Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1187 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Γαίες, Οθωμανικό δίκαιο.




Περίληψη:
Γαίες μοναστηριακές. Διακρίσεις κατά το άρθρο 122 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών. Μετατροπή του δικαιώματος «διηνεκούς εξουσιάσεως» (tessarut) σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Σχετικές διατάξεις. Αναίρεση. Λόγοι από τους αρ. 1 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αβάσιμοι (Επικυρώνει ΕφΘεσσ 2030/2001).




Αριθμός 1187/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Γ. Χ., το γένος Β. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Κοντού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/1985 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 2030/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 16/6/2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η ακίνητη περιουσία των χριστιανικών καθιδρυμάτων και ειδικότερα εκείνη των μοναστηρίων (βακούφια) επί τουρκοκρατίας περιελάμβανε πέντε ιδιαίτερες κατηγορίες ακινήτων. Στην τρίτη κατηγορία εντάσσονται τα ακίνητα εκείνα κατηγορίας δημόσιας γης που έχουν καταγραφεί ως βακουφικά στο (παλαιό) κτηματολόγιο επ' ονόματι της συγκεκριμένης μονής υπό τη γενική κατηγορία των βακουφικών -αφιερωμένων γαιών που κατέχονται ως τελείας κυριότητος - mulk, αλλά φορολογούνται ως δημόσιες γαίες με τους ετήσιους φόρους της δεκάτης ή και salariye ενώ απολαύουν του προνομίου να μην πληρώνεται γι' αυτές δικαίωμα ταπίου σε περίπτωση θανάτου των μοναχών που τις κατέχουν. Τα ακίνητα αυτά αποτελούν κυρίως το αντικείμενο της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 122 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, κατά την οποία "Αι έκπαλαι εις τι Μοναστήριον προσηρτημέναι γαίαι, των οποίων η τοιαύτη προσάρτησις είναι εγγεγραμμένη εν τω Αυτοκρατορικώ Κτηματολογίω, δεν εξουσιάζονται με ταπίον, ούτε αγοράζονται ούτε πωλούνται. Στην τέταρτη από τις ανωτέρω κατηγορίες ακινήτων εντάσσονται τα ακίνητα δημόσιας γης που αποκτήθηκαν από τον ηγούμενο ή από εκπρόσωπό του για λογαριασμό του μοναστηρίου κατά δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (tesarruf) με την άδεια του "κυρίου της γης", δηλ. του εκπροσώπου της κρατικής εξουσίας, ως ανήκοντα σε τιμάριο, για τα οποία πληρωνόταν δικαίωμα ταπίου (tapu). Τα ακίνητα αυτά υπάγονται στην δεύτερη περίπτωση του άρθρου 122 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, κατά την οποία "Αι ανέκαθεν όμως με ταπίον εξουσιαζόμεναι (γαίαι), αίτινες κατόπιν περιήλθον εις χείρας Μοναχών και εξουσιάζονται ως προσαρτήματα των Μοναστηρίων, υπάγονται εις την κατηγορίαν των λοιπών δημοσίων γαιών και εξουσιάζονται με ταπίον ως και πρότερον". Τέλος, κατά το άρθρο 78 του ίδιου νόμου περί Γαιών "Εάν τις εξουσιάση και καλλιεργήση επί δέκα έτη άνευ αμφισβητήσεως δημοσίας και αφιερωμένας γαίας, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως, αι δε γαίαι αύται δεν θεωρούνται αδέσποτοι είτε ο εξουσιάζων κατέχει έγκυρον έγγραφον είτε μη, δέον δε να τω δοθή εκ νέου δωρεάν έγγραφον ταπίου". Την κατά τα ανωτέρω, με δεκαετή δηλ. κατοχή και καλλιέργεια του κτήματος, απόκτηση δικαιώματος εξουσιάσεως αναγνώρισε και το διάταγμα 2468/1017 της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρ. 2), που κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917, και ο ν. 2052/1920 (άρθρ. 50), εφόσον η δεκαετία συμπληρώθηκε μέχρι την 20-5-1917, με το άρθρο δε 49 του ν. 2052/1920 εκείνος που έχει δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετακλήτου κυριότητος κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το οποίο και αυτό (δικαίωμα του ελληνικού δημοσίου) περιήλθε στους κατά την έναρξη της ισχύος του ανωτέρω διατάγματος συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφής, δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1229 και όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η Ιερά Μονή Κανάλλων, η οποία ιδρύθηκε το έτος 1055, μετά από διαδοχικές πυρκαγιές, οι οποίες επισυνέβησαν στα τέλη του 19ου (αιώνα) και το έτος 1943, αποτεφρώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, με συνέπεια και την καταστροφή του αρχείου της. Με το από 7-12-1932 προεδρικό διάταγμα κατέστη Μετόχι της Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ολύμπου. Κατά τη μακραίωνα ιστορία της απέκτησε μεγάλη ακίνητη περιουσία, στην οποία περιλαμβάνεται και έκταση 20.000 στρεμμάτων, κειμένη στην τοποθεσία "Τοπόλιανη - Ιμπραήμ Αυλάκι" Λιτοχώρου Πιερίας. Την έκταση αυτή η Ιερά Μονή, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, καλλιεργούσε είτε δια των μοναχών της και το ιδιωτικό προσωπικό της, χρησιμοποιώντας προς τούτο δικά της ζώα, με το σύστημα της αγρανάπαυσης ή αμειψισποράς, με διάφορα δημητριακά, χορτολειβαδικά και αμπέλια, είτε εκμίσθωνε σε τρίτους γεωργοκτηνοτρόφους, για καλλιέργεια και βοσκή, εξασφαλίζοντας έτσι τα έσοδα για τη λειτουργία της, την επιβίωση των μοναχών και την διατροφή των μικρών και μεγάλων ζώων που διατηρούσε (αιγοπρόβατα, αγελάδες, άλογα), καταβάλλοντας παράλληλα στο Τουρκικό Δημόσιο κτηματικό φόρο. Αυτό προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποσπάσματα των συνοπτικών τουρκικών φορολογικών βιβλίων (ΧΟΥΛΑΣΑ), εκ των οποίων το μεν ένα αφορά το τουρκικό έτος 1289 (1-3-1873 έως 28-2-1874), το δε άλλο το τουρκικό έτος 1304 (1-3-1888 έως 28-2-1889). Στο επάνω μέρος της σελίδας 312 του Συνοπτικού Φορολογικού βιβλίου (ΧΟΥΛΑΣΑ) του έτους 1873-1874 αναγράφεται "ΚANALA MONASTIRI" και στη στήλη του εξουσιαστή των ακινήτων και φορολογουμένων αναγράφεται ως εξουσιαστής το βακούφι του Μοναστηρίου Κανάλλων (KANALA MONASTIRI VAKFI), δηλαδή το καθίδρυμα του Μοναστηρίου Κανάλλων, με την έννοια ότι η περιουσία ανήκει σε χριστιανικό καθίδρυμα, ενώ το μείζον ακίνητο εμφανίζεται ως βοσκή να έχει έκταση 20.000 στρεμμάτων. Στο βιβλίο "ΧΟΥΛΑΣΑ" των ετών 1888-1989 επαναλαμβάνονται τα ίδια και το ακίνητο εμφανίζεται ως αγρός 20.000 στρεμμάτων. Από το με χρονολογία 1251 έτους (1835) Μονόγραμμα (Φιρμάνιον - Υψηλόν Διάταγμα) του Σουλτάνου Μαχμούτ, απευθυνόμενο προς τον Ιεροδικαστή της Υποδιοίκησης Φαναρίου Λάρισας, προκειμένου να μην αυξηθεί, όπως ζητούσε ο τούρκος Τιμαριούχος, ο ετήσιος φόρος των 160 γροσίων που κατέβαλε η ως άνω Μονή προς το Τουρκικό Δημόσιο και απαγορευθεί οποιαδήποτε παράνομη και εναντίον των αρχαίων εθίμων και του υψηλού του Διατάγματος επέμβαση του Βακουφικού επιτρόπου στα ακίνητα της Μονής, προκύπτει ότι η τελευταία κατέβαλε φόρο δεκάτης και, συνεπώς, η ακίνητη περιουσία της ανήκε στην κατηγορία της δημοσίας γης, επί της οποίας ισχύει το άρθρο 122 ΟΘΝπΓαιών. Και εάν μεν υπάγεται η ως άνω έκταση στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 122 του ΟΘΝπΓαιών (ανέκαθεν προσαρτημένη σε μοναστήρι και καταγεγραμμένη στο κτηματολόγιο), δεν ήταν νόμω δυνατόν να έχουν στα χέρια τους ταπί οι μοναχοί για το ακίνητο αυτό και το κατείχαν νόμιμα, χωρίς ταπί, μόνον με καλλιέργεια και πληρωμή φόρων, ενόψει δε ότι, με το προαναφερόμενο φιρμάνι, ο τιμαριούχος απαγορεύεται να ζητήσει αύξηση του φόρου δεκάτης, η ως άνω έκταση αποδεικνύεται ότι ανήκει στην κατηγορία αυτή. Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί ότι ανήκει στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 122 του ΟΘΝπΓαιών και καταστράφηκε ο τίτλος (ταπί), δυνάμει του οποίου το μοναστήριο, είχε αποκτήσει δικαίωμα TASARRUF επ' αυτής, η έκταση αυτή εμπίπτει στην ρύθμιση του άρθρου 78 του ΟΘΝπΓαιών και, συνεπώς, μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα δεκαετούς εξουσιάσεως, το οποίο μετατράπηκε (όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη) σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Την ανωτέρω έκταση η Ιερά Μονή Κανάλλων κατείχε και εξουσίαζε από αμνημονεύτων ετών και μέχρι την 20-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, καλλιεργώντας αυτήν με τους μοναχούς και το ιδιωτικό προσωπικό της με δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι κ.λ.π.), χορτολιβαδικά και αμπέλια, κατά το σύστημα της αγρανάπαυσης ή αμειψισποράς ή εκμισθώνοντας τμήματα αυτής σε τρίτους γεωργοκτηνοτρόφους για καλλιέργεια και βοσκή. Η συνεχής εξουσίαση και εκμετάλλευση της ανωτέρω εκτάσεως από την ιερά Μονή Κανάλλων αποδεικνύεται από το προαναφερθέντα Τουρκικά Φορολογικά στοιχεία, από τις καταθέσεις των υπερηλίκων μαρτύρων, κατοίκων της περιοχής Λιτοχώρου και από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, επιβεβαιώνεται δε και με το από 21-8-1904 "Ενοικιαστήριον έγγραφον". Με το έγγραφο αυτό η Ιερά Μονή Κανάλλων, εκπροσωπούμενη από τον Ηγούμενο αυτής, εκμίσθωσε στους Γ. Α., Γ. Φ. και Γ. Φ., για μια επταετία, "πάντα τα δάση, τα υπαγόμενα στην κυριότητα και διακατοχή της Μονής, καθώς και απάσας τας χειμερινάς και θερινάς νομάς αυτής". Στον έκτο όρο του μισθωτηρίου αυτού ορίζονται ότι "ο Ηγούμενος δικαιούται να καλλιεργεί κατά έτος, από της 25 Μαρτίου και εντεύθεν, τα χωράφια τα οποία ανέκαθεν ευρέθησαν εις τας τοποθεσίας "Ιμπραήμ Αυλάκι" και "Καδρί Πλατάνια", τα δε εν τη τοποθεσία "Τοπόλιανη", δικαιούται να τα καλλιεργεί και να σπείρει εν οιαδήποτε εποχή θελήσει και αποφασίσει", ενώ με τον έβδομο όρο ορίζεται ότι "άπαντα τα ζώα της Μονής αγελάδια και αιγοπρόβατα θα βόσκωσι δωρεάν". Στα χωράφια της τοποθεσίας "Τοπόλιανη" εμπίπτει το υπ' αριθμ. 30 τεμάχιο της μετέπειτα οριστικής διανομής του αγροκτήματος Ν. Λιτοχώρου, για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω. Στο ανωτέρω μισθωτήριο καταχωρήθηκε την 8-1-1912 δήλωση περί καταβολής, από τους μισθωτές, του υπολοίπου μισθώματος από 105 λίρες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 125329/28-9-1924 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 89 τ.Β /7-10-1925, κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο, για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών Λιτοχώρου και Λεπτοκαρυάς Πιερίας, το αγρόκτημα "Τοπόλιανη", το οποίο οριοθετήθηκε με επίσημο σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκε το έτος 1931 από την αρμόδια Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, βρέθηκε δε να έχει συνολική έκταση 13.076,687 στρεμμάτων, δοθέντος ότι δεν συμπεριελήφθη σ' αυτή η δασική έκταση των επτά χιλιάδων (7.000) περίπου στρεμμάτων. Με την υπ' αριθμ. 47/1933 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης, η οποία εκδόθηκε σε αντικατάσταση της ακυρωθείσης, με την υπ' αριθμ. 264/1932 απόφαση του Σ.τ.Ε., μετά από προσφυγή του ΟΔΕΠ, υπ' αριθμ. 29/1931 αρχικής τοιαύτης, και το σε εκτέλεση αυτής (47/1933 αποφάσεως Ε.Α. Κατερίνης) συνταγέν από 29-1-1936 Πρωτόκολλο Οριστικού Διαχωρισμού του ανωτέρω αγροκτήματος "Τοπόλιανης", η έκταση αυτή χαρακτηρίσθηκε ως ανήκουσα στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (Εραζίι-Εμιριγιέ), με συγκύριο το Ελληνικό Δημόσιο κατά το 1/5, καθόσον αυτή υπερέβαινε τα 200 αυτοκαλλιεργούμενα στρέμματα (Δ/γμα του Μαΐου 1917 και άρθρ. 143 επ. Αγρ. Κώδικα), ενώ με την υπ' αριθμ. 801/1934 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίσθηκε η καταβλητέα αποζημίωση, λόγω της απαλλοτριώσεως, κατά 1/5 στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά 4/5 στην ιδιοκτήμονα καθής η απαλλοτρίωση Ιερά Μονή Κανάλλων. Από την απαλλοτρίωση αυτή του αγροκτήματος "Τοπόλιανης" εξαιρέθηκαν τα υπ' αριθμ. 19 και 29 τεμάχια του προαναφερθέντος σχεδιαγράμματος, συνολικής εκτάσεως 269,275 στρεμμάτων, ως ανεπίδεκτα επιχερσώσεως, και το υπ' αριθμ. 30 τεμάχιο του αυτού σχεδιαγράμματος, εκτάσεως 1776,850 στρεμμάτων. Η εξαιρεθείσα έκταση του υπ' αριθμ. 30 τεμαχίου έγινε λόγω της μικρής γονιμότητας του εδάφους της, που παρουσίαζε το συγκεκριμένο χρόνο (περίοδος αγρανάπαυσης), οπότε θεωρήθηκε ότι η εκμετάλλευσή της δεν ήταν δυνατή με οικονομικά συμφέρουσες καλλιέργειες, αλλά και για να μπορεί να συντηρηθεί η Ιερά Μονή. Ειρήσθω ότι το ως άνω Πρωτόκολλο δεν αναθεωρήθηκε, ελλείψει οποιασδήποτε αμφισβητήσεως, μέχρι το έτος 1949 (προθεσμία ταχθείσα με τον Α.Ν. 1085/46). Την ανωτέρω εξαιρεθείσα της απαλλοτριώσεως έκταση το τοπικό Συμβούλιο του ΟΔΕΠ της Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους, με την υπ' αριθμ. 262/9-6-1936 διακήρυξή του εξέθεσε σε πλειοδοτική δημοπρασία εκποιήσεως, η οποία, μετά από διαδοχικές άκαρπες δημοπρασίες, πραγματοποιήθηκε την 12-7-1936 και κατακυρώθηκε στον Μ. Κ. (βλ. 5255/ 4350/1-9-36 έγγραφο Ο.Δ.Ε.Π.). Ακολούθως, συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../1936 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κατερίνης Ξενοφώντα Συλλοπούλου, νομίμως έκτοτε μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πιερίας, στον τόμο ... και με αριθμό 4499, με το οποίο μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει του άρθρου 20 του κωδικοποιημένου νόμου 4684 "περί διοικήσεως και διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας" και του άρθρου 10 του από 6-7-1931 Διατάγματος "περί όρων και τρόπου εκποιήσεως Εκκλησιαστικών και μοναστηριακών ακινήτων", στον ανωτέρω υπερθεματιστή - Μ. Κ. η δημοπρατηθείσα έκταση (βλ. το από 12-7-1936 έγγραφο Ε.Τ.Ε.) Με την υπ' αριθμ. 119272/12-11-1946 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3250/1924, στο υπ' αριθμ. 11848/ 27-11-1946 φύλλο της Εφημερίδας "ΦΩΣ", ήρθη η από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3250/1924 υφισταμένη απαγόρευση και επετράπη στον Μ. Κ. να πωλήσει ελεύθερα, κατά διαιρετά τμήματα την ανωτέρω έκταση των 2.046,125 στρεμμάτων. Έτσι, ο Μ. Κ., με το υπ' αριθμ. .../1947 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Καραμάνου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πιερίας, στον τόμο ... και με αριθμό 239, μεταβίβασε στην ενάγουσα λόγω πωλήσεως διαιρετή έκταση 289 στρεμμάτων, η οποία αποτελεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της, μέσα στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικος έκταση των 84,490 στρεμμάτων, τμήμα του υπ' αριθμ. 30 τεμαχίου (βλ. εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης). Ο Μ. Κ., από του έτους 1936 έως το έτος 1947, το υπ' αριθμ. 30 τεμάχιο καλλιεργούσε, με το σύστημα της αγρανάπαυσης, με σιτάρι, κριθάρι και γρασίδι. Η ενάγουσα, μετά την αγορά της εκτάσεως των 289 στρεμμάτων, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η επίδικος έκταση των 84,490 στρεμμάτων, συνέχισε η ίδια να νέμεται και κατέχει. Προέβη σε σημαντικές δαπάνες, με τη δημιουργία αγροτικών προσβάσεων, βελτίωση με μηχανικά μέσα και λίπανση του εδάφους, προς αύξηση της γονιμότητας και παραγωγικότητας, φύτευση ελαιοδένδρων, αμυγδαλιών και άλλων καρποφόρων δένδρων, μόνιμη περίφραξη, ανέγερση κτισμάτων, άντληση νερού (γεώτρηση), εγκατάσταση συγκροτήματος για άρδευση, με υπόγειο και υπέργειο σωληνωτό δίκτυο, εγκατάσταση δικτύου διανομής της ΔΕΗ και ανέγερση κτισμάτων, για την εξυπηρέτηση των γεωργικών αναγκών της. Μετά από τις ανωτέρω βελτιώσεις του εδάφους και τις εγκαταστάσεις υδρεύσεως, τόσο το επίδικο, όσο και το υπόλοιπο τμήμα του υπ' αριθμ. 30 τεμαχίου, καλλιεργούνταν με δυναμικές καλλιέργειες (φράουλες, μποστανικά, λαχανικά κλπ). Στο υπ' αριθμ. 8327/1978 έγγραφο της Διευθύνσεως Γεωργίας του Νομού Πιερίας, το οποίο συντάχθηκε μετά από αυτοψία του Γεωπόνου Ε. Γ., αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι η όλη έκταση (υπ' αριθμ. 30 τεμάχιο) είναι καλλιεργημένη από παλαιότερα χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις προσφάτου εκχερσώσεως, επιβεβαιώνονται δε ότι οι ανωτέρω βελτιώσεις και εγκαταστάσεις και ότι η Υπηρεσία δεν αμφισβήτησε ποτέ, κατά το παρελθόν, την κυριότητα του υπ' αριθμ. 30 τεμαχίου, γιατί αυτό, μαζί με άλλα τεμάχια, εξαιρέθηκε της απαλλοτριώσεως υπέρ της Ιεράς Μονής Κανάλλων, με την υπ' αριθμ. 47/1933 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης. Και ενώ αυτή ήταν η πραγματική και νομική κατάσταση του υπ' αριθμ. 30 τεμαχίου της διανομής του απαλλοτριωθέντος αγροκτήματος "Τοπόλιανης" Λιτοχώρου, την οποία το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επί μισό αιώνα ανεγνώριζε, η Διεύθυνση Δασών Πιερίας εξέδωκε το υπ' αριθμ. 15/1980 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής της ενάγουσας από την επίδικη έκταση των 84,490 στρεμμάτων, η οποία είναι τμήμα του ως άνω (υπ' αριθμ. 30) τεμαχίου, γιατί αυτή ήταν δασική έκταση. Το Πρωτόκολλο αυτό ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 293/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, πλην όμως αυτή εξαφανίσθηκε, μετά από άσκηση εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με την υπ' αριθμ. 120/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ειρήσθω ότι δεν προέβη στην εκτέλεση του ως άνω Πρωτοκόλλου Διοικητικής αποβολής, στηριζόμενο στην ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, προβάλλει, κατά της κρινόμενης αγωγής, τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ανέκαθεν ήταν δάσος. Ο ισχυρισμός αυτός από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται. Αντιθέτως, εκτός των όσων προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εξέλιξη της φυσικής βλάστησης, στο υπ' αριθμ. 30 τεμάχιο, του οποίου τμήμα αποτελεί το επίδικον, ποτέ δεν είχε φθάσει στη βαθμίδα του δάσους, και τούτο διότι η μάζα του εδάφους, αλουβιακής προελεύσεως (υλικά που μεταφέρθηκαν από τον ορεινό όγκο του Ολύμπου, με αρκετό αγρακικό ασβέστιο), είναι ουδέτερη έως βασική (PH7, ο έως 8,5) και ευνοεί τη φυσική ανάπτυξη λιβαδικής βλαστήσεως και όχι δασικής. Για το λόγο αυτό παρουσιάζει χαρακτηριστική ομοιομορφία, γεγονός που δείχνει ότι στο έδαφος δεν υπήρξαν χονδρές ρίζες δενδρώδους βλαστήσεως και ότι το έδαφος εκκαλιεργείτο γεωργικώς, τουλάχιστον κατά τα τελευταία 200 χρόνια (βλ. εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και τεχνική έκθεση Δασολόγου - Εδαφολόγου Ν. Π.). Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο κατέληξε βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη του και συνεκτιμώντας, α) την υπ' αριθμ. 58/1993 γνωμοδότηση του κατ' άρθρο 90 του Π.Δ./τος 284/1988 Γνωμοδοτικού Συμβούλου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλαξίμου Περιουσίας, στην οποία αναφέρεται ότι "το Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα επί των εκτάσεων του αγροκτήματος "Τοπόλιανης", οι οποίες αναγνωρίσθηκαν με αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ότι ανήκουν σε ιδιώτες ή στην Ιερά Μονή Κανάλλων και δη, όπως οι αποφάσεις αυτές, μετά των συνοδευόντων αυτές διαγραμμάτων και πινάκων, αρχικών και τροποποιητικών, οριστικοποιήθηκαν και ισχύουν, β) την υπ' αριθμ. 1016677/995/ Α0010/22-4-1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία αποδέχθηκε την ανωτέρω γνωμοδότηση, (γ) το υπ' αριθμ. 093486/10126/1994 έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας, προς την Διεύθυνση Δασών Πιερίας, στο οποίο αναφέρεται ότι "μετά την ανωτέρω αποδοχή της γνωμοδοτήσεως θεωρείται λυμένο το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης των 1.762 στρεμμάτων στη θέση "Μαύρη Πέτρα-Τοπόλιανη" της περιοχής Δήμου Λιτοχώρου", δ) το υπ' αριθμ. ΓΕ/13297/1989 έγγραφο της Διευθύνσεως Γεωργίας Πιερίας, προς την Διεύθυνση Δασών Πιερίας, στο οποίο, μεταξύ των άλλων αναφέρεται ότι "... επειδή η Υπηρεσία μας δεν αμφισβήτησε ποτέ, κατά το παρελθόν, αλλά και σήμερα ακόμη, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 30 τεμαχίου, ως εξαιρεθέντος της απαλλοτριώσεως, υπέρ της ιδιοκτήτριας Μονής Κανάλλων, κρίνει ότι το εν λόγω τεμάχιο δεν θα πρέπει να υπαχθεί στην κατηγορία των εκτάσεων της μορφής του άρθρου 74 του Ν. 998/1979, ε) το υπ' αριθμ. ΓΕ/5238/24-6-1993 έγγραφο της Διευθύνσεως Γεωργίας Πιερίας, προς τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Δασκάλων - Νηπιαγωγών Ν. Λάρισας "Ο ΠΕΛΑΣΓΟΣ", στο οποίο αναφέρεται ότι "... σας γνωρίζουμε ότι η έκτασή σας ήταν ανέκαθεν και είναι αγροτική και αποτελεί τμήμα του 30 τεμαχίου, συνολικής εκτάσεως 1776,850 στρεμμάτων, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 47/1993 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης, εξαιρέθηκε της απαλλοτριώσεως, υπέρ της ιδιοκτήτριας Ιεράς Μονής Κανάλλων και διαχωρίσθηκε υπέρ αυτής, με το από 29-1-1936 Πρωτόκολλο και ότι η Υπηρεσία μας ουδέποτε αμφισβήτησε το ιδιοκτησιακό καθεστώς", στ) το υπ' αριθμ. 2279/27-6-1997 έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών Πιερίας, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι η έκταση του υπ' αριθμ. 30 τεμαχίου δεν υπάγονται στις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας, ζ) το υπ' αριθμ. 8855/22-7-1978 έγγραφο της Εφορίας Πιερίας, προς την Διεύθυνση Δασών Πιερίας, στο οποίο αναφέρεται ότι η όλη έκταση του υπ' αριθμ 30 τεμαχίου χαρακτηρίζεται ως αγροτική και η) το υπ' αριθμ. 3739/21-5-1979 έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών Πιερίας, στο οποίο αναφέρεται ότι το υπ' αριθμ. 30 τεμάχιο δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ. 86/1969 "Περί Δασικού Κώδικος". Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι επί αγωγής αναγνωρίσεως δικαιούχου αποζημιώσεως της Α. Ζ., η οποία είχε αγοράσει, όπως και η ενάγουσα, από τον Μ. Κ., τμήμα του υπ' αριθμ. 30 τεμαχίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2730/1999 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κρίθηκε ότι το ανωτέρω υπ' αριθμ. 30 τεμάχιο ήταν ιδιοκτησία Ιεράς Μονής Κανάλλων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι η επίδικος έκταση των 84,490 στρεμμάτων, κειμένη στη θέση "Τοπόλιανη" της κτηματικής Περιφέρειας Λιτοχώρου Πιερίας, είναι τμήμα της μείζονος εκτάσεως των 289 στρεμμάτων, η οποία περιήλθε στην ενάγουσα με το προαναφερθέν συμβόλαιο αγοραπωλησίας και η οποία αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 30 τεμαχίου της οριστικής διανομής του έτους 1936 του αγροκτήματος "Τοπόλιανης" Λιτοχώρου Πιερίας, το οποίο από την αμνημόνευτη αρχαιότητα και μέχρι την 20-5-1917 εξουσίαζε και καλλιεργούσε η Ιερά Μονή Κανάλλων, η κρινόμενη αγωγή είναι ουσιαστικά βάσιμη". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 133/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία και κατά παραδοχήν της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης αναγνωρίστηκε η τελευταία κυρία του επίδικου ακινήτου, εκτάσεως 84,490 στρεμμάτων, που περιγράφεται, ως ανωτέρω, στην απόφαση. Ενόψει της ανέλεγκτης παραδοχής του Εφετείου ότι α) το επίδικο, ως τμήμα της αναφερόμενης μείζονος εκτάσεως, είχε περιέλθει στην απώτερη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Ι.Μ. Κανάλλων κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, η δικαιοπάροχος δε αυτή το καλλιεργούσε έκτοτε και το εκμίσθωσε σε τρίτους μέχρι την κατά το έτος 1936 μεταβίβασή του στον άμεσο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Μ. Κ., και ότι β) η Ι. Μ. Κανάλλων κατέβαλλε επί τουρκοκρατίας φόρο δεκάτης στο Τουρκικό Δημόσιο για το ακίνητο αυτό, ο οποίος φόρος καταβαλλόταν για τα ακίνητα εκείνα, κατηγορίας δημόσιας γης, που είχαν καταγραφεί ως βακουφικά στο κτηματολόγιο επ' ονόματι της συγκεκριμένης μονής υπό την γενική κατηγορία των βακουφικών - αφιερωμένων γαιών που κατέχονται ως τελείας κυριότητας - mulk, ορθώς (το Εφετείο) υπήγαγε το επίδικο στην προαναφερθείσα πρώτη περίπτωση μοναστηριακών γαιών του άρθρου 122 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, στις ανέκαθεν δηλαδή προσαρτημένες σε μοναστήρι και καταγεγραμμένες στο Κτηματολόγιο γαίες, για τις οποίες κατεβάλλετο ο προαναφερθείς φόρος, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με την ανωτέρω παραδοχή του παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ειρημένη διάταξη του άρθρου 122 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι το Εφετείο με την προαναφερθείσα επάλληλη παραδοχή του ότι η Ι.Μ. Κανάλλων έγινε κυρία του επιδίκου κατά το άρθρο 78 του ίδιου νόμου περί Γαιών, παραβίασε τη διάταξη αυτή, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η προαναφερθείσα παραδοχή του Εφετείου ότι το επίδικο ανήκει στην πρώτη κατηγορία (περίπτωση) μοναστηριακών γαιών του άρθρου 122 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης και δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγον αναιρέσεως, κατά τα προεκτεθέντα.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι δεν ιδρύεται και προβαλλόμενος είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, για ορισμένα εκ των οποίων θα γίνει ειδική μνεία, χωρίς αυτό να υποδηλώνει ότι τα υπόλοιπα δεν ελήφθησαν υπόψη", και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, τις προπαρατεθείσες δηλαδή παραδοχές του, όπου το δικαστήριο αναφέρει ειδικότερα τα δημόσια έγγραφα από τα οποία επείσθη για το βάσιμο των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, και τα αντίθετα που το τελευταίο υποστηρίζει με τον δεύτερο, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2003 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2030/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή