Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1501 / 2018    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απόρριψη, Απάτη, Έξοδα, Αβάσιμοι λόγοι.




Περίληψη:
Κατ' εξακολούθηση απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με
περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν συνολικά τα 30.000
ευρώ. Λόγοι απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης 4
αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ'). Αβάσιμοι οι λόγοι. Απορρίπτει
αναίρεση. Επιβάλλει έξοδα.





Αριθμός 1501/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Ψ. του Ι., κατοίκου ... Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ζωή Γιανναδάκη, η οποία διορίσθηκε με την υπ'αριθ....2017 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 416/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...17.
Αφού άκουσε
Την διορισθείσα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει, για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την ενοχή ή την επιβλητέα ποινή, έγγραφο που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου κώδικα, επειδή παραβιάζεται το από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά για την δημόσια ποινική συζήτηση δεν είναι αναγκαίο να σημειώνεται σε ποιό αποδεικτέο ζήτημα αφορά το έγγραφο που αναγνώστηκε, ούτε να καταχωρίζεται σ' αυτά το περιεχόμενο του εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν επαρκώς την ταυτότητα του εγγράφου (χρόνος σύνταξης, όνομα συντάκτη ή αναφορά εκδότριας αρχής κ.λπ.), ώστε να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώστηκε πράγματι το περιεχόμενό του και ότι ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου, είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ., πράγμα που εξαρτάται από την πραγματοποίηση της ανάγνωσης του εγγράφου, και όχι από τον τρόπο καταχώρισής του στα πρακτικά. Όταν δε το έγγραφο προσκομίστηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο προσδιορισμός της ταυτότητάς του δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς αυτόν, ο οποίος, αφού γνωρίζει το περιεχόμενό του, μπορεί να προβαίνει σε σχετικές δηλώσεις και εξηγήσεις, κατά το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ.. Επίσης δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αναγνωστέου εγγράφου, εάν δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ή δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώστηκε άλλο έγγραφο με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου που δεν αναγνώστηκε δεν επιφέρει την προαναφερόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο, που το περιεχόμενό του, κατά την απόφαση, έχει προκύψει από άλλο αποδεικτικό μέσο ή αναφέρεται στην απόφαση μόνο διηγηματικά, και όχι για τη θεμελίωση ενοχής και την επιμέτρηση ποινής ή πρόκειται για έγγραφο διαδικαστικό ή για έγγραφο που αποτελεί το σώμα (υλικό αντικείμενο) ή τη βάση του εγκλήματος και θεμελιωτικό στοιχείο της κατηγορίας που αποδόθηκε και γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος, αφού γνώριζε την κατηγορία, ήταν σε θέση να αντιτάξει σχετική υπεράσπιση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντα κρίση του και στο με αριθμό 2316/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, όμως, είναι το τελεσίδικο παραπεμπτικό βούλευμα που περιέχει την σε βάρος του κατηγορία. Τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της με αριθμό 4774/2016 πρωτόδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία αναγνώστηκε από το δικάσαν δικαστήριο (βλ. σελ. 14 προσβαλλόμενης) και στην οποία αναφέρεται κατά πιστή μεταφορά ότι: "Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, απήγγειλε συνοπτικά την κατηγορία που περιέχεται στο με αριθμό 2416/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επικυρωθέντος και μεταρρυθμισθένος εν μέρει δια του 2316/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών..". Εξάλλου το ανωτέρω βούλευμα μνημονεύεται και στο σκεπτικό της με αριθμό 4774/2016 πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, όπως αναφέρθηκε, αναγνώσθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία από το δικάσαν δικαστήριο. Κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, αφού αυτό ήταν διαδικαστικό έγγραφο και συγκεκριμένα το τελεσίδικο βούλευμα επί της κατηγορίας για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων και ο τελευταίος, το μεν γνώριζε την κατηγορία και τα όσα αυτό διελάμβανε ως περιεχόμενό του και μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματά του, το δε επρόκειτο περί εγγράφου, το οποίο μνημονεύεται σε έγγραφο που αναγνώστηκε και συγκεκριμένα στα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως. Επομένως, από τη λήψη υπόψη του ως άνω διαδικαστικού εγγράφου (τελεσιδίκου βουλεύματος επί της κατηγορίας για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος) χωρίς τούτο να έχει αναγνωσθεί, δεν παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δεν επήλθε καμία απόλυτη ακυρότητα και συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται να είναι το ίδιο πρόσωπο εκείνος που παραπλανήθηκε με εκείνον που ζημιώθηκε. Η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης του άλλου, που προκλήθηκε από αυτή, ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του εκείνου που παραπλανήθηκε. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος, είναι δε αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη εκείνου που πλανήθηκε. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 του Π.Κ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρ. 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996, "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έγινε η πράξη, μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3 (με το άρθρ. 1 παρ.11 του Ν. 2408/1996) ορίσθηκε, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια", αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999 (άρθρ. 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ή 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την ανωτέρω αντιστοιχία)". Έτσι, για την κακουργηματική μορφή τη απάτης απαιτείτο, κατά την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί, κατά τα άνω, με το άρθρ. 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά, όμως, την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ. με το άρθρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια αλλ' απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο, ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος, που επιδίωξε αυτός ή η αντίστοιχη συνολική ζημία, που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ). Δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, τουτέστιν, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξης, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγούμενων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς, πράξεις απάτης, που τελέσθηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών (ή 15.000 ευρώ) διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Η άποψη, ότι για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης, που τελέσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ. (ή 15.000 ευρώ), θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανύπαρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει όρια, αλλά με το αθροιστικό σύστημα (Ολομ. Α.Π. 5/2008). Ήδη, από τις 2-4-2012 και εφεξής, ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα ως άνω ποσά των 15.000 και 73.000 ευρώ αναπροσαρμόσθηκαν στα ποσά των 30.000 και 120.000 ευρώ, αντίστοιχα, με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2 περ. δ' και παρ. 1 περ. ιδ', αντίστοιχα, του Ν. 4055/2012, οπότε, κατ' εφαρμογή της τελευταίας ως άνω ηπιότερης ποινικής διατάξεως (άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ.), η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ αντί των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 στοιχ. στ' του Π.Κ., "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξης, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση αυτής, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή της, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98 Π.Κ.), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, ενώ, εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα τελέσεως να διαπιστώνεται, ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Όταν συντρέχει περίπτωση κατ' επάγγελμα τελέσεως από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης με πρόθεση πορισμού εισοδήματος, δεν απαιτείται να εκτίθεται και ότι ο δράστης είχε διαμορφωμένη υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξης. Για τη συνδρομή δε της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του εγκλήματος κατά συνήθεια απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενώ δεν συντρέχει κατά συνήθεια τέλεση, όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ' άρθρ. 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρ. 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ, όταν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο στοιχείο αυτό, το οποίο απαιτείται και στο αδίκημα της απάτης. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 416/2017 αποφάσεώς του, δέχθηκε κατά πλειοψηφία (4-1) ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία κατηγορούμενου), αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και συγκεκριμένα ότι αυτός στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους εγκαλούντες ότι είναι φερέγγυο πρόσωπο, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ακίνητη περιουσία, με ευρύ κύκλο εργασιών και με επιθυμία να συνεργαστεί επί μακρόν μαζί τους για την αγορά των προϊόντων τους, τα οποία θα διέθετε από το πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρούσε στο … χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου, που είχε μισθώσει στις 7.2.21997, από τον Ι. Δ., ενώ δεν ήταν φερέγγυος, είχε πολλά χρέη σε τρίτους, ούτε ακίνητη περιουσία διέθετε, ούτε διαθέσιμα κεφάλαια στις Τράπεζες είχε και έτσι με τις άνω ψευδείς παραστάσεις του παραπλάνησε τους εγκαλούντες και τους έπεισε να τον προμηθεύσουν εμπόρευμα με πίστωση του τιμήματος, ολιγοήμερη αποδοχή επιταγών και δη: α) του εκπροσώπους της πρώτης των εγκαλούντων, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", να τον προμηθεύσει υγρά καύσιμα, αξίας 2.993.381, 6.285.225 και 4.606.406 δρχ. αντιστοίχως και συνολικής αξίας 13.885.012 δρχ. με τα υπ' αριθμ. .../11.2.1997, ...18.2.1997 και .../20.2.1997 τιμολόγια της πωλήτριας, χορηγήσας τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της ΙΟΝΙΚΗΣ Τράπεζας, που ήταν ακάλυπτες, β) τους νομίμους εκπροσώπους της δεύτερης εγκαλούσας εταιρίας με τον τίτλο "..." να τον προμηθεύσουν υγρά καύσιμα, αξίας 5.599.011, 4.494.051 και 6.064.114 δρχ. αντιστοίχως, με τα .../21.2.1997, .../22.2.1997 και .../24.2.1997 τιμολόγια της πωλήτριας και συνολικής αξίας 16.157.176 δρχ., με ολιγοήμερη πίστωση του τιμήματος, χορηγήσας γι' αυτά την ... επιταγή της ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και τις ... επιταγές της ..., οι οποίες ήταν ακάλυπτες, γ) τον τρίτο εγκαλούντα Μ. Κ. του Δ., να τον προμηθεύσει στις 11.2.1997 (30) ελαστικά αυτοκινήτων, αξίας 2.670.000 δρχ. και στις 21.2.1997 (18) ελαστικά, αξίας 1.600.000 δρχ., με τα υπ' αριθμ. ... τιμολόγια, με τριήμερη πίστωση του τιμήματος, χορηγήσας δύο επιταγές ποσού 2.420.000 και 5.200.000 δρχ., λήξεως της 25.3.1997 και 25.2.1997 αντίστοιχα, οι οποίες ήταν ακάλυπτες, δ) την τέταρτη των εγκαλούντων Π. - Σ. Κ., να την προμηθεύσει (40) ελαστικά αυτοκινήτων, αξίας 4.440.010 δρχ., με το υπ' αριθμ. ...2.1997 τιμολόγιο και ε) τον πέμπτο εγκαλούντα Π. Π., να του προμηθεύσει μηχανήματα πλυντηρίου αυτοκινήτων, αξίας 1.503.261 δρχ. με το υπ' αριθμ....2.1997 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, το οποίο ουδέποτε εξόφλησε και έτσι με τον άνω τρόπο έβλαψε την περιουσία των εγκαλούντων κατά τα άνω ποσά παράνομα, που αντιστοιχούσαν στο τίμημα των εμπορευμάτων που του παρέδωσαν, χωρίς ποτέ να εξοφλήσει το τίμημα, ούτε να επιστρέφει τα εμπορεύματα, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ανερχόμενο συνολικώς σε 43.605.459 δραχμές, ήτοι 127.969,06 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος είχε εξ αρχής σκοπό να μην αποδώσει με αποτέλεσμα να μειωθεί η περιουσία των ανωτέρω παθόντων κατά τα ως άνω ποσά με αντίστοιχη αύξηση της περιουσίας του. Τις ανωτέρω δε πράξεις τέλεσε ο κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη διάπραξη αυτών προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Τα περιστατικά αυτά προέκυψαν ιδίως από τις προανακριτικές και ανακριτικές ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που αναγνώσθηκαν, για το λόγο ότι είναι ανέφικτη η κλήτευσή τους ώστε να εμφανισθούν στο Δικαστήριο, όπως προέκυψε από τις προαναφερόμενες σχετικές βεβαιώσεις των δικαστικών επιμελητών. Τα παραπάνω περιστατικά προέκυψαν επίσης από τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας Μ. Κ. και Μ. Κ.. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι την παραπάνω πράξη την τέλεσε ο υπάλληλός του Σ. Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι από τις ένορκες καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων Μ. Κ. και Μ. Κ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απάτης, να σημειωθεί τέλος, ότι για τον προαναφερθέντα υπάλληλο του κατηγορουμένου Σ. Δ. το υπ' αριθμ. 2316/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έκρινε να μη γίνει σε βάρος του κατηγορία για άμεση συνέργεια σε απάτη γιατί "δεν προέκυψε ότι αυτός τελούσε σε γνώση των εγκληματικών διαθέσεων του συγκατηγορουμένου του (Ε. Ψ.) και έπραξε κατ' αυτό τον τρόπο για να παράσχει σ' αυτόν οποιαδήποτε συνδρομή. Άλλωστε εκτός από την παραλαβή των εμπορευμάτων, τα οποία ως υπάλληλος δεν μπορούσε ν' αρνηθεί, δεν προέκυψε ότι ήρθε σε καμία άλλη επαφή με τους παθόντες, οι οποίοι αγνοούσαν και την ύπαρξή του. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά πλειοψηφία, της ανωτέρω αξιόποινης πράξης". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε κατά πλειοψηφία (4-1) τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο κατ' εξακολούθηση απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με όφελος και με αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν συνολικά τα 30.000 ευρώ και του επέβαλε κάθειρξη πέντε (5) ετών, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 11 έως 14 Φεβρουάριου 1997, με περισσότερες πράξεις που αποτελούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, σε πράξη βλαπτική της περιουσίας της, όντας πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ από τις πράξεις αυτές προξενήθηκε στους παθόντες ζημία άνω των 5.000.000 δρχ., και ο ίδιος απεκόμισε αντίστοιχο όφελος και ειδικότερα στους άνω τόπο και χρόνους, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, άνω των 5.000.000 δρχ., παρέστησε στους κατώτερω αναφερόμενους εγκαλούντες ότι είναι φερέγγυο πρόσωπο, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ακίνητη περιουσία, με ευρύ κύκλο εργασιών και με επιθυμία να συνεργαστεί επί μακρόν μαζί τους για την αγορά των προϊόντων τους, τα οποία θα διέθετε από το πρατήριο υγρών καυσίμων, που διατηρούσε στο ... χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου, που είχε μισθώσει στις 7-2-1997, από τον Ι. Δ., ενώ δεν ήταν φερέγγυος, είχε πολλά χρέη σε τρίτους, ούτε ακίνητη περιουσία διέθετε, ούτε διαθέσιμα κεφάλαια στις Τράπεζες είχε και έτσι με τις άνω ψευδείς παραστάσεις του παραπλάνησε τους εγκαλούντες και τους έπεισε να τον προμηθεύσουν εμπόρευμα με πίστωση του τιμήματος, ολιγοήμερη, και αποδοχή επιταγών και δη: α) τους εκπροσώπους της πρώτης των εγκαλούντων, ανώνυμης εταιρίας "... Α.Ε", να τον προμηθεύσει υγρά καύσιμα, αξίας 2.993.381, 6.285.225 και 4.606.406 δρχ., αντιστοίχως, και συνολικής αξίας 13.885.012 δρχ με τα υπ' αριθμ. .../11-2-97, .../18-2-1997 και .../20-2-97 τιμολόγια της πωλήτριας, χορηγήσας τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της ΙΟΝΙΚΗΣ Τράπεζας, που ήταν ακάλυπτες, β)τους εκπροσώπους της δεύτερης εγκαλούσας εταιρίας με τον τίτλο "..." να τον προμηθεύσουν υγρά καύσιμα, αξίας 5.599.011. 4.494.051 και 6.064.114 δρχ. και αντιστοίχως, με τα υπ' αριθμ. ... /21-2-1997, .../22-2-1997 και .../24-2-1997 τιμολόγια της πωλήτριας και συνολικής αξίας 16.157.176 δρχ., με ολιγοήμερη πίστωση του τιμήματος, χορηγήσας γι' αυτά τις ... της ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και τις ... επιταγές της ..., οι οποίες ήσαν ακάλυπτες, γ) τον τρίτο εγκαλούντα Μ. Κ. του Δ., να τον προμηθεύσει στις 11-2-97 (30) ελαστικά αυτοκινήτων, αξίας 2.670.000 δρχ. και στις 21-2-97 (18) ελαστικά, αξίας 1.600.000 δρχ.. με τα υπ' αριθμ. ... τιμολόγια, με τριήμερη πίστωση του τιμήματος, χορηγήσας δύο επιταγές ποσού 2.420.000 και 5.200.000 δρχ., λήξεως της 25-3- 97 και 25-2-1997 αντίστοιχα, οι οποίες ήσαν ακάλυπτες, δ) την τέταρτη των εγκαλούντων Π. - Σ. Κ., να τον προμηθεύσει (40) ελαστικά αυτοκινήτων, αξίας 4.440.010 δρχ., με το υπ' αριθμ. ...2-97 τιμολόγιο και ε) τον πέμπτο εγκαλούντα Π. Π., να του προμηθεύσει μηχανήματα πλυντηρίου αυτοκινήτων, αξίας 1.503.261 δρχ., με το υπ' αριθμ...-2-97 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, το οποίο ουδέποτε εξόφλησε, και έτσι με τον άνω τρόπο έβλαψε την περιουσία των μηνυτών κατά τα άνω ποσά παράνομα, που αντιστοιχούσαν στο τίμημα των εμπορευμάτων που του παρέδωσαν, χωρίς ποτέ να εξοφλήσει το τίμημα, ούτε να επιστρέφει τα εμπορεύματα, στις δε άνω πράξεις του προέβη έχοντας αποκτήσει ροπή στην τέλεση αυτών και έχοντας δημιουργήσει υποδομή για την επανειλημμένη διάπραξη αυτών, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, ενώ το συνολικό όφελος που πέτυχε και η αντίστοιχη συνολική ζημία που προξένησε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ανερχόμενο σε 43.605.459 δραχμές (127.969,06 ευρώ)". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της κατ' εξακολούθηση απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 30.000 ευρώ, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας του κάθε αποδεικτικού μέσου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 26 παρ.1, 27 παρ.1, 98, και 386 παρ.1 και 3 περ. α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται αναλυτικά και με ακρίβεια οι απατηλές ενέργειες του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστησε ψευδώς στους εγκαλούντες ότι είναι φερέγγυο πρόσωπο, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ακίνητη περιουσία, με ευρύ κύκλο εργασιών και με επιθυμία να συνεργαστεί επί μακρόν μαζί τους, με αντικείμενο την αγορά των προϊόντων τους, τα οποία θα διέθετε προς πώληση από το πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρούσε στο ... χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. Αθηνών Κορίνθου, ενώ το αληθές ήταν ότι δεν ήταν φερέγγυος, είχε πολλά χρέη σε τρίτους, δεν διέθετε ακίνητη περιουσία, ούτε είχε διαθέσιμα κεφάλαια στις Τράπεζες. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισε τους εγκαλούντες και δη τον εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τους εκπροσώπους της εταιρείας "..." να τον προμηθεύσουν με υγρά καύσιμα, τον Μ. Κ. και Π.-Σ. Κ. να τον προμηθεύσουν με ελαστικά αυτοκινήτων και τον Π. Π. να τον προμηθεύσει με μηχανήματα πλυντηρίου αυτοκινήτων, εμπορεύματα τα οποία αγόρασε με πίστωση του τιμήματος ή με την έκδοση επιταγών, όπως αναλυτικά η κάθε περίπτωση περιγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τίμημα των οποίων ανέρχεται συνολικά σε 127.969,06 ευρώ, το οποίο ουδέποτε κατέβαλε στους δικαιούχους, οι δε επιταγές που εξέδωσε δεν πληρώθηκαν καθόσον δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία των εγκαλούντων με αντίστοιχη αύξηση της δικής του περιουσίας. Περαιτέρω με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη τόσο η γνώση και θέληση πραγμάτωσης των ως άνω επιλήψιμων πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του ίδιου, όσο και ο σκοπός του, ο οποίος ήταν να παραπλανήσει τους εγκαλούντες και να προέλθουν στις ενέργειες εκείνες που εξυπηρετούσαν το τελικό σχέδιό του, δηλαδή στην παράδοση σ' αυτόν των εμπορευμάτων που αναφέρθηκαν. Διαλαμβάνονται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνοπτικά, τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που αφορούν τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού, για να στηρίξει την κρίση του το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε ότι αυτός ενήργησε έχοντας δημιουργήσει υποδομή για επανειλημμένη τέλεση της απάτης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, έχοντας αποκτήσει από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος αυτού σταθερή ροπή για την διάπραξή του, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Τέλος αβάσιμη παρίσταται και η αιτίαση ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι πιστή αντιγραφή του διατακτικού, καθόσον, αφενός μεν το διατακτικό περιέχει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τη αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, αφετέρου δε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται και ιδιαίτερες (πρόσθετες) σκέψεις και κατά συνέπεια δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ τους. Ενόψει τούτων, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2017 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ε. Ψ. του Ι., κατοίκου ... Κρήτης και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Νεάπολης Κρήτης, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. ...-2-2017 έκθεση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, περί αναιρέσεως της 416/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή