Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1077 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Χρήση πλαστών εγγράφων (επιταγών) κατ' εξακολούθηση. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ορθή εφαρμογή άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1077/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 194/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με συγκατηγορούμενη την ....
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 76/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1-στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχε ι η απόφαση νόμιμη βάση. Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό, του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Νόθευση εγγράφου υπάρχει, και όταν, προκειμένου περί τραπεζικής επιταγής, ατελούς κατά την έκδοση ως προς κάποιο τυπικό στοιχείο της (άρθρο 13 ν. 5960/1933), αυτή συμπληρώνεται από τον λήπτη αντίθετα με τα συμφωνηθέντα με τον εκδότη ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας που δίκασε έφεση των αναίρεσείοντος - κατηγορουμένου και τον καταδίκασε για χρήση πλαστών εγγράφων, κατ' εξακολούθηση, για να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή δέχτηκε στο σκεπτικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων στην απόφαση αυτή αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 0 κατηγορούμενος, "στην ..., στις 28-2-1999 και 10-3-1999, παρέλαβε από τον μηνυτή ... τις υπ' αρίθμ. ...και ... επιταγές ευκολίας, του υπ' αρίθμ. ... λογαριασμού του της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος, οι οποίες έφεραν μόνο την υπογραφή του μηνυτή στη θέση του εκδότη, προκειμένου αυτός (κατηγορούμενος) να ενισχύσει την επαγγελματική του πίστη. Στη συνέχεια τις επιταγές αυτές, συμπληρωμένες κατά τα υπόλοιπα στοιχεία, παρά τα συμφωνηθέντα και χωρίς την εντολή και τη συναίνεση του μηνυτή, δηλ. με ημερομηνία έκδοσης ... και ..., ποσά 3.400.000 και 3.200.000 δραχμές αντίστοιχα και σε διαταγή της συζύγου του, ..., ο πρώτος κατηγορούμενος τελώντας σε γνώση της πλαστότητας τους, τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε τρίτους, κάνοντας έτσι χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τις σαφείς καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κήρυξε ένοχο τον αναίρεσείοντα κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 98, 216παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως; ούτε εκ πλαγίου. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, ειδικά αιτιολογείται, 1) η γνώση του αναιρεσείοντος για την πλαστότητα των επιταγών με την παράδοσή τους σ' αυτόν ασυμπλήρωτων, 2) ο σκοπός για τον οποίο του παραδόθηκαν από τον μηνυτή και εκδότη τους 3) εκείνος για τον οποίο μεταβίβασε τις επιταγές προς τρίτους και 4) ο τρόπος χρήσεως των πλαστών εγγράφων, προσδιορίζεται δε ειδικότερα και ο χρόνος τέλεσης των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ταυτίζεται με εκείνο της κατάρτισης των πλαστών. Ο αναιρεσείων με την αίτηση του προβάλλει την, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αιτίαση, κατά την οποία στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης εμφιλοχωρούν ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και να στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι, αν και κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων, όμως δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της, ότι υπάρχει προηγούμενη καταδικαστική απόφαση για την πλαστογραφία των συγκεκριμένων εγγράφων. Η αιτίαση αυτή όμως είναι αβάσιμη και τούτο γιατί η καταδίκη για χρήση πλαστών δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την προηγούμενη καταδίκη για την πράξη της πλαστογραφίας. Αλλά και οι αιτιάσεις κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί 1) το σκεπτικό της αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού και 2) δεν γίνεται με αυτήν αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμες και τούτο διότι, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι το σκεπτικό είναι αντιγραφή του διατακτικού, όταν το τελευταίο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, περιέχει πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως στο σκεπτικό, τα οποία είναι αυτά που αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. Επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχουν για έρευνα άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-2-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 194/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή