Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 690 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Καλλιέργεια ινδικής κάνναβης. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για ναρκωτικά, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει αιτιολογία. Αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών του 84 2ε του ΠΚ. Δεν υποχρεούται το δικαστήριο να αιτιολογήσει τον προβληθέντα αορίστως ισχυρισμό. Απορρίπτει την αναίρεση.





Αριθμός 690/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Χανίων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σταματάκη, περί αναιρέσεως της 144/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1390/07.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αληθινά, στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, που, δικάζοντας κατ' έφεση, εξέδωσε αυτή, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ύστερα από σχετικές πληροφορίες που είχαν περιέλθει στις αστυνομικές αρχές Χανίων, αστυνομικοί ενήργησαν έρευνες στην περιοχή του δυτικού διαμερίσματος ...... του δήμου Κεραμιών Χανίων και στη θέση ..... Την ...., διαπίστωσαν την ύπαρξη εκτεταμένης φυτείας φυτών ινδικής κάνναβης, που είχαν αναπτυχθεί σε χώρους που απείχαν μεταξύ τους 100 μέτρα, στους οποίους καλλιεργούνταν συνολικά 741 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, και ειδικότερα 298 στον ένα χώρο και 443 στον άλλο. Τα φυτά αυτά είχαν ύψος 0.4-1.3 μέτρα, από τη φάση δε αυτή της αναπτύξεώς τους, υπολογίζεται ότι είχαν αρχίσει την καλλιέργεια πριν 3 μήνες περίπου(βλ. κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού). Οι ως άνω χώροι της φυτείας ήσαν περιφραγμένοι ως ενιαίος χώρος, ώστε να μην είναι δυνατή η είσοδος ζώων, κατά την προσέγγιση δε των αστυνομικών, που ήταν δυσχερής και έγινε πεζή λόγω του δύσβατου της περιοχής, κάποιοι, αντιληφθέντες αυτούς, απομακρύνθηκαν ταχέως από τη φυτεία. Για την άρδευση των φυτών κάνναβης εχρησιμοποιείτο σωλήνας από ελαστικό, που βρέθηκε στο χώρο αυτόν, όπου βρέθηκε και λίπασμα. Επίσης στο χώρο αυτό υπήρχε τεχνητή δεξαμενή ικανής χωρητικότητας, για την άρδευση των δενδρυλλίων καθώς και πρόχειρος κοιτώνας για την παραμονή τριών τουλάχιστον ατόμων, εφοδιασμένος με τρόφιμα, μαγειρικά σκεύη, υλικά καθαριότητας, ενώ ανάμεσα στους χώρους αυτούς, υπήρχε και χώρος, που δεν ήταν ορατός, ο οποίος χρησίμευε ως παρατηρητήριο. Οι χώροι αυτοί, στους οποίους είχε αναπτυχθεί η καλλιέργεια και είχαν γίνει οι ως άνω κατασκευές, επιμελώς καθαρισμένοι από την άγρια βλάστηση, ήσαν μέρη ευρύτερης έκτασης που είχε εκμισθωθεί από τους .... και τον ...... στον πρώτο κατηγορούμενο, ουσιαστικά όμως και στους δυο, αφού και οι δυο χρησιμοποιούσαν αυτούς, ως βοσκότοπους, σε συνέχεια δικών τους βοσκοτόπων και κατέβαλλαν και οι δυο τα μισθώματα στους εκμισθωτές. Το ποιμνιοστάσιο των κατηγορουμένων, στο οποίο υπάρχει ενιαίο κτίσμα (στάβλος) χωρισμένο σε δυο μέρη βρίσκεται σε απόσταση σε ευθεία γραμμή, περίπου 1000 μέτρα από τη φυτεία, η οποία δεν είναι ορατή η τοποθεσία της εντελώς, μεταξύ δε αυτών παρεμβάλλεται δύσβατη περιοχή (βλ. εκθέσεις αυτοψίας) η οποία, όμως, δεν καθιστά και αδύνατη την πρόσβαση στο χώρο της φυτείας. Πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν ήταν δυνατό τρίτος να προβεί σε εργασίες διαμόρφωσης του χώρου και να δημιουργήσει την προαναφερθείσα υποδομή και στη συνέχεια να προβεί στη φύτευση, καλλιέργεια και περιποίηση 741 δενδρυλλίων σε βοσκότοπο των κατηγορουμένων χωρίς να υπάρχει τουλάχιστον ο κίνδυνος να γίνει αντιληπτός. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, ότι πλήρως αποδείχθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος (γιος του 1ου), έχοντας εποπτεία του χώρου της φυτείας και έχοντας περιφράξει αυτόν πρόσφατα, τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη ενώ δεν αποδείχθηκε και το δικαστήριο δεν πείστηκε για τη συμμετοχή του 1ου ως συναυτουργού...., απορριπτομένου του ισχυρισμού για την αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθ. 84 παρ.2ε ΠΚ), καθόσον δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο, αλλά απλώς με επανάληψη της έκφρασης του νόμου, χωρίς έκθεση των αναγκαίων για τη θεμελίωσή του πραγματικών περιστατικά, τα οποία, άλλωστε και δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της καλλιέργειας φυτών ινδικής κάνναβης και του επέβαλε ποινή καθείρξεως 11 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ποινικές διατάξεις, των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ και άρθρων 4 παρ.1 και 3 Πιν.Α-6 και 5 παρ.1 εδ. στ' και 2 του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με άρθρο 10 Ν. 2161/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει χωρίς να είναι αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία για το στοιχείο του δόλου, διότι αυτός, ενυπάρχει στη θέληση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την έκθεση των περιστατικών αυτών. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη, κατά τα παραπάνω αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρ.510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν είναι αρκετή μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή ο χαρακτηρισμός, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η κατά τρόπο αόριστο προβολή των ισχυρισμών αυτών, δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει και συνεπώς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν απόρριψή τους. Εξ' άλλου, για να συντρέξει η από το άρθρ.84 παρ. 2 εδ. α και ε του ΠΚ προβλεπόμενη ελαφρυντική περίσταση, η οποία επιφέρει μείωση της ποινής κατά το μέτρο του άρθρ. 83 του ίδιου Κώδικα, πρέπει, τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αντίστοιχη ελαφρυντική περίσταση, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, και όχι με απλή αναφορά και παράθεση της σχετικής διάταξης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο κατηγορούμενος, ζήτησε δια του συνηγόρου του να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. ε του ΠΚ). Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, ως αόριστο. Και πράγματι, ο ισχυρισμός του αυτός είχε προταθεί αορίστως, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε περιστατικά, που να τον θεμελιώνουν, παρά γενικά αόριστα, ζήτησε την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή του ειδικά και εμπεριστατωμένα, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος οι σχετικός λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος τους δε που, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της υπάρξεως ή μη της σχετικής, από την οικεία Κρατική Αρχή άδειας, για την καλλιέργεια της ινδικής κάνναβης, προεχόντως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ η παράλειψη της παράθεσης της οικείας ποινικής διατάξεως του άρθρου 45 του Π.Κ, εκτός του ότι δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, εφόσον ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος κηρύχθηκε αθώος με την ίδια απόφαση. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2007 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Χανίων, για αναίρεση της υπ' αριθμό 144/21-5-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ