Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2072 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Στοιχεία του αδικήματος. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ στη περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Απορρίπτει την αναίρεση.





Αριθμός 2072/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο και Δημήτριο Μανώλη, περί αναιρέσεως της 1663/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Πυλιώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την επικρατήσασα στο δικαστήριο, γνώμη, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1, τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... Ε.Π.Ε.", η οποία είναι ιδιοκτήτρια της εβδομαδιαίας κυριακάτικης εφημερίδας "......", της οποίας τα γραφεία - το λογιστήριο - η φωτοσύνθεση και το πιεστήριο βρίσκονται στην .....Αττικής. Αυτός (κατηγορούμενος), όντας επίσης εκδότης και διευθυντής της ως άνω εφημερίδας, κατά την 25η Σεπτεμβρίου 2005 δημοσίευσε στην τρίτη σελίδα του υπ' αριθμόν ..... φύλλου αυτής, η οποία (σελίδα) φέρει τον τίτλο "Κυριακή με τον... πρωινό καφέ", ένα κείμενο - άρθρο, το περιεχόμενο του οποίου ήταν, επί λέξει, το εξής: "Ακόμη μια φορά συγχαρητήρια αξίζουν σ' όποιον μερίμνησε για την επάνοδο στη διοίκηση του Λιμενικού Σώματος του διευθυντής, πλέον, αμαρτωλού αντιπλοιάρχου Λ.Σ. Ψ1, τον οποίο το .... είχε στείλει προξενικό λιμενάρχη στην ...... Γιατί το έκανε αυτό; Για να ανοίξει ο κύριος αυτός, πάλι, το μαγαζάκι του ή για να συνεχίσει τις διώξεις; Κύριε Υπουργέ, υπάρχουν λιμεναρχεία που ζητούν, επειγόντως, λιμενάρχη. Καιρός να δουλέψουν μερικοί που το παίζουν σε διπλό ταμπλό...". Τα προαναφερόμενα γεγονότα, που περιέχονται στο ως άνω δημοσίευμα και αφορούν το πρόσωπο του εγκαλούντος Ψ1, περιήλθαν εις γνώση αορίστου αριθμού αναγνωστών της εφημερίδας, τόσο στον Αθήνα - Πειραιά όσο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος, όπου αυτή διανέμεται. Επίσης τα ίδια παραπάνω γεγονότα ήταν εντελώς ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά τους. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε από το σύνολο του προαναφερομένου αποδεικτικού υλικού, ο εγκαλών υπηρέτησε και υπηρετεί ακόμη ενόρκως και ευδοκίμως στο Λιμενικό Σώμα, χωρίς να έχει τιμωρηθεί ποτέ ποινικά ή πειθαρχικά. Αυτός (εγκαλών), επίσης, καθόλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του, ουδέποτε επέδειξε ανέντιμη - ανεύθυνη και ανήθικη συμπεριφορά, ούτε επεδίωξε προσωπικά οφέλη με αθέμιτα μέσα, ενώ, επί πλέον, υπηρέτησε ως Υπολιμενάρχης (όχι ως Λιμενάρχης) στο λιμεναρχείο ..... Εξάλλου, ο εγκαλών απολάμβανε της εμπιστοσύνης της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας αποκλειστικά και μόνον εξαιτίας του αψόγου ήθους - της εργατικότητας και της επιμέλειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Περαιτέρω, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως (25.9.2005) του παραπάνω κειμένου, ο εγκαλών υπηρετούσε ως Διευθυντής του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, μέσα δε στις αρμοδιότητες του ήταν να εισηγείται στα "Συμβούλια Κρίσεων" διάφορα θέματα, που αφορούσαν προαγωγές - μεταθέσεις - μετακινήσεις αξιωματικών του Λιμενικού, χωρίς όμως η εισήγηση του να δεσμεύει τα υπηρεσιακά όργανα, τα οποία ελάμβαναν τις τελικές αποφάσεις, ενώ δεν είχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε πειθαρχικές διώξεις συναδέλφων του. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί του ότι με το επίδικο δημοσίευμα ενήργησε καλοπίστως, επιδιώκοντας μόνο να πληροφορήσει το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας του για τις υφιστάμενες δυσλειτουργίες στις υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Πλέον συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, εφόσον ήθελε να υπηρετήσει την αλήθεια, θα έπρεπε να είχε ελέγξει περισσότερο τις πληροφορίες του, μη αρκούμενος κυρίως στην αναγνωσθείσα "ανώνυμη και χωρίς ημερομηνία επιστολή - καταγγελία", σε βάρος του εγκαλούντος. Άλλωστε, για το περιεχόμενο της προηγούμενης ανώνυμης επιστολής, ως και άλλων τριών ανωνύμων επιστολών, διενεργήθηκε από την Εισαγγελία Ναυτοδικείου Πειραιώς "προκαταρκτική εξέταση", μετά το πέρας της οποίας η σχετική δικογραφία τέθηκε στο αρχείο, καθόσον δεν υπήρξαν ενδείξεις τελέσεως αξιοποίνων πράξεων από τον εγκαλούντα. Με τα δεδομένα αυτά, όλα τα ως άνω ψευδή γεγονότα που αναγράφονται στο κείμενο της εφημερίδας (".....") έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία σ' εκείνον (εγκαλούντα) ως άτομο και ως αξιωματικό, εφόσον με το επίδικο δημοσίευμα α) κατατάσσεται στην κατηγορία των "αμαρτωλών" αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος, δηλαδή των ανεύθυνων - ανέντιμων και ανήθικων αξιωματικών, β) εμφανίζεται να χρησιμοποιεί την υπηρεσία του "ως μαγαζάκι" προς πορισμό παράνομου οφέλους, σχετικά με τις προαγωγές - μεταθέσεις και διώξεις συναδέλφων του και γ) ευνοείται με αθέμιτα μέσα από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Ενόψει, λοιπόν, των όσων προεκτέθηκαν, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά πλειοψηφία, για τη διωκόμενη και αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη "της συκοφαντικής δυσφήμησης διά του τύπου". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου, κατά πλειοψηφία, και τον καταδίκασε σε φυλάκιση επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, κατά την επικρατήσασα σ' αυτό γνώμη, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση της πλειοψηφίας, ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή και ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναληθείας. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του εκδότη και διευθυντή της εβδομαδιαίας εφημερίδας ".....", με το επίμαχο δημοσίευμα, στις στήλες του εντύπου αυτού, πανελλήνιας κυκλοφορίας, διέδωσε σε άγνωστο αριθμό αναγνωστών, γεγονότα ψευδή για τον εγκαλούντα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, ως ατόμου και ως αξιωματικού του Λιμενικού Σώματος. Συγκεκριμένα, η αναφορά στο σχετικό δημοσίευμα, για τον εγκαλούντα, ως ατόμου "αμαρτωλού", ικανού να "χρησιμοποιεί την υπηρεσία του ως μαγαζάκι" και ως ατόμου, "μη φίλεργου με παράλληλες και ταυτόχρονες εντάξεις και τοποθετήσεις του, σε διαφορετικούς(πολιτικούς) χώρους, αποτελούν αναμφισβήτητα γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Τούτο, γιατί α) η απόδοση στον εγκαλούντα, του χαρακτηρισμού του " αμαρτωλού", δεν συνέχεται με την τυχόν ηθική παραβατικότητά του, με την ευρύτερη του όρου έννοια, αλλά τον κατατάσσει στην κατηγορία των κρατικών λειτουργών και δη των αξιωματικών εκείνων, που επιβαρύνονται με παραπτώματα διαφθοράς, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, και μάλιστα σε αυτά του αξιωματικού του Λιμενικού Σώματος, β) η αναφορά του αναιρεσείοντος, ότι χρησιμοποιεί την υπηρεσία του, "ως μαγαζάκι", αναμφισβήτητα, ενέχει την μομφή της εκμεταλλεύσεως της θέσεώς του, ως αξιωματικού, ικανού να αποκομίσει απ' αυτήν οποιοδήποτε όφελος, παράλληλα με τη δυνατότητά του, να προβαίνει αυθαίρετα σε κρίσεις, ευνοϊκές για ορισμένους και δυσμενείς για άλλους, και γ) τον εμφανίζει, ως άτομο που, όχι μόνο φυγομαχεί για την υπηρεσία του, αλλά και ως άτομο, ασταθές στις πολιτικές του επιλογές και τοποθετημένο πολιτικά σε περισσότερες της μιας πλευρές. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ο εγκαλών γνώριζε, ότι όσα απέδιδε με το επίμαχο δημοσίευμα, σε βάρος του εγκαλούντος, ήσαν ψευδή, ο ίδιος δε τελούσε σε γνώση, ότι δεν ήσαν αληθινά. Τούτο, γιατί, ο αναιρεσείων γνώριζε, ότι ο εγκαλών είχε ευδόκιμη υπηρεσία στο Λιμενικό Σώμα, χωρίς να του έχει επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, ενώ, η ιδιότητα του εγκαλούντος, ως Διευθυντή Προσωπικού του Λιμενικού Σώματος, περιοριζόταν, σε εισηγήσεις προς το Συμβούλιο Κρίσεων, χωρίς αποφασιστική συμμετοχή, αφού η λήψη των αποφάσεων, ανήκει μόνο στο αρμόδιο Συμβούλιο. Ενισχυτικό δε ακόμη, στοιχείο, της γνώσεως του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης, για όσα διέδωσε αυτός σε βάρος του εγκαλούντος, αποτελεί και το γεγονός, ότι είχε τη δυνατότητα να ελέγξει, πριν το επίμαχο δημοσίευμα, ιδεί το φως της δημοσιότητας, τις τυχόν πληροφορίες που είχε και, όχι να δώσει πίστη στο περιεχόμενο οποιασδήποτε ανώνυμης ή μη καταγγελίας.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι κατά την κρατήσασα γνώμη στο Δικαστήριο απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί ομοφώνως. Κατά τη γνώμη του Προεδρεύοντος, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Κούκλη, η προπαρατεθείσα αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αυτής, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν και εντεύθεν να θεμελιώνουν την υπό του αναιρεσείοντα γνώση της αναληθείας των συκοφαντικών γεγονότων που αυτός ισχυρίστηκε κατά τον προδιαληφθέντα τρόπο, ενώπιον τρίτων, δηλαδή του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας "....." καίτοι από όσα εκτίθεται στο σκεπτικό (και το διατακτικό) της αποφάσεως, δεν είναι καθόλου αυτονόητη η τέτοια γνώση, τόσο μάλλον καθόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς εάν και κατά ποίον τρόπον εγνώριζε ο κατηγορούμενος ότι ο εγκαλών υπηρέτησε ενόρκως και ευδοκίμως στο Λιμενικό Σώμα, χωρίς να έχει τιμωρηθεί ποτέ ποινικά ή πειθαρχικά και ότι επέδειξε έντιμη συμπεριφορά, χωρίς να επιδιώξει ατομικά οφέλη με αθέμιτα μέσα.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, ο εκ του άρθρου 510 § 1Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, έπρεπε να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένη ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένο ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, ή στις ως άνω περιπτώσεις, από τον τρόπον εκδήλωσης ή τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή, σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος( άρθρο 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει (κατά πλειοψηφία) την με αριθμό πρωτ. 1472 από 15-2-2008 αίτηση, του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1663/10-12-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2008 και 18 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή