Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 507 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Απάτη, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου).




Περίληψη:
Κακουργ. Απάτη και Πλαστογραφία με χρήση. 386-216 ΠΚ.
Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.




Αριθμός 507/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Θεοφανίας Κοντοθανάση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Χ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, για αναίρεση της υπ’ αριθ.160/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Δ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 290/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 ΠΚ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και με το άρθρο 11 παρ. 4 Ν. 2721/1999 και ήδη ως προς το ποσό με το άρ. 25 του ν. 4055/2012, ορίζεται: " παρ. 1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Παρ.3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ(ήδη 30.000) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 ΠΚ, ορίζεται: "α. Πλαστογραφία. Παρ. 1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Παρ. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Παρ.3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των *εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. [Όπως τα ποσά των δραχμών μετατράπηκαν σε ευρώ με τα άρθρα 3-5 του ν. 2943/2001 και το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ενώ το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με το άρ. 25 του ν. 4055/2012].
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 160/2013 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας με χρήση, κατ’ εξακολούθηση, με ποσά ζημίας του παθόντος πολιτικώς ενάγοντος υπερβαινόντων τα 73.000 ευρώ και δη 213.465 ευρώ, ήτοι ανώτερου και του ποσού των 120.000 ευρώ, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, για καθεμία πράξη και σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αρ. 160/2013 αποφάσεως, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ειδών κινητής τηλεφωνίας σε κατάστημα στην οδό ... στα Ιωάννινα. Ο κατηγορούμενος στην οδό ... στα Ιωάννινα λειτουργούσε επιχείρηση πωλήσεως ειδών τηλεπικοινωνίας, κλιματιστικών κλπ. Το Σεπτέμβριο του έτους 2003, ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον πολιτικώς ενάγοντα και ζήτησε να έχουν συνεργασία εμπορική σχετικά με το αντικείμενο των επιχειρήσεών τους και συγκεκριμένα να αγοράζει από εκείνον τα είδη κινητής τηλεφωνίας στις ποσότητες που του ήταν αναγκαίες. Για να πεισθεί ο πολιτικώς ενάγων του διαβεβαίωσε ότι ήταν πρόσωπο μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, έχοντας καταθέσεις μεγάλων χρηματικών ποσών σε τράπεζες, μεγάλη ακίνητη περιουσία, η οποία ανήκει στον πατέρα του, αλλά ότι ο πατέρας του τον στηρίζει στην εμπορική δραστηριότητα και εγγυάται για την πορεία της δικής του επιχείρησης, καθώς και μεγάλο κύκλο εμπορικής δραστηριότητας. Μάλιστα, με ενέργειες του είχε σχηματίσει ήδη στην κοινή γνώμη ατόμου μεγάλης οικονομικής αφού έκανε πολυδάπανη ζωή και κυκλοφορούσε με ακριβά αυτοκίνητα. Μ’ αυτές τις παραστάσεις έπεισε τον πολιτικώς ενάγοντα να αποφασίσει να συνεργαστεί μαζί του και να του πωλεί και παραδίδει μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων. Μάλιστα για να ενισχύσει την απόφαση του πωλητή ώστε να του πωλεί με πίστωση όσες ποσότητες ειδών κινητής τηλεφωνίας του ζητούσε, αρχικά εμπορευόταν μικρότερες ποσότητες και πλήρωνε το τίμημα με μετρητά και ανταποκρίνονταν στις συναλλαγές του. Όμως ο σκοπός του ήταν να αγοράζει τις ποσότητες αυτές με πίστωση και να μην καταβάλει το τίμημα. Γι’ αυτό όταν προχώρησε η συνεργασία τους, άρχισε να αγοράζει μεγάλες ποσότητες των ειδών αυτών με πίστωση του τιμήματος, ο δε πολιτικώς ενάγων δεν αντιδρούσε στην πίστωση του τιμήματος, ενόψει των ανωτέρω πειστικών παραστάσεων και της πίστης του ότι δεν κινδυνεύει η απαίτησή του για καταβολή του τιμήματος. Έτσι στις 25.5.2004 το χρέος του κατηγορουμένου από τις συναλλαγές τους έφθασε στις 118.000 ευρώ. Λόγω του ύψους της οφειλής και της ανησυχίας που κατέλαβε τον πολιτικώς ενάγοντα, αφού ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις του, ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε εγγυήσεις. Ο κατηγορούμενος τότε του ανέφερε ότι ο πατέρας του θα εγγυηθεί για τα χρέη του. Για την κάμψη των αμφιβολιών του πολιτικώς ενάγοντος του προσκόμισε και του παρέδωσε την με ημερομηνία εκδόσεως 27.5.2004 συναλλαγματική, την οποία του παρέστησε ότι υπογράφει ο ίδιος ως εκδότης και ο πατέρας του ως τριτεγγυητής, ποσού 200.000 ευρώ, δηλαδή ποσού μεγαλύτερου της μέχρι τότε οφειλής του. Ο πολιτικώς ενάγων πίστεψε ότι εγγυάται για το χρέος ο πατέρας του κατηγορουμένου, και εν όψει του ότι ο πατέρας εκείνου πραγματικά ήταν μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, έχοντας στην κυριότητα του πολυώροφη οικοδομή στα Ιωάννινα, αποφάσισε την εξακολούθηση της συνεργασίας και της πώλησης και νέων ποσοτήτων ειδών κινητής τηλεφωνίας με πίστωση του τιμήματος. Στις 15.7.2004 το ποσό της οφειλής ανήλθε σε 213.465 ευρώ ήτοι δεν καλύπτονταν από το ποσό της συναλλαγματικής και ο πολιτικώς ενάγων εξέφρασε αντιρρήσεις για την εξακολούθηση πωλήσεως στον κατηγορούμενο των ζητούμενων ποσοτήτων ειδών κινητής τηλεφωνίας και για την κάμψη των αντιρρήσεων αυτών ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε και υπέγραψαν το από 20.7.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνωρίζοντας το νέο όριο της οφειλής του και έθεσε ημερομηνία πληρωμής της συναλλαγματικής, που δεν είχε τεθεί αρχικά, την 23.7.2004. Λόγω όμως της φορτικής πιέσεως του κατηγορουμένου για πώληση και άλλων ποσοτήτων των ανωτέρω ειδών, ο πωλητής ζήτησε νέες εγγυήσεις, ενόψει και της μη καλύψεως του χρέους από την αρχική συναλλαγματική. Τότε ο κατηγορούμενος του δήλωσε ότι θα αντικαταστήσει την συναλλαγματική αυτή με νέα που θα καλύπτει το ποσό της οφειλής. Έτσι του προσκόμισε και του παρέδωσε την με ημερομηνία εκδόσεως και αποδοχής 21.7.2004 συναλλαγματική λήξεως στις 23.7.2004, υπογεγραμμένη κατά τους ισχυρισμούς του από τον ίδιο ως εκδότη και από τον πατέρα του Π. Χ. ως εγγυητή, ποσού 213.465 ευρώ, αντικαταστήσαντες την πρώτη συναλλαγματική. Συγχρόνως, υπέγραψαν νέο συμφωνητικό αναγνωρίσεως της οφειλής, αντικαταστάσεως της συναλλαγματικής με τη νέα και το συμφωνητικό αυτό εφέρετο επίσης ότι υπογράφει και ο εγγυητής πατέρας του κατηγορουμένου στη θέση "οι συμβαλλόμενοι". Την οφειλή αυτή ποσού 213.465 ευρώ, δεν εξόφλησε ο κατηγορούμενος την ημερομηνία που όρισαν (23.7.2004). Ο πολιτικώς ενάγων επιδίωξε συνάντηση με τον πατέρα του κατηγορουμένου και εκείνος όταν ο πολιτικώς ενάγων του ζήτησε την εξόφληση, ανέφερε ότι δεν γνώριζε για την υπόθεση αυτή, του δήλωσε δε ότι δεν είχε υπογράψει τις συναλλαγματικές, ούτε το ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι την υπογραφή του έθεσε κατ’ απομίμηση ο γιος του κατηγορούμενος. Τούτο ήταν αληθές. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος είχε παραστήσει στον πολιτικώς ενάγοντα τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, δεδομένου ότι δεν ήταν μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, δεν είχε τραπεζικές καταθέσεις, δεν ήταν αξιόχρεο άτομο, ο πατέρας του δεν εγγυάτο για τα χρέη του, στη συνέχεια δε ο πατέρας του δεν είχε υπογράψει τις συναλλαγματικές που είχε παραδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα ούτε το ιδιωτικό συμφωνητικό. Μ’ αυτές τις ψευδείς παραστάσεις, το ψεύδος των οποίων γνώριζε αφού τα πραγματικά περιστατικά που παρουσίασε αφορούσαν τον ίδιο, και ο ίδιος είχε θέσει κατ’ απομίμηση την υπογραφή του πατέρα του στις συναλλαγματικές και το ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει, έπεισε τον πολιτικώς ενάγοντα να του πωλήσει με πίστωση τις ποσότητες ειδών κινητής τηλεφωνίας που ζητούσε και να πιστωθεί το τίμημα αυτών, εξακολουθητικώς ώστε η οφειλή να ανέλθει στο ποσό των 213.465 ευρώ, το οποίο να μην μπορέσει να εισπράξει και να ζημιωθεί κατά το αντίστοιχο ποσό. Αυτά μετήλθε ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, αντίστοιχου ποσού, έτσι όμως ζημίωσε τον πολιτικώς ενάγοντα κατά το ποσό αυτό που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και καθιστά την πράξη της απάτης κακουργηματικής μορφής. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, εν γνώσει του κατάρτισε πλαστά έγγραφα και συγκεκριμένα τις ανωτέρω συναλλαγματικές και το από 21.7.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, θέτοντας κατ’ απομίμηση την υπογραφή του πατέρα του Π. Χ. στη θέση του εγγυητή και στη θέση "οι συμβαλλόμενοι" του συμφωνητικού, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τον πολιτικώς ενάγοντα ότι ο πατέρας του εγγυάται για την καταβολή του δικού του χρέους, ανερχομένου στο ανωτέρω ποσό, ήτοι για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες. Επομένως, ο κατηγορούμενος διέπραξε τις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας με χρήση, των οποίων το όφελος του ιδίου και η ζημία του πολιτικώς ενάγοντος υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί απάτες και πλαστογραφίες κατ; επάγγελμα, καθόσον δεν υπήρξε αναγκαία υποδομή για την τέλεση τους ούτε με πρόθεση για επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών".
Με αυτά που δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 160/2013 απόφασή του την κατά τα άνω, απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας με χρήση συναλλαγματικών και ιδιωτικού συμφωνητικού, κατ’ εξακολούθηση, με αντικείμενο του εγκλήματος σε βάρος του παθόντος, συνολικού ποσού ζημίας 213.465 ευρώ, ήτοι ανώτερου και του ποσού των 120.000 ευρώ που απέβλεπεν ο κατηγορούμενος και για τα οποία εγκλήματα καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.α’ και γ’ , 26 παρ.1 α, 27, 94, 98, 216 και 386 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επιμέρους αιτιάσεις και λόγους του αναιρεσείοντος στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, α) παρατίθεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα Σεπτεμβρίου 2003, 27-5-2004, μέχρι και 21-7-2004, που τέλεσε με περισσότερες από μία πράξεις απάτη και πλαστογραφία με χρήση, παρατίθεται στην αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με δόλο, δια ψευδών παραστάσεων γεγονότων, περί φερεγγυότητας αυτού και του δήθεν εγγυητή πατέρα του, παραπλανώντας τον πολιτικώς ενάγοντα πωλητή, με την πλαστή προσωπική εγγύηση συναλλαγματικής του πατέρα αυτού του κατηγορουμένου, που δήθεν υπέγραψε ως τριτεγγυητής στις συναλλαγματικές, αρχική και μετ’ ανανέωση, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τον πολιτικώς ενάγοντα που του παρέδωσε επί πιστώσει εμπορεύματα κινητής τηλεφωνίας, με ποσό συνολικό 213.465 ευρώ, που ουδέποτε εισέπραξε ο παθών και που υπερβαίνει και το ποσό των 120.000 ευρώ, β) εξηγείται επαρκώς πώς το δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση και δεν υπάρχει αντίφαση σχετικά με το ρόλο του κατηγορουμένου στις επίμαχες συναλλαγματικές, γ) παρατίθεται στην αιτιολογία ότι το αντικείμενο της απάτης και της πλαστογραφίας με χρήση, οι οποίες τελέστηκαν κατ’ εξακολούθηση, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 213.465 ευρώ, που ουδέποτε εισέπραξε ο παθών, όπως αναλυτικά εξάγεται με τα παρατιθέμενα στο διατακτικό περιστατικά, που υπερέβαινε και που υπερβαίνει και το ποσό των 120.000 ευρώ, στο οποίο ποσό αναπροσαρμόσθηκε η άνω διάταξη με το άρθρο 25 του ν. 4055/2012, ενώ το όφελος που επιδιώχθηκε και από αυτή επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα υπερέβαινε το ποσό των 120.000 ευρώ, στο οποίο συνολικό ποσό και απέβλεπε τελικά ο κατηγορούμενος, με ενότητα δόλου, οπότε και οι πράξεις διατηρούν τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα και δεν πρόκειται για πλημμελήματα, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων και δ) δεν τίθεται θέμα παραγραφής των μερικότερων πράξεων, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, καθόσον οι πράξεις αυτές φέρονται τελεσθείσες μετά την ισχύ του ν. 2721/1999 και ήταν προσχεδιασμένες πριν την τροποποίηση του άρθρου 98 ΠΚ με το άρθρο 25 του ν. 4055/2012 και αφού το συνολικό ποσό οφέλους και αντίστοιχης ζημίας υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, δεν υπάρχει ζήτημα εφαρμογής του άνω επιεικέστερου ν. 4055/2012 που αύξησε το ποσό σε 120.000 ευρώ. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όπως ότι την 25-5-2004 η βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος ανερχόταν σε 118.000 ευρώ και αυξήθηκε κατά 95.465 ευρώ μετά την 21-7-2004, αναφέρονται στην εσφαλμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς δεν ελέγχονται αναιρετικά και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως όλοι οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ και για παραβίαση του άρ. 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 2/10-3-2014 αίτηση - δήλωση του Δ. Χ. του Π., για αναίρεση της με αρ. 160/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή