Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 487 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης, Αρχαιότητες.




Περίληψη:
Αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα ως προς κοινόχρηστο. Απαράδεκτη η αναίρεση που ασκήθηκε από διάδικο που είχε αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησης της. Λόγοι αναίρεσης: από 19, 12, 10 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρίπτονται ως αβάσιμοι.




Αριθμός 487/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Γ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., 3) Ε. Π. χας Κ. το γένος Κ. Σ., 4) Μ. Π. του Κ., 5) Μ. Π. του Κ. και 6) Ρ. Π. του Κ., κατοίκων ..., (οι 3η, 4ος, 5η και 6η ως κληρονόμοι του Κ. Π. του Μ..). Ο 2ος δεν παραστάθηκε, οι λοιποί (1ος, 3η, 4ος, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Αναστασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1) Σ. Α. χας Κ., το γένος Μ. Μ., 2) Γ. Α. του Κ., 3) Α. Α. του Κ., κατοίκων ..., 4) Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 5) Α. Α. ή Α. του Κ., κατοίκου ... και 6) Π. Α. του Κ., κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Κ. Α. του Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 28/11/2000 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Βάμμου Χανίων, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2002 μη οριστική, 180/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 524/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4/6/2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1188/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 3/1/2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο 1ος, 3η, 4ος, 5η και 6η των αναιρεσειόντων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 1/2/2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 4/6/2008 αίτηση αναιρέσεως της 524/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 9339Δ/4-7-2012, 9311Δ/29-6-2012, 9338Δ/4-7-2012, 9410Δ/11-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων ... και τις 10237Β/19-10-2012, 10230Β/11-10-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών σε συνδυασμό με τις 10829Γ/2-7-2009, 10828Γ/2-8-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων ..., τις 275Δ/19-11-2009 και 280Δ/19-11-2009, 3397Β/30-6-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 8715/2-7-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την από 3-1-2012 κλήση τους μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της με την από 1188/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της από 3-1-2012 κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι αφού δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242§2 ΚΠολΔ κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο της 23-1-2013, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ο άνθρωπος επομένως έχει τέτοια ικανότητα από τότε που θα γεννηθεί ζων μέχρι το θάνατό του (άρθρα 34 και 35 ΑΚ). Εξ' άλλου κατά μεν το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 διαδικαστική προϋπόθεση, κατά δε το άρθρο 56 παρ.1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν εφ' όσον νικήθηκαν στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι η έλλειψη του να έχει κάποιος την ικανότητα διαδίκου αποτελεί απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση της δικής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο φερόμενος στην αίτηση αναίρεσης δεύτερος αναιρεσείων Π. Π. του Μ. δεν ήταν υπαρκτό φυσικό πρόσωπο κατά το χρόνο ασκήσεως της (4-6-2008) γιατί αυτός είχε αποβιώσει στις 7-4-2007 όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη 129/Β/2007 του Ληξιαρχείου Βύρωνα Αθηνών. Επομένως ως προς τη διαδικασία αυτήν πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Εξ άλλου, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) το χαρακτήρα του κοινόχρηστου σε ακίνητο μπορούσε να προσδώσει και η παραγραφή του αμνημόνευτου χρόνου κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ.8 Πανδ. 39.3 ν.28 Πανδ.22,3). Η αμνημονεύτου δε χρόνου αρχαιότητα υπάρχει, όταν δύο σε συνέχεια γενιές, κάθε μία από τις οποίες νοείται ότι εκτείνεται σε σαράντα χρόνια, έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση, με την προϋπόθεση πάντως, ότι η αμνημόνευτη αυτή αρχαιότητα ήταν συμπληρωμένη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, μετά την οποία αποκλείεται η συμπλήρωση αυτή, γιατί την αμνημόνευτη με την πιο πάνω έννοια αρχαιότητα, δεν προβλέπει ο ΑΚ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 και αυτές των άρθρων 51 και 55 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, και οι προορισθείσες για την κοινή χρήση οδοί αδιακρίτως και οι πλατείες, που, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο. Πράγματα δε κοινής χρήσεως είναι εκείνα, τα οποία έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ' ανάγκην απεριόριστος, αριθμός προσώπων.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος-εφεσίβλητος Κ. Α., ο οποίος στις 4-4-2006 ήτοι μετά την άσκηση της εφέσεως, πέθανε χωρίς διαθήκη και τη δίκη συνεχίζουν η σύζυγος του Σ. και τα πέντε τέκνα του (Γ., Α., Μ., Α. και Π.) ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήταν, δυνάμει του με αριθμό .../16-10-1945 συμβολαίου δωρεάς του Συμβολαιογράφου Βάμου-Αποκορώνου Αρτεμίου Κουκλάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής 38.676, αποκλειστικός κύριος μιας ημιερειπωμένης ισογείου οικίας, εμβαδού 101,45 τ.μ. και της στήλης αέρος αυτής απεριόριστα καθ' ύψος, κτισμένης επί οικοπέδου εκτάσεως 140,61 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", εντός του οικισμού του χωριού ..., δημοτικού διαμερίσματος Ξηροστερνίου Δήμου Βάμου-Αποκορώνου-Χανίων. Οι ενάγοντες απέκτησαν κατά συγκυριότητα μια παλαιά οικία, όμορη με το ακίνητο του εναγομένου, επιφανείας εβδομήντα (70) περίπου τετραγωνικών μέτρων, κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως πεντακοσίων (500) περίπου τετραγωνικών μέτρων σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως, κατά δε νεώτερη καταμέτρηση εκτάσεως 163,34 τ.μ. και κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως 447,30 τ.μ. (εξ αυτών μία λωρίδα δυτικά εκτάσεως 50,37 τ.μ. αποτελεί το επίδικο), το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α., νότια με ιδιοκτησία Α. Α., με ιδιοκτησία εναγομένου και με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Μ. και δυτικά με δημόσια πλατεία και δημόσιο δρόμο. Συγκεκριμένα, το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον πρώτο των εναγόντων, κατά συνολικό ποσοστό 69,06%, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων (με ΑΜ ...) υπ' αριθμ. .../9-7-1999 και (με ΑΜ ...) .../14.7.1999 συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομιάς και δωρεάς αντίστοιχα του συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίου Κονταδάκη, στους λοιπούς δε ενάγοντες, κατά ποσοστό 15,48% τόσο στον δεύτερο, όσο και συνολικά στους λοιπούς εξ αυτών, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ασκούσαν επί του περίκλειστου και μη αμφισβητούμενου από τον εναγόμενο τμήματος, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής επί είκοσι και πλέον έτη. Ο εναγόμενος όμως αμφισβητεί το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων επί μιας λωρίδας γης "εμπάσματος", σχήματος περίπου τραπεζίου, με μήκη των μεγάλων πλευρών 15,70 μ. και 14,10 μ. και των μικρών 1,75 μ. και 5 μ., εμβαδού 50,37 τ.μ. (βλ. το από 3.4.2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονας μηχανικού Ν. Γ. με στοιχεία ΑΒΥΦΧΑ), η οποία εξικνούμενη έξωθι και δυτικά της εισόδου του περιτοιχισμένου τμήματος της μη αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας των εναγόντων, εκτείνεται περαιτέρω σε επαφή με την ιδιοκτησία του εναγομένου και τη συνεχόμενη αυτής οικία κληρονόμων Ν. Μ., περιλαμβάνουσα και μία παλαιά δρυ και καταλήγει με πρόσοψη πέντε (5) μέτρων στον δημοτικό δρόμο. Ειδικότερα, περί τα τέλη του έτους 1998, ο εναγόμενος γκρέμισε τμήμα του βορειοδυτικού τοίχου της ημιερειπωμένης οικίας του, ο οποίος έχει πρόσοψη στην επίδικη εδαφική λωρίδα. Η επίδικη εδαφική λωρίδα, εκτάσεως 50,37 τ.μ., αποτυπώνεται όπως προαναφέρθηκε στο από 3-4-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονας μηχανικού Ν. Γ., ενώ στο από Ιούλιο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονας μηχανικού Ε. Μ., που κατέθεσαν οι ενάγοντες στην Πολεοδομία της Νομαρχίας Χανίων για έκδοση άδειας ανακαίνισης της οικίας τους, εμφανίζεται με μικρότερη έκταση (μήκη των μεγάλων πλευρών 10,07 μ. και 8,36 μ. και των μικρών 1,75 μ. και 4,20 μ.), ενώ το εδαφικό τμήμα δυτικά της δρυός χαρακτηρίζεται ως πλατεία, με συνεχόμενο αυτής δημοτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων. Από τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στη συγκυριότητα των εναγόντων. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί ενιαίο τμήμα του κοινόχρηστου δημοτικού χώρου του δρόμου και της συνεχόμενης μ' αυτόν πλατείας, έκτασης 250 τ.μ. περίπου, ευρισκομένης στη θέση "..." του χωρίου ... Δήμου Βάμου-Αποκορώνου-Χανίων. Έχει δε καταστεί κοινόχρηστος χώρος από αμνημονεύτων ετών, με παράλληλη κατάλυση τυχόν επ' αυτού ιδιωτικών δικαιωμάτων, τα οποία έχουν υποκύψει προ αιώνων στην από αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, καθώς κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος που υπερβαίνει τα διακόσια έτη μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχει τεθεί στην άμεση, ακώλυτη και ελεύθερη διάθεση του κοινού. Ειδικότερα το επίδικο, με τη συνεχόμενη πλατεία "...", χρησιμοποιείται τόσο από τις εφαπτόμενες στην πλατεία ιδιοκτησίες των κληρονόμων Σ. Μ., Κ. Μ., των εναγόντων, των κληρονόμων Ν. Μ., Μ. Μ., Μ. Α., Σ. Μ. και την ιδιοκτησία του εναγομένου και των δικαιοπαρόχων αυτών, το σύνολο των οποίων (ιδιοκτησιών) έχει πρόσβαση με ανοίγματα (παράθυρα και εξώθυρες) στην εν λόγω πλατεία, όσο και από τους λοιπούς κατοίκους του χωριού ..., καθώς και από τους επισκέπτες του χωριού, ως χώρος περιπάτου, συγκέντρωσης, ψυχαγωγίας, διέλευσης των κατοίκων και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, με κοινόχρηστο φωτισμό, χωρίς ουδέποτε μέχρι τα τέλη του 1998 να αμφισβητηθεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε προέβησαν σε διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου, δηλωτικές της πρόθεσής τους να το εξουσιάσουν διανοία κυρίου και εκφεύγουσες από τη χρήση του ως κοινόχρηστου. Συγκεκριμένα, δεν περιέλαβαν την επίδικη εδαφική λωρίδα στην από παλαιότατων χρόνων υλοποίηση των ορίων της οικίας τους, κατά την περιτοίχιση τόσο της ίδιας όσο και του προαυλίου χώρου της (εσωτερική αυλή) και δεν επιχείρησαν ποτέ να τη διαχωρίσουν με σταθερά μέσα (π.χ. πλίνθους) από την υπόλοιπη πλατεία και να την προσαρτήσουν, κατά εμφανή στους τρίτους τρόπο, στην ιδιοκτησία τους. Το "δέσιμο του μπεγιριού" στην δρυ, το κλάδεμα αυτής μία φορά και η στάθμευση αυτοκινήτου, πράξεις που επιβεβαίωσε ο μάρτυς των εναγόντων ότι έλαβαν χώρα εκ μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους στο επίδικο πριν από σαράντα και πλέον έτη, αφού την τελευταία τεσσαρακονταετία η οικία των εναγόντων είναι ακατοίκητη, ταιριάζουν με το χαρακτήρα αυτού ως κοινής χρήσεως και σε κάθε περίπτωση δεν διαφέρουν από τις πράξεις που τελεί στο επίδικο το σύνολο των περιοίκων της πλατείας από αμνημονεύτων ετών. Εξάλλου, η επαναδιαμόρφωση, περί τις αρχές του 2000 με τσιμέντο από τους ενάγοντες του αύλακα περισυλλογής των ομβρίων υδάτων, που προϋπήρχε έξωθεν της οικίας των και διερχόταν την επίδικη εδαφική λωρίδα, καταλήγοντας στην πλατεία "...", δεν συνιστά πράξη εκφεύγουσα της κοινής χρήσης της επίδικης λωρίδας, καθώς παρόμοιες κατασκευές απορροής των ομβρίων υδάτων διαθέτουν όλες οι όμορες της πλατείας αυτής ιδιοκτησίες. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η προ τεσσαρακονταετίας περίπου τσιμεντόστρωση της πλατείας "...", με έξοδα των ομόρων ιδιοκτητών, δεν κατέλαβε και το επίδικο, οφείλεται στην άρνηση των εναγόντων να συμμετάσχουν στις οικείες δαπάνες, δεν συνιστά δε η μη τσιμεντόστρωση του επιδίκου ένδειξη υπάρξεως διαφορετικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος, που διέπει το επίδικο σε σχέση με τη συνεχόμενη με αυτό τσιμεντοστρωμένη πλατεία". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία, κατά παραδοχή της ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων περί του κοινοχρήστου χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, την ένδικη αρνητική αγωγή των αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφή, πλήρη και μη αντιφατική αιτιολογία ως προς την προαναφερθείσα ένσταση των αναιρεσιβλήτων, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τους αριθμούς 17 και 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που από παραδρομή αναγράφονται) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, όπως είναι εκείνες που ορίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 352§1, 438 και 439 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.
Συνεπώς, επί πλειόνων ελευθέρως εκτιμωμένων αποδεικτικών μέσων, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρος σε σχέση με την κατάθεση ετέρου, ώστε δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος για παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 12 (και όχι από τον αριθ. 13 που από παραδρομή αναγράφεται) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι "αποδίδεται άνευ επαρκούς αιτιολογίας μείζων αξιοπιστία στις καταθέσεις των μαρτύρων των καθών και αμφισβητείται αναιτιολογήτως η αλήθεια και η ειλικρίνεια των καταθέσεων των μαρτύρων μας, καίτοι οι μάρτυρες μας έχουν άμεση και ιδία αντίληψη των αποδεικτέων θεμάτων", πρέπει, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Με τους τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, και τέταρτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού του προαναφερθέντος ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων καθώς και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 10 (και όχι από τον αριθ. 11 που από παραδρομή αναγράφεται στον τρίτο λόγο) του Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 355 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις, προκύπτει ότι αυτοψία διατάσσεται αν κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναγκαία, η δε κρίση του να δεχθεί ή να απορρίψει σχετικό αίτημα δεν χρειάζεται αιτιολογία και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Συνεπώς, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι "αβασάνιστα και χωρίς απόδειξη το δικαστήριο απέρριψε το αίτημά μας για διενέργεια αυτοψίας" πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι "ουδεμία απάντηση δίδει επί των ενστάσεών μας των άρθρων 281 και 1108 του ΑΚ", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται 1) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν τις επικαλούμενες ενστάσεις 2) ότι οι ενστάσεις αυτές προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και 3) ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2008 αίτηση των Γ. Π. κλπ για αναίρεση της 524/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή