Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1921 / 2007    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αντίσταση κατά της αρχής, Υπάλληλος.




Περίληψη:
Αιτιολογίας ανεπάρκεια. Επί αντιστάσεως κατά της αρχής, δεν διευκρινίζεται πως ο καθ’ ου η αντίσταση ιδιωτικός θηροφύλακας απέκτησε την ιδιότητα του υπαλλήλου εξομοιωθείς με τους φύλακες θήρας, όργανα της δασικής υπηρεσίας.






Αριθμός 1921/2007



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Σκάκα, περί αναιρέσεως της 350/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.12.2006 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 26.3.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 6/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 §§ 1 και 2 του ΠΚ, "όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη, που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που είχε προστρέξει για να τον υποστηρίξει, ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (§ 1)", αν δε οι πράξεις που προβλέπει η ανωτέρω παράγραφος έγιναν, εκτός άλλων, από πρόσωπο που οπλοφορεί, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτή. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλής βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται, τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. α του αυτού Κώδικα, υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Ως υπάλληλοι, κατά την ανωτέρω έννοια, θεωρούνται οι δημόσιοι δασικοί υπάλληλοι και τα όργανα της δασικής υπηρεσίας, με αυτούς δε εξομοιώνονται και οι φύλακες θήρας του άρθρου 267 §§ 1 και 2 του ν.δ. 86/1969, δηλαδή οι προσλαμβανόμενοι με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στο ΦΕΚ, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αμειβόμενοι με μηνιαία αντιμισθία από το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιο Θήρας), στα καθήκοντα των οποίων ανάγεται η εφαρμογή και η τήρηση των περί θήρας διατάξεων του Δασικού Κώδικα (Βιβλίο Έκτο του ν.δ. 86/1969, άρθρα 251 - 267). Από τους κατά τον τρόπο αυτό προσλαμβανόμενους φύλακες θήρας - όργανα της δασικής υπηρεσίας διακρίνονται οι διοριζόμενοι, κατά τη διάταξη του άρθρου 267 § 3 του άνω ν.δ. 86/1969, όπως αυτή ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα την παρούσα υπόθεση κρίσιμο χρόνο (22.12.2000) πριν την συμπλήρωσή της κατά τα εδαφ. δ έως και ζ με το άρθρο 4 § 13 του ν. 3.208/2003, από κυνηγετικές οργανώσεις ή ιδιοκτήτες μη δημόσιων εκτάσεων ιδιωτικοί φύλακες θήρας. Οι τελευταίοι δεν είναι κατ' αρχήν υπάλληλοι, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α του ΠΚ, μετά όμως από πρόταση της αρμόδιας δασικής αρχής, αναγνωρίζονται από τον Υπουργό Γεωργίας ως φύλακες θήρας, οπότε εξομοιώνονται σε ό,τι αφορά στα καθήκοντα και τα δικαιώματά τους με τους φύλακες θήρας της § 1 του ίδιου άρθρου, με συνέπεια να τους έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και κατά το γενόμενο από αυτούς έλεγχο για την εφαρμογή και την τήρηση των διατάξεων περί θήρας, να έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, λύση μάλιστα την οποία υιοθέτησε, προς άρση των υφιστάμενων έως τότε αμφισβητήσεων, το άρθρο 4 § 13 του ν. 3.208/24.12.2003, ορίζοντας ρητώς, με το προστεθέν στην § 3 του άρθρου 267 εδαφ. δ του ν.δ. 86/1969, ότι "οι αναγνωριζόμενοι ως ιδιωτικοί φύλακες θήρας θεωρούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α του ΠΚ ...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την υπ' αριθ. 350/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στις 22.12.2000, στο λόφο του ........... Φλώρινας, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούσαν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ο κατηγορούμενος μεταχειρίστηκε απειλή βίας για να εξαναγκάσει υπάλληλο να παραλείψει νόμιμη πράξη που αναγόταν στα καθήκοντα του, προέβη δε στην πράξη αυτά ενώ οπλοφορούσε και το πρόσωπο, κατά του οποίου στράφηκε η πράξη, διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο. Ειδικότερα, ενώ ο ομοσπονδιακός θηροφύλακας Γ1, που υπηρετούσε στην ΣΤ΄ Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας - Θράκης και εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία μαζί με άλλους συναδέλφους του στην ευρύτερη περιοχή του εκτροφείου θηραμάτων του ..........., κατέλαβε τον κατηγορούμενο και το γιο του Χ να θηρεύουν παράνομα εντός του εκτροφείου, φέροντες κυνηγετικά όπλα και έχοντας προωθήσει και δύο κυνηγετικά σκυλιά. Όταν τους πλησίασε, για να προβεί σε έλεγχο των εγγράφων τους (δηλαδή των αδειών θήρας και κατοχής κυνηγετικού όπλου), αλλά και των στοιχείων ταυτότητάς τους, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση να εξαναγκάσει τον πιο πάνω θηροφύλακα να παραλείψει τη νόμιμη αυτή ενέργειά του, κρατώντας στα χέρια του την υπ' αριθ. ........ κυνηγετική καραμπίνα, μάρκας ........ 1100, κινήθηκε απειλητικά εναντίον του, προτάσσοντας το όπλο του κατ' αυτού και απευθύνοντας συγχρόνως εναντίον τούτου, που διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο, τη φράση "φύγε ρε, γιατί θα σου ρίξω", με αποτέλεσμα να εξαναγκάσει τον τελευταίο να υποχωρήσει, χωρίς να προβεί στον έλεγχο των στοιχείων τους, σε ενδεχόμενη κατάσχεση των κυνηγετικών όπλων και σε υποβολή σε βάρος τους μηνύσεως, ήτοι σε νόμιμη ενέργεια, αναγόμενη στα καθήκοντά του, φοβούμενος ότι ο κατηγορούμενος θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Σε παρόμοια ενέργεια και για τον ίδιο ως άνω σκοπό προέβη ο κατηγορούμενος λίγο αργότερα, για δεύτερη φορά, όταν περίμενε στημένος στο γόνατο, με την άνω κυνηγετική καραμπίνα προτεταμένη, το μηνυτή - θηροφύλακα, που τους ακολούθησε από μακριά, απευθύνοντας σ' αυτόν τη φράση "φύγε σου λέω, θα μου κλείσεις το σπίτι", με αποτέλεσμα να εξαναγκάσει τον τελευταίο να τραπεί σε φυγή, φοβούμενος ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος θα πραγματοποιούσε την απειλή του και θα τον πυροβολούσε. Προσέτι, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η περιοχή εκείνη ήταν απαγορευμένη για κυνήγι και ότι οι αναγνωρισμένοι, κατά τη διαδικασία του άρθρου 267 § 3 του Δασικού Κώδικα, ιδιωτικοί φύλακες θήρας, που προσλαμβάνονταν από Κυνηγετικές Οργανώσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους για την εφαρμογή και την τήρηση των περί θήρας διατάξεων, εξομοιώνονταν με τους φύλακες θήρας και θεωρούνταν υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α του ΠΚ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αξιόποινης πράξης της αντίστασης κατά της αρχής, που τελέστηκε από πρόσωπο που οπλοφορούσε και κατά προσώπου που διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, κατ' εξακολούθηση (άρθρο 167 §§ 1 και 2, 98 ΠΚ), και, αφού αναγνώρισε σε τούτον την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 α του ΠΚ, επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια.
3. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του : Α) δεν διέλαβε σε αυτή την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το ζήτημα, αν ο ιδιωτικός θηροφύλακας της ΣΤ΄ Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας - Θράκης Γ1 ήταν δημόσιος υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ α του ΠΚ, διότι, αν και δέχθηκε, προκειμένου για πράξη που τελέστηκε στις 22.12.2000, ότι αυτός, μην έχοντας κατ' αρχήν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είχε εξομοιωθεί με τους φύλακες θήρας - όργανα της δασικής υπηρεσίας κατά το άρθρο 267 § 3 του Δασικού Κώδικα, δεν εξέθεσε περαιτέρω σε αυτή, ότι η εξομοίωσή του με τους δασικούς θηροφύλακες είχε γίνει, σύμφωνα με την εκτεθείσα διάταξη, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας μετά πρόταση της αρμόδιας δασικής αρχής και δεν ανέφερε τη συγκεκριμένη σχετική υπουργική απόφαση, από την οποία προέκυπτε η εξομοίωση αυτή, και Β) περαιτέρω διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη διάταξη του άρθρου 167 §§ 1 και 2 ΠΚ, που εφάρμοσε, και έτσι τη στέρησε νόμιμης βάσεως, διότι δεν διευκρινίζεται σε αυτή, αν η περιοχή, όπου ο κατηγορούμενος καταλήφθηκε να θηρεύει, ήταν εκτροφείο θηραμάτων, το οποίο είχε ιδρυθεί νομίμως, με απόφαση κανονιστικού χαρακτήρα του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αν επομένως απαγορευόταν ή όχι το κυνήγι και ποιών θηραμάτων στην περιοχή, εν όψει και της προηγηθείσας από τον πρώτο βαθμό αθωώσεώς του για την πράξη της παράνομης θήρας, ενώ, αντιφατικά με την παραδοχή του αιτιολογικού, ότι αυτός καταλήφθηκε να θηρεύει εντός του εκτροφείου θηραμάτων, γίνεται δεκτό σε σημείο του διατακτικού, ότι ο ίδιος θήρευε στην ευρύτερη περιοχή του εκτροφείου θηραμάτων του .............. Φλώρινας, εξαιτίας δε των ελλιπών και αντιφατικών αυτών παραδοχών, δεν είναι εφικτό να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν εφαρμόσθηκαν σωστά οι προδιαληφθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, για παράβαση των οποίων κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ιδίως ως προς την νομιμότητα της πρόσκλησης των δασικών υπαλλήλων να τον υποβάλουν σε έλεγχο, στοιχείο που ήταν απαραίτητο για την αντικειμενική θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της αντιστάσεως. Κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως και το μοναδικό λόγο των πρόσθετων λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με τους πρόσθετους λόγους αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Αναιρεί την υπ' αριθ. 350/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Οκτωβρίου 2007.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή