Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2105 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Κανονισμός αρμοδιότητας.




Περίληψη:
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις Δικαστικές Αρχές του Πειραιά.




Αριθμός 2105/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ και με εγκαλούμενο τον Ψ, Εφέτη Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 24 Μαρτίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 543/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Εισαγγελέα Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 235/08.05.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 132 και 137 ΚΠΔ, το υπ'αριθμ. 1102/07/24-3-2008 έγγραφο του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Σωτηρίου Μπάγια, για κανονισμό αρμοδιότητας και εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 136 περ. ε' ΚΠΔ εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 137 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως εν προκειμένω) αποφασίζει δε περί αυτής ο 'Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφόσον πρόκειται για περίπτωση που δεν διαλαμβάνεται στα εδ. α' και β' της παραγράφου 1, δηλαδή δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (ΑΠ 440/06, ΑΠ 311/01, ΑΠ 204/87).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν των από ΑΒΜ12003/13867/13-11-2003 και ΑΒΜ12003/13866/15-11-2003 μηνυτηρίων αναφορών (εγκλήσεων) του Χ κατά των Α1, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη Αθηνών (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση), Α2, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α3, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α4, Πρωτοδίκη Αθηνών και Α5, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κλπ για παράβαση καθήκοντος και πλαστογραφία, διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ο τελευταίος εξέδωσε την υπ'αριθμ. 289/2007 διάταξή του με την οποία απέρριψε κατ'άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ ως καταφανώς αβάσιμες στην ουσία τους και εντελώς ψευδείς της ανωτέρω μηνυτήριες αναφορές του Χ και επέβαλε σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας εκ ποσού 40 ευρώ. Κατά της διατάξεως αυτής ο μηνυτής άσκησε, κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ, ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Τρίπολης, την με αριθμό 24/31-10-2007 προσφυγή του, επί της οποίας αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών.
Όμως μεταξύ των εγκαλουμένων, περιλαμβάνεται και ο Α1, ήδη Εφέτης, που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, ενώ οι λοιποί υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επομένως συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως ως προς όλους τους εγκαλουμένους για την ενότητα της κρίσεως σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών και δη στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προσφυγής αυτής, κατ'άρθρο 48 ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως κατά των Α1, Εφέτη Αθηνών, Α2, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α3, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α4, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α5, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών κλπ, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ'αριθμ. 279/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να αποφανθεί αυτός επί της υπ'αριθμ. 24/31-10-2007 προσφυγής του μηνυτή Χ, κατά της ανωτέρω διατάξεως και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Αθήνα 6 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν των με αριθμ. ΑΒΜ 12003/13867/13-11-2003 και ΑΒΜ/12003/ 13866/15-11-2003 μηνυτήριων αναφορών (εγκλήσεων) του Χ κατά των: Α1, Προέδρου Πρωτοδικών και ήδη Εφέτη Αθηνών (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση), Α2, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α3, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α4, Πρωτοδίκη Αθηνών και Α5, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών ως και κατά λοιπών προσώπων, για παράβαση καθήκοντος και πλαστογραφία διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας προκαταρκτική εξέταση. Μετά το πέρας αυτής ο προαναφερόμενος Εισαγγελέας εξέδωσε την υπ' αριθμ. 279/2007 διάταξή του με την οποία απέρριψε σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ ως καταφανώς αβάσιμες στην ουσία τους και εντελώς ψευδείς τις ανωτέρω μηνυτήριες αναφορές του Χ και επέβαλε σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας εκ ποσού 40 ευρώ. Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο μηνυτής άσκησε κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Τρίπολης τη με αριθμ. 24/31-11-2007 προσφυγή του για την οποία είναι αρμόδιος να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1102/07/24-3-2008 έγγραφο ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προσφυγή λόγω του ότι μεταξύ των εγκαλουμένων Δικαστών περιλαμβάνεται και ο Α1, Εφέτης που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, ενώ οι λοιποί Δικαστές και Εισαγγελέας υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών αντίστοιχα. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης ως προς όλους τους εγκαλουμένους δικαστικούς λειτουργούς για την ενότητα της κρίσεως από τον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προμνημονευόμενης προσφυγής και όταν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

ΑΥΤΟΥΣΔιατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ'αριθμ. πρωτ. 1102/07/24-3-2008 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά τον εγκαλούμενο Α1, Εφέτη, ο οποίος υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, και λοιπούς εγκαλουμένους δικαστικούς λειτουργούς, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδηΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ