. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, υπ' αριθμό 85/2013, απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ως προς το με Α/Α αριθμό 14 χρέος, του συνημμένου πίνακα χρεών, συνολικού ύψους 109.614,83 ευρώ, καταβλητέου εντός τεσσάρων μηνών από τις 28-4-2006, ήτοι στις 28-8-2006, ενώ τον κήρυξε αθώο για τα λοιπά χρέη του ως άνω πίνακα, και του επέβαλε, για την πράξη αυτή που τον έκρινε ένοχο, ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους την οποία ανέστειλε για τρία (3) έτη. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και των εγγράφων που αναγνώστη καν, δέχθηκε, κατά το σημείο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "ο κατηγορούμενος, διετέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " …" από 12-3-1997 έως και 13-10-1998. (βλ. σχετ. τα με αριθμ. 1272/24-3-1997 και 4508/15-6-2000 ΦΕΚ, τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ). Στις 12-10-1998 συνήλθε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της ως άνω εταιρείας με μοναδικό θέμα την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου, κατά τη διάρκεια της οποίας εκλέχθηκε πρόεδρος η Α. Φ. και διευθύνων σύμβουλος αυτής ο Α. Σ. (βλ. σχετ. το με αριθμ. 4508/15-6-2000 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Εν συνεχεία ο ήδη κατηγορούμενος προέβη με την από 30-11-1998 εξώδικη δήλωση του σε δήλωση παραίτησης από τη θέση μέλους, που κατείχε σύμφωνα με τον τελευταίο ως άνω ορισμό διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας, επικαλούμενος θέματα δυσλειτουργίας, η οποία (εξώδικη δήλωση) κοινοποιήθηκε την 1/12/1998, επελθομένων έκτοτε των αποτελεσμάτων αυτής. Η εν λόγω εταιρεία, ως προκύπτει, δεν προέβη σε εκλογή νέου μέλους στη θέση του ως άνω παραιτηθέντος και ήδη κατηγορουμένου ούτε και στη θέση του αποβιώσαντος Α. Σ., διευθύνοντα συμβούλου αυτής. Εξάλλου ουδόλως προκύπτει υπό ποιους όρους και υπό ποια διευθυντική εξουσία συνεχίστηκε η δραστηριότητα αυτής. Περαιτέρω, ως προκύπτει από την επισκόπηση του με αριθμό …/2010 πίνακα χρεών που συντάχθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, δυνάμει του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου η πλειονότητα των χρεών ήτοι τα δεκαεννέα (19) χρέη από τα είκοσι (20) δεν ήταν βεβαιωμένα ούτε δημιουργήθηκαν κατά το χρόνο που ο ίδιος έφερε την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής πλην του 14ου χρέους, το οποίο δημιουργήθηκε επί της θητείας του κατηγορουμένου υπό την ως άνω ιδιότητα ήτοι το έτος 1997 και για αυτόν τον λόγο ως προς αυτό μόνο υπέχει ποινική ευθύνη. Ειδικότερα, το εν λόγω χρέος αφορά σε μη απόδοση ΦΠΑ δυνάμει δικαστικής απόφασης, συνολικού ύψους 109.614,83€ συμπεριλαμβανομένων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι τη σύνταξη του επίδικου πίνακα χρεών....". Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αφορά την ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος, αφού διευκρινίζεται, ότι αυτός είχε την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " …", κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγεται (γεννήθηκε) το παραπάνω χρέος (1997), όπως ο χρόνος αυτός με λεπτομέρεια διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και συνεπώς από την νομική του αυτή θέση στην ανώνυμη εταιρία προκύπτει η υποχρέωση του να καταβάλλει το εταιρικό χρέος, για τη μη καταβολή του οποίου υπέχει ποινική ευθύνη, όπως τούτο ρητά ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 2 εδ.α του Ν. 1882/1990 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 3 του ίδιου νόμου. Άλλωστε, για τα υπόλοιπα 19 χρέη του πίνακα χρεών, τον κήρυξε αθώο, καθόσον δέχθηκε, ότι αυτά δεν ήταν βεβαιωμένα, ούτε δημιουργήθηκαν, κατά το χρόνο που έφερε τις παραπάνω ιδιότητες του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, σε αντίθεση με το παραπάνω χρέος για το οποίο τον έκρινε ένοχο, για το οποίο δέχθηκε ότι γεννήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός είχε τις παραπάνω ιδιότητες. Η παραπάνω αιτιολογία, αποτελεί και την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στον προταθέντα, στο ακροατήριο ισχυρισμό, που προέβαλαν οι συνήγοροι υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, για το νόμω αβάσιμο της κατηγορίας, λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπο του, της ιδιότητας του μέλους του Δ.Σ. κατά το χρόνο της βεβαίωσης των χρεών της παραπάνω εταιρείας προς το Δημόσιο. Η ειδικότερη αιτίαση, που διατυπώνει ο αναιρεσείων, κατά την οποία, οι διατάξεις που καθιερώνουν ποινική ευθύνη των Διευθυνόντων Συμβούλων και νομίμων εκπροσώπων των Ανωνύμων εταιρειών κ.τ.λ. για την μη καταβολή των βεβαιωμένων σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία χρεών των εταιρειών αυτών προς το Ελληνικό Δημόσιο, εισάγουν ένα είδος πλασματικού αυτουργού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι κατά τα κρατούντα στο δίκαιο μας, το νομικό πρόσωπο δεν είναι ενεργητικό υποκείμενο, αλλά για τα εγκλήματα που τελούνται στα πλαίσια της εν γένει δραστηριότητας του και προς το συμφέρον του, υπέχουν ευθύνη οι επιχειρούντες αυτά νόμιμοι εκπρόσωποι του ή προστηθέντα πρόσωπα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. 2ος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον αφορά την ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιοποίνου πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ως προς το με Α/Α αριθμό 14 χρέος του συνημμένου πίνακα χρεών, συνολικού ύψους 109.614,83 ευρώ, ενώ τον κήρυξε αθώο για τα λοιπά χρέη του ως άνω πίνακα και του επέβαλε, για το έγκλημα αυτό, ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους την οποία ανέστειλε για τρία (3) έτη. Κατά το χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξης, (2006), ίσχυε το άρθρο άρθρο 34 παρ.1 περ.β' του προαναφερθέντος ν. 3220/2004, που αντικατέστησε το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, ενώ κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (7-1-2013), ίσχυε το άρθρο 3 παρ.1 περ.γ' του νεότερου, επίσης προαναφερθέντος, Ν.3943/2011, που αντικατέστησε την παρ. 1 του αρθρ.34 του Ν.3220/2004. Η διάταξη του άρθρο 3 παρ.1 περ. γ' του νεότερου Ν.3943/2011, είναι δυσμενέστερη στο μέτρο που προβλέπει ποινή φυλάκισης, ενός (1) τουλάχιστον έτους, για χρέη που υπερβαίνουν το ποσό των 50.000 Ευρώ, σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη της παρ. 1 περ. β' του άρθρου 34 του Ν.3220/2004, η οποία προβλέπει ποινή φυλάκισης έξι (6) τουλάχιστον μηνών για χρέη που υπερβαίνουν το ποσό των 50.000 Ευρώ. Η προσβαλλομένη απόφαση, στο σκεπτικό της, όπου γίνεται μνεία των διατάξεων, με βάση τις οποίες προβλέπεται και τιμωρείται η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος (σελ. 15), αναφέρει, κατά πιστή μεταφορά: "Επειδή η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται σύμφωνα με τα άρθρα.....25 παρ.1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 Ν. 2523/1997, το άρθρο 34 παρ.1 Ν. 3220/2004 και το άρθρο 3 παρ. Ν. 3943/2011". Όμως το δίκασαν Δικαστήριο, αντί να εφαρμόσει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.2 του ΠΚ τον προϊσχύοντα, επιεικέστερο, ως προς το μέγεθος της ποινής, νόμο, (παρ. 1 περ.β' του αρθρ.34 του Ν.3220/2004), εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 περ.γ' του νεότερου Ν.3943/2011, όπως από την αναφορά του στις νομικές διατάξεις, του παραπάνω σκεπτικού προκύπτει, και επέβαλε, κατά τα εκτεθέντα ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, για την επιβολή της παραπάνω ποινής, αφού το προβλεπόμενο πλαίσιο της στερητικής της ελευθερίας ποινής για το έγκλημα αυτό, με βάση το Ν.3220/2004 ήταν φυλάκιση 6 μηνών έως πέντε έτη, ενώ με βάση το Ν. 3943/2011 ήταν φυλάκιση ενός έτους έως πέντε έτη.
Επομένως, έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το σημείο τούτο και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος κατά το σκέλος τούτο, και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος τούτο, ήτοι ως προς την ποινή. Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω πρέπει, αναιρουμένης της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την διάταξη περί επιβολής της ποινής του ενός έτους, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠΔ), απορριπτόμενης κατά τα λοιπά, της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, την υπ' αριθμό 85/2013, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη της, που αφορά την καταγνωσθείσα στον αναιρεσείοντα, Α. Ρ., ποινή φυλάκισης του ενός (1) έτους.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 18-4-2013, υπ'αριθμό έκθεσης 12, Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του παραπάνω, για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή