Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2377 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Δήμευση.




Περίληψη:
Δήμευση μεταφορικού μέσου (φορτηγού αυτοκινήτου) που μετέφερε τους λαθρομετανάστες. Αίτηση αναίρεσης ιδιοκτήμονος μεταφορικού μέσου - εκκαλούντος στην κατ' έφεση δίκη και ήδη αναιρεσείοντος. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 2377/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννου Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ιωάννου, για αναίρεση της 187/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1554/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3386/2005 "Είσοδος διαμονή, κλπ υπηκόων τρίτων χωρών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με το άρθρο 15 § 8 Ν. 3536/2007, ορίζονται τα παρακάτω.
1.- Πλοίαρχος, ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α.- Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. β.- Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. γ.- Με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Δ.- Με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος. Επιβληθείσα κατάσχεση του μεταφορικού μέσου, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά προσώπων, αίρεται με την απαγγελία στο ακροατήριο της οριστικής αθωωτικής απόφασης και το μεταφορικό μέσο αποδίδεται στον ιδιοκτήτη του. Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης δημεύονται τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά προσώπων, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο αυτά χρησιμοποιήθηκαν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντες την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών τιμωρούνται με τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ποινές, μετά δε την έκδοση τελεσίδικα απόφασης του δικαστηρίου δημεύονται τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν γιο την μεταφορά προσώπων, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο αυτά χρησιμοποιήθηκαν. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 453 ΚΠΔ προκύπτει ότι δικαίωμα προς άσκηση του ενδίκου μέσου της απόφασης που αφορά απόδοση ή δήμευση πράγματος που έχει κατασχεθεί, έχει εκτός από τον κατηγορούμενο και τον πολιτικώς ενάγοντα, και ο τρίτος του οποίου τις αξιώσεις έκρινε το δικαστήριο, εφόσον όμως αυτός άσκησε παρέμβαση στη δίκη και προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου τις αξιώσεις του επί των κατασχεθέντων πραγμάτων, περί των οποίων (αξιώσεων) αποφάσισε το δικαστήριο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 492 ΚΠΔ, κατά την οποία είναι ειδικώς επιτρεπτή η έφεση στον κατηγορούμενο, και κατά του μέρους αποφάσεως που διατάσσει τη δήμευση των κατασχεθέντων πραγμάτων, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρ. 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "σε κάθε περίπτωση τo δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι", συνάγεται με σαφήνεια ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο κεφάλαιά της και ότι στην δεύτερη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει, σύμφωνα με την αρχή "τόσο μεταβιβάζεται όσο εκκαλείται", μόνο επί εκείνων των μερών της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προσβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεων. Όταν δε με την απόφαση επιβάλλονται κύριες και παρεπόμενες ποινές και οι προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεως αναφέρονται μόνο στις κύριες, το εφετείο δεν έχει την εξουσία να κρίνει εν σχέση με τη διάταξη της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκαν παρεπόμενες ποινές, μη υπαρχουσών και για τις ποινές, αναλόγων διατάξεων των άρ. 491 και 493 ΚΠΔ, που ισχύουν για τα συρρέοντα και συναφή εγκλήματα (ΑΠ 2403/2002).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Με βάση αυτά η απόφαση που διατάσσει τη δήμευση του μεταφορικού μέσου κατά τη μνημονευθείσα διάταξη του άρ. 88 § 1 του Ν. 3386/2005, έχει την απαιτούμενη από το άρ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον διαλαμβάνεται σ' αυτήν, ότι το μεταφορικό μέσο, που δημεύθηκε και προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία του, χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση της προβλεπόμενης στο ως άνω άρθρο αξιόποινης πράξης μεταφοράς των λαθρομεταναστών και ανήκει στην κυριότητα του αυτουργού ή των συμμέτοχων, που καταδικάστηκαν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 187/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι ο μη διάδικος στην παρούσα δίκης: "κατηγορούμενος ... τέλεσε την πράξη της προώθησης στο εξωτερικό αλλοδαπών που στερούνται νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων κατ' επάγγελμα, που αποδίδεται σ' αυτόν και συγκεκριμένα ότι κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενώ ήταν οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... τράκτορα (μάρκας ...) μετά του υπ' αριθμόν ... επικαθήμενου, ιδιοκτησίας του εκκαλούντος Χ, έχοντας περάσει από το τελευταίο σημείο ελέγχου του λιμένα εξωτερικού της ... προκειμένου να επιβιβαστεί με αυτό στο ... (νηολογίου ...) που θα απέπλεε για το λιμάνι της ..., είχε επιβιβάσει στο ανωτέρω όχημα του (επικαθήμενο) τριάντα τέσσερις (34) λαθρομετανάστες, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και τους απέκρυψε σε κρύπτη μεταξύ μπαλών με βαμβάκι, με σκοπό να τους μεταφέρει λάθρα στο εξωτερικό με την είσπραξη αμοιβής (κομίστρου). Αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος που είναι πωλητής σε λαϊκές αγορές της περιοχής ..., ευκαιριακά εκτελούσε δρομολόγια για λογαριασμό τρίτων προς την ..., είχε δε εκτελέσει, όπως κατέθεσε, τέτοιο δρομολόγιο, με εντολή και για λογαριασμό του Ζ κατοίκου ..., και σε προηγούμενο διάστημα (δεκαπέντε ημέρες πριν το συγκεκριμένο δρομολόγιο) με αμοιβή 400 ευρώ. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, 3-4 ώρες πριν την αναχώρηση του, ειδοποιήθηκε ο κατηγορούμενος για την εκτέλεση του δρομολογίου από τον ανωτέρω Ζ, ο οποίος και τον οδήγησε στο φορτηγό σε τοποθεσία κοντά στο ..., και του παρέδωσε και τα κλειδιά, το παρέλαβε δε αυτός και το οδήγησε στην ..., προκειμένου να επιβιβαστεί στο πλοίο της γραμμής για ..., όπου και εντοπίστηκε το "φορτίο" του και συνελήφθη. Στο ..., είχε οδηγήσει το φορτηγό ο υπάλληλος (οδηγός) του εκκαλούντος ιδιοκτήτη του Χ, ..., ο οποίος και είχε επιμεληθεί και επιβλέψει τη φόρτωση του μεταφερόμενου εμπορεύματος (μπάλλες βαμβακιού) στη ... (βλ. κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και, σε συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη και εργοδότη του, φρόντισε, ώστε στο κέντρο της καρότσας του φορτηγού, να μην τοποθετηθεί εμπόρευμα, να παραμείνει κενός χώρος εκεί και προς την έξοδο της διάδρομος, που άνοιγε και έκλεινε (ο διάδρομος) με την αφαίρεση και επανατοποθέτηση μιας παλέτας και επέτρεπε την είσοδο και παραμονή του μεγάλου αυτού αριθμού λαθρομεταναστών. Στη συνέχεια, ο ιδιοκτήτης του φορτηγού, ήλθε σε τηλεφωνική επαφή και συνεννόηση με το συνεργάτη του στην περιοχή ... Ζ, προκειμένου αυτός να βρει οδηγό για να εκτελέσει το επίμαχο δρομολόγιο (το οποίο ο άνω υπάλληλός του, για να αποφύγει, σε περίπτωση εντοπισμού του φορτίου των λαθρομεταναστών, την εμπλοκή του στο σοβαρό αυτό αδίκημα, δεν θέλησε να ολοκληρώσει) και να φροντίσει, σε συνεννόηση και συνεργασία με άλλα, άγνωστα άτομα, που μετέφεραν εκεί από την ... και αλλού τους λαθρομετανάστες, για την επιβίβαση αυτών στην καρότσα, και στο κενό που είχε αφεθεί, πριν παραδώσει αυτό στον κατηγορούμενο για να εκτελέσει το δρομολόγιο, μέσω ..., προς την .... Η κατά τη διάρκεια της διαδρομής και μετά την παραλαβή του φορτηγού από τον τελευταίο, επιβίβαση των λαθρομεταναστών και μάλιστα εν αγνοία του ιδιοκτήτη και του άνω υπαλλήλου του εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή, γιατί αυτός δεν είχε τη δυνατότητα μετακίνησης του φορτίου ώστε να δημιουργήσει κρύπτη και διάδρομο στο εσωτερικό της καρότσας, για την είσοδο και παραμονή τόσο μεγάλου μάλιστα αριθμού ανθρώπων σ' αυτή. Ο κατηγορούμενος δεν αποδείχτηκε ότι γνώριζε τα παραπάνω και ανέλαβε, διακινδυνεύοντας να υποστεί τις αυστηρές κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος για τέτοια παράβαση, να εκτελέσει τη μεταφορά, για να λάβει την όχι ιδιαίτερα υψηλή αμοιβή των 400 ευρώ.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της παραπάνω πράξης. ΕΠΕΙΔΗ πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση με αριθμό 12/1-2-2006, που άσκησε ο παρεμβαίνων Χ και να διαταχθεί η δήμευση του κατασχεθέντος οχήματος, όπως στο διατακτικό ειδικότερα αναφέρεται, καθόσον όπως αποδείχθηκε και έχει εκτεθεί παραπάνω, αυτός όχι απλά γνώριζε, αλλά σε συνεργασία με τον υπάλληλο του και τον Θ, σχεδίασε και οργάνωσε την παράνομη μεταφορά των λαθρομεταναστών, η οποία δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, αν η φόρτωση του εμπορεύματος, δεν είχαν, οι δύο πρώτοι, εξασφαλίσει και φροντίσει να γίνει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει το κενό και ο διάδρομος στην καρότσα του φορτηγού για να εισέλθουν σ' αυτό και να τοποθετηθούν οι μεταφερόμενοι, με τη φροντίδα του τρίτου στον οποίο έδωσε σχετική εντολή ο πρώτος". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο, αφού δέχθηκε την έφεση του κατηγορουμένου, στη δίκη εκείνη, οδηγού του αυτοκινήτου, τον οποίο κήρυξε αθώο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του παρεμβάντος στη δίκη εκείνη και ήδη αναιρεσείοντος και, για το κατασχεθέν μεταφορικό των λαθρομεταναστών μέσο, αποφάνθηκε όπως ακριβώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: "Διατάσσει τη δήμευση του, δυνάμει της αναγνωσθείσας από 30-1-2006 έκθεσης κατάσχεσης οχήματος του Ανθ/ρχου Λ.Σ.... του Κεντρικού Λιμεναρχείου ..., κατασχεμένου οχήματος, και συγκεκριμένα ενός Φ/Γ οχήματος με αριθ. κυκλοφ. ... τράκτορα μάρκας ... με αριθμό πλαισίου... μετά του υπ' αριθ. κυκλ. ... επικαθήμενου με αριθμό πλαισίου ..., ιδιοκτησίας Θ, με έδρα ...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος εξαιτίας του οποίου έγινε η δήμευση του αυτοκινήτου, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 187/2008 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην κατά τα άνω κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την απολογία του κατηγορουμένου στη δίκη εκείνη, ..., οδηγού του δημευθέντος φορτηγού αυτοκινήτου, που μετέφερε τους λαθρομετανάστες. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην κατά τα άνω κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο έγινε δήμευση του αυτ/του, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία το Δικαστήριο πείσθηκε ότι αυτός γνώριζε για τη μεταφορά των λαθρομεταναστών και ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, χωρίς να μπορούν οι ελλείψεις αυτές να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, καθώς και ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το άνω Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αφού με πληρότητα και με κάθε λεπτομέρεια εκτίθεται στην άνω απόφαση η εμπλοκή του αναιρεσείοντος στην επίδικη λαθραία μεταφορά των άνω ατόμων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511 λαμβανόμενος υπόψη (εφόσον ο άνω λόγος είναι τυπικά παραδεκτός), από το ίδιο άρθρο § 1 στοιχ. Ε' του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 22/4-9-2008) αίτησή του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή