Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2681 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κατηγορούμενος, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Πολιτική αγωγή, Καταχραστές Δημοσίου.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα. Στοιχεία αδικήματος. Οι πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα. Επιβαρυντική περίσταση του Ν. 1608/50. Μετατροπή των δραχμών σε ευρώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του Ν. 2943/2001. Το ποσό των 50.000.000 δρχ. αναπροσαρμόσθηκε σε 150.000 ευρώ. Η ρύθμιση αυτή είναι ευνοϊκότερη και θα τύχει εφαρμογής, και επί των εγκλημάτων που έχουν τελεσθεί, πριν από την ισχύ του νόμου 2943/2001. Αιτιολογία αποφάσεως. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης ως προς την ιδιοποίηση και τα ιδιαίτερα τεχνάσματα και μη αξιολόγηση εγγράφων. Πολιτική αγωγή. Παράσταση Δήμου και για ηθική βλάβη από το αδίκημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία. Προστατευμένο έννομο αγαθό στην παράβαση ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του. Υπαλληλικός Κώδικας. Άρθρο 38 του Ν. 2683/1999, αντίστοιχη διάταξη άρθρ. 85 του Π.Δ. 611/1977, ήδη άρθρ. 38 του Ν. 3528/2007. Άρθρο 100 παρ. 1 και 2 του Ν. 1188/1981. Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις πράξεις ή παραλείψεις του. Χειροτέρευση θέσης του κατηγορουμένου. Άρθρ. 470 εδ. α’ του ΚΠΔ. Η διατήρηση του ίδιου ποσού (44 ευρώ) που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, δεν χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου, ακόμη και αν ο κατηγορούμενος αθωώθηκε για μία επί μέρους πράξη. Ανάγνωση εγγράφων. Λόγοι αναιρέσεως διότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν και έγγραφα που αναγνώσθηκαν, αλλά δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Όχι ακυρότητα από τη μη ανάγνωση εγγράφων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και της πρωτόδικης απόφασης. Αυτοενοχοποίηση του κατηγορούμενου. Απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορούμενου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης. Δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Όχι όμως από την ανάγνωση πορισματικής αναφοράς, όταν δεν προκύπτει ότι αξιολογήθηκε η περιεχόμενη σε αυτή ένορκη μαρτυρική κατάθεση του μετέπειτα κατηγορουμένου. Αναιρεί εν μέρει μόνο ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1608/50, και αναγκαίως και ως προς την ποινή. Απορρίπτει αναίρεση κατά τα λοιπά.




Αριθμός 2681/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα το Δήμο Φαρσάλων, νόμιμα εκπροσωπούμενο, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μαουσίδη. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1233/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Kατά τη διάταξη του άρθρου 258 του Π.Κ. (προ της αντικαταστάσεως της περ. γ' με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν.2721/1999), ''υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α') με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β') αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ') με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα''. Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει και την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται α) ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένων (ολικά ή μερικά) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια θεωρούνται εκείνα που βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται από το αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. στ ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.. Η διάταξη της περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν. 2721/1999 και ορίσθηκε ότι ο υπάλληλος τιμωρείται ''με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία (συνολικά) μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.)''. Η αναφερόμενη νέα ρύθμιση, κατά το πρώτο μέρος της, είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης, αφού ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως προϋποθέτει, εκτός από τα ιδιαίτερα τεχνάσματα (που αξίωνε και η προηγούμενη) και ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ) του αντικειμένου της (πρόσθετα δηλαδή στοιχεία), ενώ κατά τα δεύτερο μέρος της, είναι δυσμενέστερη, αφού για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως, αρκείται σε ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ) του αντικειμένου της, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων τεχνασμάτων.
Συνεπώς, πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του ν. 2721/ 1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Η άποψη ότι, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που τελέστηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ., θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανύπαρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει όρια, αλλά με το αθροιστικό σύστημα (πρβλ Ολ.ΑΠ 5/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 ''για τους καταχραστές του Δημοσίου'', όπως έχει αντικατασταθεί, στον ένοχο των εγκλημάτων, του άρθρου (μεταξύ άλλων) 258 του Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή η ζημία που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δρχ., υπολογιζόμενο επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, στο σύνολό του, της διατάξεως του άρθρου 16 του Ν. 2576/1953, ως ειδικής και αφορώσης τους καταχραστάς του δημόσιου τομέα, κατισχυούσης της γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ., επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Έτσι, επί εγκλήματος, που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, με συνολική ζημία αυτού μεγαλύτερη του ποσού των 50.000.000 δραχμών, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα ευνοϊκότερης ρύθμισης και εφαρμογής, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., του επιεικέστερου νόμου, αφού η διάταξη αυτή προϋποθέτει, ωφέλεια που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε και ζημία που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, συνολικά μεγαλύτερη του ποσού των 50.000.000 δρχ. Δηλαδή, στην περίπτωση που το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία στρέφεται, μεταξύ άλλων, και κατά οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 50.000.000 δρχ. αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (αρθ. 52 Π.Κ.), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής, των δέκα ετών του άρθρου 258 περ. γ' του Π.Κ., με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη. Με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, ορίστηκε ότι το ποσό σε ευρώ, που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό που προκύπτει σε ευρώ, είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσερα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000. Επομένως το ποσό των 50.000.000 δρχ. αναπροσαρμόσθηκε σε 150.000 ευρώ (και όχι σε 146.000 ή 147.000 ευρώ), αφού το ακριβές ποσό από τη μετατροπή είναι 146.735 ευρώ και η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη δεκάκις χιλιάδα. Η ρύθμιση αυτή είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενου από την προηγούμενη, αφού καθιερώνει, για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, μεγαλύτερο ποσό ωφέλειας ή ζημίας (150.000 ευρώ αντί των 50.000.000 ισόποσου των 146.735 ευρώ) και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και επί των εγκλημάτων που έχουν τελεσθεί, πριν από την ισχύ του νόμου 2943/2001 την 12-9-2001. Εξάλλου , η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως , κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης .
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 36/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "....... Ο κατηγορούμενος Χ στα ..... κατα το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 4-3-1996 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 50.277.454 δρχ. ή 147.549 €, που υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ή 146.735 €, ποσό που περιήλθε στην κατοχή του λόγω της υπηρεσίας του, μεταχειριζόμενος προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα, που το είχαν δε εμπιστευθεί υπό την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, έγκλημα που στρέφεται κατά του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης ήτοι του Δήμου Φαρσάλων, το δε συνολικό όφελος που πέτυχε και η ζημία αντίστοιχα που προξένησε υπερβαίνει το συνολικό ποσό των ή 146.735 €. Ειδικότερα: Ο ανωτέρω κατηγορούμενος κατά τα έτη 1993 έως 4-3-1996 ήταν υπάλληλος του Δήμου Φαρσάλων και υπηρετούσε σ' αυτόν με την ιδιότητα του ταμία, τα καθήκοντα του οποίου του είχε αναθέσει με την υπ' αριθ. ..... απόφασή του ο τότε δήμαρχος του άνω δήμου ..... . Με την ιδιότητα του αυτή ήταν διαχειριστής ξένης περιουσίας και συγκεκριμένα διαχειριζόταν και προΐστατο της ταμειακής υπηρεσίας του Δήμου Φαρσάλων, έχοντας την υποχρέωση να τηρεί τα βιβλία του δήμου χωρίς καμία παρέμβαση των οργάνων του δήμου, τα οποία μόνον εκ των υστέρων ήταν δυνατόν να ελέγξουν τη συμμόρφωσή του στις οικείες διατάξεις του νόμου και τους κανονισμούς κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων του. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που του έδειχνε ο δήμαρχος του δήμου και τα άλλα όργανα του δήμου αλλά και το γεγονός ότι δεν ασκείτο άμεσος εποπτικός έλεγχος κατά την άσκηση της διαχειρίσεως του από άλλα πολιτειακά όργανα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 4-3-1996, με την άνω ιδιότητα του (ταμία) και μεταχειριζόμενος προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα υπεξαίρεσε με μερικότερες επιμέρους πράξεις το συνολικό χρηματικό ποσό των 50.277.454 δραχμών, όπως τούτο αναλύεται παρακάτω. Συγκεκριμένα, ενώ στις 20-12-1993 μεταβιβάστηκε με εντολή της Τράπεζας της Ελλάδος σε εξόφληση της με αριθμό ..... επιταγής του τέως Νομαρχιακού Ταμείου στο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας-Υποκατάστημα Φαρσάλων το ποσό των 4.900.000 δραχμών που αφορά επιχορήγηση για λειτουργικές δαπάνες σχολείων και επίσης με εντολή της Τράπεζας της Ελλάδος, σε εξόφληση της με αριθμό .....3 επιταγής του τέως Νομαρχιακού Ταμείου στο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας-Υποκατάστημα Φαρσάλων, με αριθμό ..... με δικαιούχο το Δήμο Φαρσάλων, το ποσό των 7.000.000 δραχμών που αφορά αξιοποίηση γεώτρησης, δεν εξέδωσε για τα ποσά αυτά ισόποσα γραμμάτια είσπραξης, ούτε τα καταχώρησε στο καθημερινό βιβλίο και στο καθολικό βιβλίο εσόδων, όπως όφειλε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54, 55, 64 και 65 του Β.Δ. της 17.5/5-6-1959 "περί οικονομικής Διοικήσεως Λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων" και συνολικά δεν καταχώρησε στα προαναφερόμενα βιβλία του Δήμου το έτος 1993, το ποσό των 11.900.000 δραχμών. Στις 24-8-1994, ενώ εισέπραξε από την Τράπεζα της Ελλάδος-Υποκατάστημα Λάρισας δυνάμει της με αριθμό ..... επιταγής του τέως Νομαρχιακού Ταμείου Λάρισας και προς εξόφληση του με αριθμό ..... εντάλματος με δικαιούχο το Δήμο Φαρσάλων, το ποσό των 13.928.679 δρχ., το οποίο αφορά Α' δόση ΣΑΤΑ 1994, δεν εξέδωσε για το ποσό αυτό ισόποσο γραμμάτιο είσπραξης ούτε το καταχώρησε στο καθημερινό βιβλίο και στο καθολικό βιβλίο εσόδων όπως όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54, 55, 64 και 65 του Β.Δ. της 17-5/5-6-1959 "περί Οικονομικής Διοικήσεως Λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων". Το 1995 πρόσθεσε αυθαίρετα, χωρίς νόμιμα δικαιολογητικά στα έξοδα του Δήμου 530.000 δραχμές, δηλαδή αφαίρεσε από το Δήμο το ποσό αυτό. Το 1995, ενώ πλήρωσε στον εργολάβο Α με το ..... και σε εξόφληση του με αριθμό ..... τιμολογίου των 590.000 δραχμών, αυτός καταχώρησε το ένταλμα αυτό στο Καθημερινό βιβλίο του Δήμου, στη σελίδα 103 με α/α 1291, με το ποσό των 3.540.000 δρχ., δηλαδή υπεξαίρεσε από το Δήμο (3.540.000 - 590.000 =) 2.950.000 δραχμές. Την ίδια χρονιά, Δεκέμβριο 1995 - αρχές 1996, αφού διόρθωσε τα πρωτότυπα τιμολόγια που είχε στα χέρια του, συνέταξε καταστάσεις πληρωμής, αποδείξεις πληρωμής και βεβαιώσεις του Δημάρχου ότι πραγματοποιήθηκε η μίσθωση των μηχανημάτων, πρωτόκολλα παραλαβής των υλικών και ιδιωτικά συμφωνητικά και εξέδωσε χρηματικά εντάλματα με ποσά μεγαλύτερα από τα αναγραφόμενα στα αντίγραφα τιμολογίων που είχε ο εργολάβος και πράγματι εισέπραξε, τούτο δε έπραξε προκειμένου να καλύψει το ποσό που κατά τα παρακάτω υπεξαίρεσε. Συγκεκριμένα, στα με αριθμό ....., ....., ....., ..... και ..... πρωτότυπα τιμολόγια του εργολάβου Α, που είχε στα χέρια του, ανεγράφοντο τα εξής ποσά: 3.540.000 δρχ., 3.330.550 δρχ., 2.981.270 δρχ., 3.357.100 δρχ., 3.357.100 δρχ. Για τα ποσά αυτά εκδόθηκαν αντιστοίχως τα με αριθμό ..., ..., ..., ... και ... χρηματικά εντάλματα, συνολικού ποσού 16.566.020 δρχ. Στα αντίστοιχα όμως αντίγραφα του εργολάβου αυτού ανεγράφοντο 413.000, 970.550, 621.270, 997.100 και 997.100 δρχ. και αυτά είναι τα πραγματικά ποσά που εισέπραξε ο προαναφερόμενος εργολάβος και συνολικά 3.999.020 δρχ. (ποσό που είναι η διαφορά ανάμεσα στο διορθωμένο τιμολόγιο και στο καταχωρημένο στα βιβλία) = 12.390.000 δρχ. το οποίο υπεξαίρεσε από το Δήμο. Ήτοι από τις ως άνω αιτίες υπεξαίρεσε ποσό 41.698.679 δρχ. Επίσης εξέδωσε το με αριθμό ..... χρηματικό ένταλμα, ποσού 7.329.975 δρχ. το οποίο καταχώρησε στο καθολικό βιβλίο εξόδων έτους 1995, χωρίς όμως να καταχωρηθεί και στο καθημερινό βιβλίο ως εξοφλημένο και το σπουδαιότερο, χωρίς να συνοδεύεται από τιμολόγιο και χωρίς να έχει εισπραχθεί από τον φερόμενο ως δικαιούχο εργολάβο Α. Τέλος, δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. το ΦΕ που παρακράτησε από τις πληρωμές των υπαλλήλων με τα ..... και ..... ύψους 1.248.800 δρχ. Έτσι, το υπεξαιρεθέν απ' αυτόν χρηματικό ποσό, από τις αμέσως προαναφερόμενες περιπτώσεις, ανέρχεται συνολικά σε 50.277.454 δραχμές ή 147.549,38 € (ήτοι 4.900.000 + 7.000.000 + 13.928.679 + 530.000 + 2950.000+ 12.390.000 + 7.329.975 + 1.248.800), στο οποίο και ανέρχεται η αντίστοιχη ζημία του δήμου Φαρσάλων. Ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίστηκε ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν ως μισθοί και έξοδα στους οδοκαθαριστές, εργάτες, μουσικούς κλπ. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν ανταποκρίνεται προς την αλήθεια για τους εξής λόγους: Ο Δήμος Φαρσάλων είχε προσλάβει παρατύπως οδοκαθαριστές και λοιπό προσωπικό. Για την δικαιολόγηση των εξόδων, καταβολής των μισθών, ασφαλιστικών εισφορών των άνω, ο κατηγορούμενος, κατόπιν συνεννοήσεως με το Δήμαρχο, ήλθε σε συμφωνία με διάφορους εργολάβους δημοσίων έργων, ώστε οι τελευταίοι να εκδίδουν εικονικά τιμολόγια ήτοι ότι δήθεν εκτελούσαν δημοτικά έργα, και έτσι με τα τιμολόγια αυτά που εφέρετο ότι το αντίστοιχο ποσό καταβαλλόταν στους εργολάβους, κάλυψαν έξοδα 42.644.400 δρχ, ποσό που κατέβαλαν στους παρατύπως εργαζομένους. Περαιτέρω στους εργολάβους κατέβαλαν μόνο τον αναλογούντα Φ.Π.Α. για κάθε τιμολόγιο συνολικού ποσού 8.738.940 δρχ για το οποίο ποσό θα γίνει λόγος παρακάτω. Για το ποσό αυτό των 42.694.400 δρχ ο κατηγορούμενος, ο οποίος εφέρετο ότι υπεξαίρεσε κατά το κατηγορητήριο (βλ. τρίτο φύλλο δεύτερη σελίδα κλητηρίου θεσπίσματος) απηλλάγη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ήτοι οι αμοιβές των οδοκαθαριστών και λοιπά έξοδα καλύφθηκαν από το ποσό των 42.694.400 δρχ και όχι όπως αβάσιμα ισχυρίζεται από το ποσό των 41.698.679 δρχ. Η διενεργήσασα τον έλεγχο υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών ....., όπως και οι μάρτυρες κατηγορίας ..... και ..... ήταν σαφείς και κατηγορηματικοί για την υπεξαίρεση του άνω ποσού, το οποίο είναι διαφορετικό της δαπάνης των 42.694.400 δρχ το οποίο κατεβλήθη μεν παρατύπως, αλλ' όμως δεν υπεξαιρέθη από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω αποδείχθηκε, όσον αφορά το κονδύλιο των 7.329.975 δρχ ότι ο κατηγορούμενος αν και καταχώρησε τούτο στο καθολικό βιβλίο εξόδων, το ποσό αυτό ουδέποτε κατέβαλε στον φερόμενο ως Α αλλά ενεθυλάκωσε ο ίδιος (κατηγορούμενος) γι' αυτό και καταλογίστηκε, πέραν άλλων ποσών στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθμ. ..... Πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Επίσης και το ποσό των 1.248.800 δρχ. που αφορά το Φ.Ε υπαλλήλων του Δήμου, δεν το κατέβαλε στη ΔΟΥ, αν και το παρακράτησε από τις εισφορές τους υπεξαιρέσας τούτο. Εάν πράγματι κατέβαλε στη ΔΟΥ θα υπήρχαν τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής. Τέλος όσον αφορά το ποσό των 8.738.940 δρχ. που φέρεται κατά το κατηγορητήριο και την εκκαλούμενη απόφαση ότι υπεξαίρεσε κατά το άνω χρονικό διάστημα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: το ποσό αυτό ο κατηγορούμενος κατέβαλε ως ΦΠΑ στους εργολάβους, που εξέδιδαν τα εικονικά τιμολόγια, κατά τα προεκτεθέντα παρατύπως μεν και παρανόμως, πλην όμως το ποσό αυτό πράγματι κατεβλήθη και δεν το υπεξαίρεσε (δεν ενσωματώθηκε στην περιουσία του). Κατόπιν των παραπάνω το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε κατά την υπηρεσία του το συνολικό ποσό των 50. 277.454 δρχ ή 147.549,38 € και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 ν. 1608/50, ο δε αυτοτελής ισχυρισμός του περί παραγραφής του αδικήματος, ως πλημμελήματος, διότι οι μερικότερες κατ' εξακολούθησιν πράξεις δεν υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δρχ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού εν προκειμένω, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό. Όσον αφορά την ένσταση ακυρότητας του κατηγορητηρίου, διότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν αναγράφονται, τα άρθρα 60, 61 ΠΚ που αφορούν τις παρεπόμενες ποινές της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαραδέκτως προβληθείσα στο παρόν Δικαστήριο, αφού το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αυτήν, η δε κατά τον κατηγορούμενο πλημμέλεια αυτή δεν πλήττεται με λόγο εφέσεως ...".
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθία του πιο πάνω αιτιολογικού, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο την κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δήμου Φαρσάλων ,με επελθούσα ζημία αυτού, συνολικά μεγαλύτερη των 50.000.000 δρχ, και συγκεκριμένα των 50.277.454 δρχ. άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 13γ, 258, 263, 263Α ΠΚ, 1 παρ.1 ν. 1608/1950, όπως ισχύει), ενώ του αναγνωρίσθηκαν τα ελαφρυντικά του αρθ. 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ και το Δικαστήριο του επέβαλε ποινή κάθειρξης επτά ετών και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του επί πενταετία. Εφόσον, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 4-3-1996 ιδιοποιήθηκε σε βάρος του ν.π.δ.δ. του Δήμου Φαρσάλων το συνολικό ποσό των 50.277.454 δρχ. ή 147.549,38 ευρώ, δηλαδή ποσό που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε ευρώ ποσό των 150.000 ευρώ, όπως αυτό προέκυψε από το άθροισμα των ποσών των επί μέρους πράξεων υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 1608/1950. Επομένως, κατά τούτο και μόνο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρ. 2 Π.Κ. και 5 παρ.7 του Ν. 2943/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρ.1 του ν. 1608/1950 , όπως ισχύει, και καταδίκασε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα με την επιβαρυντική περίσταση του τελευταίου αυτού νόμου, κατά τον βάσιμο πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του συναφούς πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται, επίσης, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ν. 1608/50.
ΙV. Κατά τα λοιπά, με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσίας (αρ. 258 περ. γ ΠΚ - όχι όμως με την επιβαρυντική μορφή του ν. 1608/50), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη. Είναι δε αβάσιμα όσα διαλαμβάνει ο αναιρεσείων στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, καθώς και στον συναφή δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου, ισχυριζόμενος ότι, εφόσον οι μερικότερες πράξεις υπεξαίρεσης, για τις οποίες καταδικάστηκε, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Ν. 1608/1950 και 16 του ν.δ. 2756/1953, "αφορούν ποσό κάτω του ορίου των 5.000.000 δρχ. ή ποσό που in concreto δεν συνιστά αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, προσλαμβάνουν αυτομάτως πλημμεληματικό χαρακτήρα", το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, τον καταδίκασε εσφαλμένα για παράβαση του άρθρου 258γ' περ.α Π.Κ. που τελέστηκε κατ' εξακολούθηση πριν το έτος 1999, "αντί να εφαρμόσει ορθώς τα άρθρα 98 παρ.2 και 258γ' περ.α Π.Κ., με την μορφή που απέκτησαν έπειτα από τη νομοθετική μεταρρύθμιση τους με το Ν. 2721/1999, και να παύσει, για όλους αυτούς τους λόγους, τη δίωξη για τις μερικότερες πράξεις υπεξαίρεσης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος με τους οποίους επιχειρείται να θεμελιώσει τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως, δεν στηρίζονται στον νόμο. Όπως ήδη και πιο πάνω στη μείζονα σκέψη έχει αναφερθεί ( παρ.Ι), εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, οι πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του ν. 2721/ 1999 και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερο των 5.000.000 δρχ., διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, αφού, όπως έγινε δεκτό και με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Συνακόλουθα, ο διαλαμβανόμενος στο κυρίως δικόγραφο της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, καθώς καταδίκασε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για συνολικώς 11 μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος του άρθρου 258 γ' περ.α' Π.Κ., καίτοι 8 εξ αυτών (οι αναφερόμενες στο σκεπτικό και το διατακτικό, κατά σειρά 1η, 4η-9η και 11η) έχουν παραγραφεί, βάσει νέου επιεικέστερου νόμου, καθώς το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξης δεν υπερβαίνει το ποσό των 5 εκατομμυρίων δραχμών, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα. V. Οι διαλαμβανόμενες στον έκτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάζει τον αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 258 Π.Κ., καθώς δεν συνιστούν πράξεις ιδιοποίησης οι μορφές συμπεριφοράς που αναφέρονται στην απόφαση, μεταξύ των οποίων και το ότι, ενώ μεταβιβάστηκαν σε λογαριασμό του Δήμου Φαρσάλων διάφορα ποσά με εντολή της Τράπεζας Ελλάδος, σε εξόφληση των αναφερόμενων στην απόφαση επιταγών, ο αναιρεσείων "δεν εξέδωσε για τα ποσά αυτά ισόποσα γραμμάτια είσπραξης, ούτε τα καταχώρησε στο καθημερινό βιβλίο και στο καθολικό βιβλίο εσόδων, όπως όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις κλπ". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον, κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες σαφείς παραδοχές της απόφασης, ο αναιρεσείων ιδιοποιήθηκε παρανόμως όλα τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, οι περιγραφόμενες δε στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης ενέργειες και συμπεριφορές αυτού , που αφορούν κάθε επί μέρους ποσό, όπως οι πιο πάνω μνημονευόμενες και από τον αναιρεσείοντα (μη έκδοση για τα ποσά αυτά ισόποσων γραμμάτιων είσπραξης, και μη καταχώρηση στο καθημερινό βιβλίο και στο καθολικό βιβλίο εσόδων), δεν συνιστούν πράξεις ιδιοποίησης, όπως αυτός εσφαλμένα υπολαμβάνει, αλλά τα ιδιαίτερα αυτού τεχνάσματα τα οποία αυτός χρησιμοποίησε, προκειμένου να ιδιοποιηθεί τα εν λόγω ποσά, εκφράζοντας ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτόν την πρόθεσή του να προβεί στην εν λόγω ιδιοποίηση.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ εξεταζόμενος έκτος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 258 Π.Κ. ως προς την πράξη της ιδιοποίησης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ομοίως αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο έβδομος, από την αυτή διάταξη του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης, αναφορικά με τα ιδιαίτερα τεχνάσματα, με τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δέχεται ιδιαίτερα τεχνάσματα, παρότι αυτά όχι μόνον δεν εξειδικεύονται, είτε στο σκεπτικό, είτε στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά η ύπαρξη αυτών διαψεύδεται κατηγορηματικώς ....". Όπως προαναφέρθηκε, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα του αναιρεσείοντος εξειδικεύονται σε κάθε επί μέρους πράξη υπεξαίρεσης του αναιρεσείοντος, οι προβαλλόμενες δε περαιτέρω αιτιάσεις, ότι οι συμπεριφορές και ενέργειες που γίνονται δεκτές στην απόφαση, ως τεχνάσματα, δεν είναι τέτοιες, όπως προκύπτει από έγγραφα που αναγνώστηκαν μεν, αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη (..... και ..... τραπεζικών λογαριασμών του Δήμου Φαρσάλων), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως νόμιμης βάσης ή της μη λήψης υπόψη εγγράφων που αναγνώστηκαν, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση προκαλείται από την αναφερόμενη στην απόφαση παραδοχή, ότι "... Ο Δήμος Φαρσάλων είχε προσλάβει παρατύπως οδοκαθαριστές και λοιπό προσωπικό. Για τη δικαιολόγηση των εξόδων, καταβολής των μισθών, ασφαλιστικών εισφορών των άνω, ο κατηγορούμενος, κατόπιν συνεννοήσεως με το Δήμαρχο, ήλθε σε συμφωνία με διαφόρους εργολάβους δημοσίων έργων, ώστε οι τελευταίοι να εκδίδουν εικονικά τιμολόγια ...", παραδοχή από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι, εφόσον "οι παράνομες προσλήψεις και παράτυπες πληρωμές έγιναν ..... εν γνώσει και με την έγκριση της προϊστάμενης μου αρχής, τότε δεν πληρούται το στοιχείο των ιδιαίτερων τεχνασμάτων". Τούτο δε, διότι οι παραδοχές αυτές αφορούν, όπως σαφώς προκύπτει από το όσα εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης, αφενός μεν το ποσό 42.694.400 δρχ. για το οποίο ο κατηγορούμενος απηλλάγη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι έγινε δεκτό, ότι δόθηκε "για αμοιβές των οδοκαθαριστών και λοιπά έξοδα" (και δεν έχει σχέση με το ποσό των 41.698.679 δρχ. που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπεξαίρεσε) και, αφετέρου, το ποσό των 8.738.940 δρχ., για το οποίο ο κατηγορούμενος αθωώθηκε, αφού κρίθηκε ότι το ποσό αυτό το "κατέβαλε ως ΦΠΑ στους εργολάβους, που εξέδιδαν τα εικονικά τιμολόγια". Οι διαλαμβανόμενες δε στον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για "έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω αντιφάσεων κι αυθαιρεσιών" της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι "δέχτηκε αυθαίρετα και χωρίς καμία ειδικότερη αιτιολόγηση, πλην της παραπομπής του στην πρωτόδικη απόφαση ...... ότι οι αμοιβές των οδοκαθαριστών και τα συνολικά έξοδα του Δήμου ανέρχονται τάχα στο συνολικό ποσό των 42.694.400, για το οποίο, όμως, είχα ήδη αθωωθεί πρωτοδίκως.....", ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, "το ανωτέρω ποσό ..... δεν ταυτίζεται με το κεφάλαιο που θεωρεί η πρωτόδικη απόφαση ως καταβληθέν από το Δήμο Φαρσάλων επιμέλεια μου και για το οποίο έχω αθωωθεί αμετακλήτως", όπως και οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα ότι από τα αναγνωσθέντα έγγραφα προκύπτει "ότι το ποσό των 42.640.000 δρχ. το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση εκλαμβάνει ως μη υπεξαιρεθέν, ...... δεν καλύπτει καν το σύνολο των αποδείξεων των διενεργηθεισών καταβολών για λογαριασμό του Δήμου κατά την κρίσιμη περίοδο ...", πλήττουν απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ εξεταζόμενος ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. V. Ο αναιρεσείων, με το δέκατο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι, αν και αναφέρει ότι έλαβε υπόψη της όλα τα εξετασθέντα αποδεικτικά μέσα, εντούτοις " ..... αγνόησε προδήλως και προκλητικώς καίρια σημεία των ........ αποδεικτικών εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων" και συγκεκριμένα, ότι δεν έλαβε υπόψη της : 1) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ..... επιστολή του Δήμου Φαρσάλων με συνημμένη κατάσταση του καθολικού εξόδων, 2) την υπ' αρ. ..... βεβαίωση του Δήμου Φαρσάλων, την υπ' αρ. ..... βεβαίωση του Δήμου Φαρσάλων, 3) την πεντασέλιδη κατάσταση καταβολών, που προσκομίστηκε από τον ίδιο, 4) την υπ' αρ. ..... βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Φαρσάλων καθώς και την υπ' αρ. ..... βεβαίωση της Μουσικής Σχολής Φαρσάλων, 5) την κατάθεση του τότε υπεύθυνου της Μουσικής Σχολής και μάρτυρα κατηγορίας, 6) τις από 5/2/2008 υπεύθυνες δηλώσεις των εργολάβων ..... και ....., 7) το υπ' αρ. ..... απαντητικό έγγραφο του Δήμου Φαρσάλων μαζί με συνημμένα 134 επικυρωμένα φωτοαντίγραφα πρωτοκόλλων παραλαβής-βεβαιώσεις εργασιών, 8) τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (της προϊσταμένης Διοικητικών Οικονομικών Υπηρεσιών ..... κλπ), 9) την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης κι εργολάβου ....., 10) τις φωτοτυπίες από τη σελίδα ... του καθημερινού βιβλίου του Δήμου με θέμα "Ανακεφαλαίωση οικονομικού έτους 1996" και από τη σελίδα ... του ταμιακού απολογιστικού πίνακα του δήμου με ημερομηνία 15-7-1996 για το ίδιο οικονομικό έτος, 11) την πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου . Κατά τις αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα προέκυπτε, είτε ότι αυτός δεν υπεξαίρεσε τα επί μέρους ποσά, για τα οποία καταδικάστηκε, όπως εσφαλμένα έκρινε το Πενταμελές Εφετείο, αλλά αυτά διατέθηκαν για τις ανάγκες του Δήμου (εκτέλεση έργων, μισθοδοσία υπαλλήλων κλπ), είτε ότι από τα αποδεικτικά αυτά μέσα προέκυπταν τα αντίθετα από εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο (όπως στην 11η περίπτωση ). Επίσης προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δέχεται παντελώς αναιτιολόγητα κι ανυποστήρικτα ως υπεξαιρεθέν το ποσό του 1.248.800, το οποίο συνιστά τον φόρο εισοδήματος υπαλλήλων και φέρεται ότι δεν αποδόθηκε στη Δ.Ο.Υ", ενώ η παραδοχή αυτή "δεν απεδείχθη από κανένα αποδεικτικό μέσο .....". Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αποφάσεως, η ειδική μνεία, αναφορά και αξιολογική συσχέτηση ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, η τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση και εσφαλμένη αξιολόγηση των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δέκατος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος δε που οι περιεχόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται στον αυτό λόγο αναιρέσεως, αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση των πιο πάνω αποδείξεων, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ.2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του ο πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως η επιδίκαση ποσού, λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο δεν δικαιούται ο πολιτικώς ενάγων, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, 69 του Κ.Π.Δ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ προκύπτει ότι το προστατευόμενο από τις διατάξεις αυτές έννομο αγαθό στρέφεται μεν κυρίως κατά της δημόσιας περιουσίας , πλην όμως, ως έγκλημα περί την υπηρεσία, προστατευόμενο αγαθό είναι και η εμπιστοσύνη των πολιτών στην λειτουργία και καθαρότητα της δημόσιας υπηρεσίας, αλλά και το συμφέρον των ιδιωτών, δεδομένου δε ότι με τα υπηρεσιακά εγκλήματα εξευτελίζεται και υποβιβάζεται η κρατική εξουσία, η οποία περιπίπτει σε μέσο τέλεσης του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (ν. 2683/1999, αντίστοιχη διάταξη άρ. 85 του π.δ.611/1977, ήδη άρ. 38 του Ν 3528/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ." - ΦΕΚ Α 26/9.02.2007). Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρειά αμέλεια. Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του. Επίσης κατά το άρθρο 100 παρ 1 και 2 του νόμου 1188/1981 "περί κυρώσεως του Κώδικος "περί καταστάσεως προσωπικού Οργανισμού "τοπικής αυτοδικοικήσεως" ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του οργανισμού "τοπικής αυτοδιοικήσεως" εις τον οποίον υπηρετεί, δια πάσαν ζημίαν, την οποία προξένησε εις αυτόν εκ δόλου ή βαρείας αμελείας κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτού, ως και δια τας αποζημιώσεις εις τας οποίας υπεβλήθη ο οργανισμός έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων του, γενομένων επίσης εκ δόλου ή βαρείας αμελείας. Δεν ευθύνεται ο ύπάλληλος έναντι τρίτων δια τοιαύτας πράξεις ή παραλείψεις αυτού". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι θεσμοθετείται το ανεύθυνο των υπαλλήλων οργανισμών "τοπικής αυτοδιοικήσεως" δια τυχόν προκληθείσης ζημίες από τον υπάλληλο σε τρίτους δια πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του εκ δόλου ή βαρείας αμελείας, των τρίτων ζημιωθέντων δικαιουμένων να απευθύνονται κατ` ευθείαν εναντίον των οργανισμών αυτοδιοικήσεως δι` αποκατάσταση της ζημίας περιλαμβανομένης, κατά τα άρθρα 914, 298, 299 και 932 Α.Κ., τόσον της περιουσιακής ζημίας, όσον και της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες " η ακροαματική διαδικασία πάσχει απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής και για το λόγο, ότι ο Δήμος Φαρσάλων δεν δικαιούτο να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση, αλλά μόνον για ικανοποίηση θετικής του ζημίας, στην οποία δεν εμπεριέχεται η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι αβάσιμες (ήδη στην νέα διατύπωση του άρ. 38 του Ν 3528/07 δεν αναφέρεται η λέξη "θετική"). Αβάσιμη, επίσης, είναι η αιτίαση που διαλαμβάνεται στον αυτό λόγο αναιρέσεως, κατά την οποία, ο Δήμος Φαρσάλων δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και για τη μερικότερης πράξης της υπεξαίρεσης των 1.248.800 δρχ., που αφορά το Φ. Ε. υπαλλήλων του Δήμου, το οποίο δεν κατεβλήθη από αυτόν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., "ήτοι για πράξη που δεν νομιμοποιούνταν ως άμεσα ζημιωθείς, καθώς αυτή διεπράχθη έναντι των εργαζομένων του Δήμου Φαρσάλων", ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο εν λόγω Δήμος παραστάθηκε, σύμφωνα και με τη σκέψη που προπαναπτύχθηκε, και για την εν λόγω πράξη ως άμεσα ζημιωθείς.
Συνεπώς, ο τρίτος, από τη διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Α' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, όπως σαφώς προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο Δήμος Φαρσάλων δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για την ηθική βλάβη που προκάλεσαν σ' αυτόν όλες οι επί μέρους πράξεις του κατηγορουμένου, επιδικάστηκε δε σ' αυτόν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για τις πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ως προς την παράσταση της πολιτικής (άρθρο 510 παρ.1 στ. Α Κ.Π.Δ.), με την αιτίαση ότι, εφόσον η κατηγορία αναφέρεται σε περισσότερες πράξεις, "πρέπει να διευκρινίζεται σε ποιες αναφέρεται η παράσταση", είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VII. Κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον καταδικασθέντα, το δικάζον εφετείο δεν έχει εξουσία να καταστήσει χειρότερη την θέση του κατηγορουμένου, υπο την έννοια ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα να επαυξήσει την επιβληθείσα ποινή ή να ανακαλέσει ευεργετήματα αναγνωρισθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, σε βάρος του Δήμου Φαρσάλων, συνολικού ποσού 50.277.454 δρχ και αθώος για την μερικότερη πράξη υπεξαίρεσης ποσού 8.738.940 δρχ. για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως (όπου έγινε δεκτό ότι το συνολικό ποσό της υπεξαιρέσεως ανερχόταν στις 59.02.062 δρχ) . Ο Δήμος Φαρσάλων είχε δηλώσει, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, παράσταση πολιτικής αγωγής, για την ηθική βλάβη που του προκάλεσαν οι πράξεις του κατηγορουμένου για το ποσό των 44 ευρώ "με επιφύλαξη" . Η διατήρηση, όμως, του ίδιου ποσού, που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο εγκαλών Δήμος από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου, ούτε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να επιδικάσει το αυτό πιο πάνω ποσό, προεχόντως, διότι το ποσό των 44 ευρώ προφανώς δεν εξαντλεί το ποσό που δικαιούται συνολικά ο εγκαλών Δήμος, ως χρηματική ικανοποίηση για την πιο πάνω αιτία, ποσό το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αυτός είχε ζητήσει να του επιδικασθεί "με επιφύλαξη". Οποιαδήποτε δε μείωση του ποσού αυτού, έστω και η ελαχίστη, από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο θα ενείχε τον κίνδυνο ο πολιτικώς ενάγων να μη έχει πλέον τη δυνατότητα να ζητήσει επιπλέον το ποσό για το οποίο είχε επιφυλαχθεί. Κατ' ακολουθίαν, ο από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, με την αιτίαση ότι χειροτέρευσε η θέση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος με την επιδίκαση του ίδιου ποσού των 44 ευρώ που είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πολιτικώς ενάγοντα Δήμο, αν και κρίθηκε αθώος για μία μερικότερη πράξη υπεξαίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VIII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ , προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο , συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ , σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως ,διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το μη αναγνωσθέν έγγραφο ρητώς μνημονεύεται κατά τα κύρια αυτού σημεία σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, ούτε επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της περί ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέν έγγραφο, εφόσον τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και εντεύθεν αναπόσπαστο μέρος της σε βάρος του κατηγορουμένου ασκηθείσας ποινικής δίωξης, για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός, προς αντίκρουση του εγγράφου τούτου, μπορεί, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτού αναγκαίες εξηγήσεις, διότι γνωρίζει το περιεχόμενό του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠΔ σε κάθε περίπτωση αναγιγνώσκονται και λαμβάνονται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Εφόσον όμως η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της διαδικασίας από την μη ανάγνωση των πρακτικών, επέρχεται τέτοια ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως μόνον όταν έχει ζητηθεί ειδικώς η ανάγνωσή τους από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση , ο αναιρεσείων με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του έγγραφα μη αναγνωσθέντα, τα οποία άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται ως εξής τα έγγραφα που έλαβε υπόψη και δεν αναγνώσθηκαν. "1) "Η υπ' αριθμ. ..... απόφαση του τότε Δημάρχου του Δήμου Φαρσάλων .....", 2) "Η με αριθμ. ..... επιταγή του τέως Νομαρχιακού Ταμείου", 3) "Η με αριθμ. ..... επιταγή του τέως Νομαρχιακού Ταμείου"), 4) "Η με αριθμ. ..... επιταγή του τέως Νομαρχιακού Ταμείου", 5) "Το με αριθμό ..... χρηματικό ένταλμα με δικαιούχο το Δήμο Φαρσάλων", 6) "Το με αριθμ. ..... χρηματικό ένταλμα", καθώς και το "το με αριθμό ..... τιμολόγιο ποσού 590.000 δρχ.", 7) "Το με αριθμό ..... τιμολόγιο του εργολάβου Α, ποσού 3.540.000 δρχ.", 8) "Τα με αριθμούς ..., ..., ..., ... και ... χρηματικά εντάλματα, συνολικού ποσού 16.566.020 δρχ.", 9) "Το με αριθμό ..... χρηματικό ένταλμα, ποσού 7.329.975 δρχ.", 10) "Τα με αριθμούς ..... και ..... χρηματικά εντάλματα ύψους 1.248.800 δρχ." και 11) "Η ίδια η πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ήτοι έγγραφο, το οποίο, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, "ελήφθη μεν υπόψη, αλλά δεν αναγνώστηκε .., δεδομένου ότι ... γίνεται μνεία της υπ' αρ. 307/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας ... και όχι της πραγματικής, υπ' αρ. 307/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, με την οποία καταδικάστηκα σε ποινή κάθειρξης εννέα ετών". Όμως όλα τα πιο πάνω δέκα πρώτα έγγραφα αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και κατά συνέπεια αναπόσπαστο μέρος της κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσας ποινικής δίωξης, και καθιστούσε δυνατό σε αυτόν, που γνώριζε το περιεχόμενό τους και προς αντίκρουση του τελευταίου, να εκθέσει, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, τις περί αυτού απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα πιο άνω αναφερόμενα, ουδεμία ακυρότητα επέρχεται από το ότι αυτά δεν αναγνώστηκαν δημοσίως, ενώ λήφθηκαν υπόψη, για τον σχηματισμό της περί ενοχής ή όχι κρίσης του κατηγορουμένου. Το με αριθμό 11 αναφερόμενο πιο πάνω έγγραφο, δηλαδή η πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ανεξάρτητα του ότι η μη δημόσια ανάγνωση αυτής δεν επιφέρει ακυρότητα, το έγγραφο αυτό αναγνώστηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (βλ. σελ. 16), πλην όμως από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται με τα στοιχεία 307/205, αντί 307/04. Επομένως, ο όγδοος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αίτησης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IX. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ένατο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλει την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας στήριξε την καταδικαστική του, σε βάρος του κρίση του και στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της διενεργήσασας Διαχειριστικό Έλεγχο Οικονομικής Επιθεωρήτριας ....., η οποία περιλαμβάνεται στην πορισματική έκθεση την οποία αυτή συνέταξε. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος. Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης, μεταξύ των οποίων και το αριθμούμενο με αριθμό 1 και περιγραφόμενο ως " η υπ' αριθμ. Πρωτ. ..... Πορισματική έκθεση Διαχειριστικού ελέγχου στο Δήμο Φαρσάλων της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλίας- Υπουργείου Οικονομικών". Δεν προκύπτει όμως από κάποιο στοιχείο του σκεπτικού ή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στην εν λόγω πορισματική αναφορά, ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης του μετέπειτα κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του και στην εν λόγω κατάθεση. Η αναφορά και μόνο ότι το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του την πιο πάνω πορισματική έκθεση, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά την πορισματική αυτή έκθεση και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε και αξιολόγησε η συντάκτρια της εν λόγω εκθέσεως (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου), προκειμένου να διατυπώσει το πόρισμα της έρευνάς της. Διαφορετικό θα ήταν το ζήτημα, αν στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης γινόταν ειδική μνεία της καταθέσεως αυτής.
Συνεπώς, ο το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ ένατος λόγος αναιρέσεως με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
X. Μετά από αυτά και την παραδοχή ως βασίμου μόνο του πρώτου προσθέτου λόγου αναιρέσεως και του συναφούς πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτηση αναιρέσεως, ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 του 1608/50 για το αδίκημα που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, η κρινό-μενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτά κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τη συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περίστασης, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής της ποινής, απορριπτομένης της αιτήσεως κατά τα λοιπά. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 4/7/2008 (αρ.πρωτ. 5913/4-7-08) αίτηση αναιρέσεως και τους από 28/7/2008 προσθέτους λόγους του Χ για αναίρεση της 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς την συνδρομή της αναφερομένης στο σκεπτικό επιβαρυντικής περίστασης του ν. 1608/50, καθώς και ως προς την περί της ποινής διάταξή της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 4/7/2008 (αρ.πρωτ. 5913/4-7-08) αίτηση αναιρέσεως και τους από 28/7/2008 προσθέτους λόγους του Χ για αναίρεση της 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή