Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 888 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση από κοινού κακουργηματική. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Απόλυτη ακυρότητα από απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο Εφετών.




ΑΡΙΘΜΟΣ 888/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ2 και 2. Χ1, κατοίκων ...., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2007 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 34/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του με αριθμό 167/8.4.08 και 167Α/17.12.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση του Χ2 για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 298 /2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του σαν διαχειριστή ξένης περιουσίας και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία με άλλο και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο με δήλωση του προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 εδ ε και δ ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση ότι:
Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 375 & 1-3 ΠΚ και τον παρέπεμψε για να δικαστεί για την κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης η οποία δεν στοιχειοθετείται γιατί λείπει το στοιχείο της παράνομης ιδιοποίησης ξένου πράγματος και β ότι δεν περιέχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία διότι δεν περιέχει περιστατικά και συλλογισμούς από τους οποίους να προκύπτει η κρισιολογία ως προς το ότι προέκυψαν κατά του αναιρεσείοντα επαρκείς ενδείξεις ούτε προκύπτει ότι έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα αφού κατά την παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπ' όψη αναφέρει ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νόμιμα, του πολιτικώς ενάγοντα, η απολογία του κατηγορουμένου και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα λαμβανόμενα υπ' όψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους χωρίς να προκύπτει ποια είναι τα έγγραφα αυτά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375 & 1 ΠΚ όπως ισχύει ''τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. 'Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών '' παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα). Τέτοια περίπτωση είναι και τα χρήματα τα οποία περιέρχονται στον δράστη με την εντολή της είσπραξής τους και της απόδοσης τους στον εντολέα αλλά αυτός τα ιδιοποιείται (ΑΠ 277/2007, Α Π 394/2003, ΑΠ 1015/2000). Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά των κατηγορουμένων, του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του οι οποίοι δεν άσκησαν αναιρέσεις, ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση συνισταμένη στο ότι οι αναιρεσείοντες ανέλαβαν την πώληση ενός αυτοκινήτου Ταξί του εγκαλούντα βάσει πληρεξουσίου σε αγοραστή που βρήκαν και στον οποίο πούλησαν το αυτοκίνητο αυτό αντί 123.000 ευρώ από το οποίο ποσό του απέδωσαν το ποσό των 53.000 περίπου και παρακράτησαν το υπόλοιπο. Από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα προέκυψαν τα παρακάτω: Ο εγκαλών στις 7-7-2004 συμφώνησε με την εκ των κατηγορουμένων Ζ1, η οποία δεν άσκησε αναίρεση να της πωλήσει το με αριθμ. .... Δ.Χ. αυτοκίνητο Ταξί αντί τιμήματος 123.257 ευρώ και υπόγραψαν αυθημερόν σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό περί της πώλησης και ότι αυτή θα ολοκληρωνόταν σε επτά ημέρες και για την πώληση αυτή η παραπάνω του κατέβαλλε το ποσό των 3.000 ευρώ. Την επόμενη ημέρα η παραπάνω κάλεσε τον εγκαλούντα στην επιχείρηση της και το ανακοίνωσε ότι βρήκε αγοραστή, με τον οποίο συμφώνησε την πώληση και του κατέβαλλε ποσό 10.000 παρουσιάζοντας του συγχρόνως του δύο άλλους συγκατηγορουμένους της σαν συνεργάτες της οι οποίοι και θα αναλάμβαναν την διαδικασία της μεταβίβασης του αυτοκινήτου και ότι για να έχουν την δυνατότητα αυτή έπρεπε να τους κάνει πληρεξούσιο γεγονός που έγινε και ο εγκαλών τους έκανε το με αριθμ. .... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο . Με το πληρεξούσιο αυτό οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην μεταβίβαση του παραπάνω αυτοκινήτου στον αγοραστή και εισέπραξαν το τίμημα των 123.000 ευρώ από την πώληση του από το οποίο ποσό στον εγκαλούντα απέδωσαν 53.257 και παρακράτησαν το ποσό των 70.000 ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 παρ. 1β, 2, 45 και 372 παρ. 1β Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα γιατί προκύπτει τόσο η αιτία όσο και το ύψος του ποσού που υπεξαιρέθηκε και το οποίο περιήλθε στην κατοχή του από την πώληση του αυτοκινήτου ταξί την οποία του ανέθεσε ο εγκαλών και το οποίο ποσό έπρεπε να το αποδώσει σ' αυτόν αφού ενήργησε σαν διαχειριστής της περιουσίας του βάσει της εντολής που είχε, απορριπτομένων επίσης των αιτιάσεων του αναιρεσείοντα περί του ότι στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται περιστατικά περί της παράνομης ιδιοποίησης για την οποία κατηγορείται.
Επίσης πρέπει ν' απορριφθούν σαν αβάσιμα τα προβαλλόμενα ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα έγγραφα τα οποία το προσβαλλόμενο έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε γιατί το αναφερόμενο στο προσβαλλόμενο περί του ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων, και πολιτικώς ενάγοντα, οι απολογίες των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα δεν δημιουργεί ασάφεια σχετικά με το ποια έγγραφα λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν γιατί με την αναφορά γενικά στα έγγραφα το προσβαλλόμενο εκθέτει κατ' επίταση ότι λήφθηκαν και αξιολογήθηκαν όλα τα έγγραφα που περιέχονταν στην δικογραφία, και ότι όπου απαιτούνταν από τις ανάγκες της δικογραφίας γινόταν ειδική μνεία και αναφορά εγγράφων όπως σε ιδιωτικά συμφωνητικά και πληρεξούσια βάσει των οποίων δόθηκαν οι εντολές για την πώληση και την μεταβίβαση του επιδίκου αυτοκινήτου. Περαιτέρω προβάλλεται η αιτίαση περί του ότι προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπ' όψη και δεν εκτίμησε το γεγονός ότι από τον αναιρεσείοντα έγινε μερική καταβολή και ότι με τον τρόπο αυτό ο αναιρεσείων καταδεικνύει ότι δεν είχε πρόθεση για την παράνομη ιδιοποίηση του υπολοίπου. Πράγματι στο προσβαλλόμενο γίνεται η παραδοχή της καταβολής του μερικού ποσού των 53.000 αλλά περαιτέρω το προσβαλλόμενο κάνει λόγο και αιτιολογεί την πρόθεση του αναιρεσείοντα και των υπολοίπων για την ιδιοποίηση του υπολοίπου των 70.000 ευρώ η ιδιοποίηση του οποίου είναι δυνατή γιατί η καταβολή μέρους από τα εισπραχθέντα από τον διαχειριστή δεν αναιρεί την ιδιοποίηση του υπολοίπου εφ' όσον όπως στην προκειμένη περίπτωση ο διαχειριστής εκδήλωσε την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί το υπόλοιπο μη καταβληθέν ποσό.

Διά ταύτα
Προτείνω Α. Να απορριφθεί η με με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση του Χ2 κατοίκου ...., για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα την 5-3-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός

Σε συνέχεια της με αριθμ. 167/8-4-2008 με την οποίαεισήχθη στο Συμβούλιο σας η με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ2κατοίκου ..... γιααναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η με αριθμ. 298/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει να δικαστεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του σαν διαχειριστή και η οποία έχει όπως παραπάνω και επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμ. 2378/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Σας το οποίο αποφαίνεται ότι απέχει εωσότου υποβληθεί πρόταση και επί της με αριθμ. 297/7-12-2007 αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ...., και την οποία ΕΙΣΑΓΩ κατ'άρθρ. 485 &1 ΚΠΔ για αναίρεση του ίδιουβουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, (2512/2007)με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία έφεση του κατά τουμε αριθμ. 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνώνγια να δικαστεί μαζί με τον Χ2 για υπεξαίρεση εμπιστευμένου στον υπαίτιολόγω της ιδιότητας του σαν διαχειριστή ξένης περιουσίαςκαι με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία με άλλο και η οποία δεν εισήχθη από παραδρομή μαζί με την προηγούμενη αναίρεση του Χ1 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Και η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα καιεμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο με δήλωση του προςτον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του ΕφετείουΑθηνών και στρέφεται κατά βουλεύματος που τονπαραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου γιακακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, τηςεσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (αρθρ. 484 & 1 εδ ε. και δ ΚΠΔ) και επί πλέον την απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 &1 εδ. α ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι όπως και ότι και οι δύο αναιρέσεις πρέπει να συνεκδικαστούν σαν συναφείς.
Οι προβαλλόμενοι λόγοι είναι οι ίδιοι που προβλήθηκαν με την με αριθμ 298/7-12-2007 αναίρεση του Χ2 και συνίστανται στους ίδιους λόγους όπως και στην παραπάνω αναίρεση και η απάντηση επ'αυτών εκτίθεται παραπάνω πρόταση μας για την αναίρεση του Χ2 στην οποία εξ ολοκλήρου αναφέρομαι.
Ως προς τον προβαλλόμενο λόγο της απόλυτης ακυρότητα ο οποίος συνίσταται στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντα Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνιση χωρίς αιτιολογία πρέπει να αναφερθούν τα παρακάτω Από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο απέρριψε αίτημα του αναιρεσείοντα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση λόγω του ότι επαρκώς είχε προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του με την απολογία του και τα υπομνήματα του στα διάφορα στάδια της δίκης. Η αιτιολογία αυτή κρίνεται επαρκής και πλήρης και ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ'ακολουθία των παραπάνω προτείνω και για την αναίρεση του Χ1 ότι και στην αναίρεση του Χ2.

Διά ταύτα
Προτείνω Α. Να απορριφθούν η με αριθμ. 297 και 298/7-12-2007 αιτήσεις των Χ2 και Χ1 κατοίκων ..... αντίστοιχα για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων.
Αθήνα την 10-12-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την έκδοση του 2378/2008 βουλεύματος του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επί των παρακάτω αιτήσεων αναιρέσεων, μέχρι την υποβολή έγγραφης προτάσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ως προς την πρώτη απ' αυτές, η οποία ήδη υποβλήθηκε, παραδεκτά εισάγονται ενώπιον του οι από 7-12-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την από κοινού τέλεση της πράξεως της υπεξαιρέσεως, σε βαθμό κακουργήματος. Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 375 του ΠΚ, όπως η τελευταία αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και προστ. το τελευταίο εδ. με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν.2721/1999, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το ολικό αντικείμενο του εγκλήματος που είναι κινητό, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη. Με το ξένο πράγμα, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου εξομοιώνεται το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του εμπιστεύθηκαν για να το πουλήσει καθώς και το κινητό πράγμα που απέκτησε με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης κατά την οποίαν ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστού, όπως όταν ο δράστης ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποίαν έχει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η κατ' είδος αναφορά τούτων, χωρίς αναλυτική παράθεσή των και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Κατά δε το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστούν λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής την 7-7-2004 συμφώνησε με την έμπορο αυτοκινήτων Ζ1, να της πωλήσει το υπ' αριθ. κυκλ. .... ταξί τύπου OPEL VECTRA ιδιοκτησίας του, αντί τιμήματος 123.257 ευρώ και συνυπέγραψαν αυθημερόν ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού η αγοράστρια κατέβαλε προκαταβολή 3000 ευρώ και συμφωνήθηκε ότι η πώληση θα ολοκληρωνόταν εντός 7 ημερών ενώ της παρεδόθη με όλα τα σχετικά έγγραφα το αυτοκίνητο. Την επόμενη ημέρα 8-7-2004 η ως άνω κατηγορουμένη κάλεσε τον μηνυτή στην επιχείρηση της και αφού τον διαβεβαίωσε ότι είχε βρει αγοραστή, του κατέβαλε άλλες 10.000 ευρώ και του ενεφάνισε τους δύο συγκατηγορουμένους ως συνεργάτες της, οι οποίοι θα ανελάμβαναν την διαδικασία της μεταβίβασης του οχήματος, για το σκοπό δε αυτό ο μηνυτής παρέσχε σ'αυτούς τη ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλούν σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο το ως άνω ταξί του, συνταχθέντος του υπ. Αριθ. .... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Τσακλατάνου. Με βάση αυτή την εντολή οι κατηγορούμενοι μεταβίβασαν το ως άνω όχημα σε τρίτο πρόσωπο και παρότι εισέπραξαν το τίμημα από την πώληση δεν απέδωσαν στο μηνυτή την αξία του. Το τίμημα του ταξί εξ ευρώ 123.000 είναι εύλογο όχι μόνο γιατί αυτό καταθέτει ο μηνυτής αλλά και διότι τούτο προκύπτει και από την κατάθεση του Μ1 και επί πλέον είναι σύμφωνο και με τα διδάγματα της πείρας.
Συνεπώς η πώληση αξία κρίνεται ότι προφανώς έγινε με το τίμημα αυτό και το ποσόν τούτο, που δε απεδόθη, ανέρχεται σε 70.000 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης του μηνυτή, που είναι επαγγελματίας οδηγός ταξί και το πωληθέν αυτοκίνητο αποτελούσε σημαντικό περιουσιακό του στοιχείο από την εκμετάλλευση του οποίου αποζούσε. Οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με τρόπο που να δημιουργήσουν σύγχυση σχετικά με τις ευθύνες ενός εκάστου, διότι με την ίδια μέθοδο ενήργησαν και στην περίπτωση του μάρτυρα Μ1 Η συνολική εικόνα της έννομης σχέσης περιπλέκεται χωρίς εμφανή λόγο και ενώ αρχικά εμφανίζεται ο μηνυτής να πωλεί στην Ζ1 το όχημα του εν συνεχεία αλλάζει η μορφή της συμφωνίας σε εντολή προς πώλησιν προς τους πατέρα και υιό, οι οποίοι είναι ομοίως έμποροι αυτοκινήτων όπως και η συγκατηγορουμένη τους. Η βούληση του μηνυτή ήταν να αναθέσει την πώληση του οχήματος του σε εμπόρους που διαθέτουν γνώσεις της αγοράς και κύκλο πελατών. Ωστόσο σε μία καθαρή ανάθεση εντολής πωλήσεως δεν υπήρχε λόγος να παρεμβληθεί σύμβαση πώλησης, γεγονός που υποδηλώνει προσπάθεια εμπλοκής της συναλλαγής. Ο Χ2 με την έφεση του ισχυρίζεται ότι η Ζ1 τον παρέπεισε να δεχθεί την εντολή της πωλήσεως και ο ίδιος αγνοεί την εν συνεχεία εξέλιξη της υπόθεσης ενώ δεν παρέλαβε χρήματα από κάποιον αγοραστή ούτε συμμετέσχε στην πώληση, την οποία διεκπεραίωσε η Ζ1 εν αγνοία του. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν ευσταθεί, διότι κατά τον μάρτυρα Μ1 ο Χ2 εμφανίστηκε επίσης και στον ίδιο σαν συνεργάτης της Ζ1 και αφού παρέλαβε το αυτοκίνητο του προς πώλησιν εξηφανίσθη.
Συνεπώς δεν επρόκειτο για μια μοναδική περίπτωση συνεργασίας του με την Ζ1 κατά την οποία και παρεπλανήθη αλλά για συστηματική και επαναλαμβανόμενη συνεργασία. Ο Χ1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε απεδέχθη την εντολή που αναφέρει το όνομα του και ότι αδίκως ενεπλάκη αλλά ο ισχυρισμός του αυτός ανατρέπεται όχι μόνον από την κατάθεση του μηνυτή αλλά και από την απολογία της Ζ1 η οποία τον φέρει παρόντα και ομοίως αναλαβόντα την υποχρέωση πωλήσεως του οχήματος. Εξάλλου και ο μάρτυς Μ1 βεβαιώνει ότι και στην δική του περίπτωση ο Χ1 συγκάλυψε εκ των υστέρων την πράξη του γιου του Χ2, ενώ οι πληροφορίες φέρουν και τους δύο πατέρα και υιό να έχουν διαπράξει σωρεία ομοειδών πράξεων σε βάρος κυρίως ιδιοκτητών ταξί Εξάλλου την 30.10.2004 παρεδόθησαν στον μηνυτή τρεις ισόποσες συναλλαγματικές ισάξιες της οφειλής των κατηγορουμένων τις οποίες υπογράφει ως πληρωτής ο Χ1 με υπογραφή πανομοιότυπη εκείνης που έθεσε ενώπιον του Ανακριτού κατά την απολογία του.
Συνεπώς η συνολική εικόνα της υπόθεσης εμφανίζει και τους τρεις κατηγορουμένους συνεργαζόμενους σε μία επιχείρηση σφετερισμού του οχήματος του μηνυτή, στην οποία οι ρόλοι των προσώπων εναλλάσσονται προκειμένου να διασπαρούν οι ευθύνες και να προκληθεί σύγχυση και πολυμέτωπη σύγκρουση, μέσα από την οποία οι κατηγορούμενοι προσδοκούν να προκαλέσουν την απαλλαγή τους. Οι θέσεις της υπεράσπισης δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος της κατηγορίας δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Επομένως η κατηγορία είναι απόλυτα θεμελιωμένη και πρέπει να εξετασθεί δια ζώσης στο ακροατήριο. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς εξετίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία, θα πρέπει να επικυρωθεί απορριπτομένης της υπό κρίσιν εφέσεως." Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευμένου σ' αυτούς λόγω της ιδιότητας των ως εντολοδόχων, τελεσθείσης από κοινού και στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος που είχε αποφανθεί ομοίως, το οποίο και επικύρωσε.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω περιστατικά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες ορθώς, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, έγινε η υπαγωγή τούτων στην ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Συμβούλιο χωρίς να παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το βούλευμα ευθέως αναφέρει ότι οι αναιρεσείοντες εισέπραξαν από τον αγοραστή του οχήματος το χρηματικό ποσό των 123.000 ευρώ, για λογαριασμό του μηνυτή, από το οποίο απέδωσαν στον εγκαλούντα το ποσό των 53.257 ευρώ και παρακράτησαν το υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο από κοινού ιδιοποιήθηκαν. Περαιτέρω, αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης από τους αναιρεσείοντες ως εντολοδόχους του πολιτικώς ενάγοντος, που προάγει σε κακούργημα το κατ' αρχήν πλημμέλημα της υπεξαιρέσεως με τις παραδοχές της μεταξύ τους κατάρτισης σύμβασης εντολής για την πώληση του αυτοκινήτου απ' αυτούς, για λογαριασμό του μηνυτή και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του ποσού που οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν. Οι αιτιάσεις και των δύο αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί δεν αναφέρονται σ'αυτό 1) πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η παράνομη ιδιοποίηση του παραπάνω ποσού και 2)όλα τα έγγραφα, τα οποία το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, με αποτέλεσμα, από την μη αναφορά των, να δημιουργείται αμφιβολία για τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, είναι αβάσιμες, διότι, α) όπως προαναφέρθηκε, στο βούλευμα περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι, από κοινού, με τον ειδικότερο τρόπο που σ αυτό εκτίθεται, οι αναιρεσείοντες ιδιοποιήθηκαν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του ταξί, η σχετική δε κρίση του συμβουλίου ειδικά αιτιολογείται και β)όπως προκύπτει από την ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία παραδεκτά, καθ' ολοκληρίαν, αναφέρθηκε το συμβούλιο, για να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη του, " τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων, και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα", από τη σχετική δε περικοπή και το όλο περιεχόμενο του βουλεύματος προκύπτει με βεβαιότητα ότι τούτο έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, δίχως να προκύπτει αμφιβολία για το αντίθετο, από τη φράση που διαλλαμβάνεται στην ίδια περικοπή "και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα", καθόσον αυτή, προδήλως, έχει την έννοια της λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως όλων των εγγράφων και όχι μόνο κάποιων από αυτά, δοθέντος ότι δεν γίνεται και συγκεκριμένη αναφορά σε άλλα έγγραφα, ειδικά προσδιοριζόμενα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο. Αλλά και η αιτίαση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε το γεγονός ότι από τους αναιρεσείοντες έγινε μερική καταβολή από την οποία καταδεικνύεται ότι δεν είχαν πρόθεση για την παράνομη ιδιοποίηση του υπολοίπου, είναι αβάσιμη και τούτο διότι, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι έγινε η καταβολή του ποσού των 53.000 ευρώ και στη συνέχεια επαρκώς αιτιολογεί την πρόθεση των αναιρεσειόντων για την ιδιοποίηση του υπολοίπου των 70.000 ευρώ. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.- Tο δικαίωμα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβουλίου προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του επί της κατηγορίας που τον βαρύνει, προβλέπεται από το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ αλλά και από τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, η αποδοχή δε του αιτήματος αυτού αποτελεί τον κανόνα και η απόρριψη του την εξαίρεση, γι'αυτό η σιωπηρή ή αναιτιολόγητη απόρριψη του οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος για παράβαση του άρθρου 309 παρ. 2 σε συνδ. με 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν το Συμβούλιο στην αιτιολογία του για την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του διαλαμβάνει ότι από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας, όπως έφεση, τα απολογητικά του υπομνήματα, απολογία του στον ανακριτή, προκύπτουν ότι αυτός με λεπτομέρεια και επαρκώς ανέπτυξε τις απόψεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς λαμβάνονται υπ'όψη, ως αναγκαία για τη διαπίστωση της βασιμότητας του σχετιζομένου με αυτά λόγου αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας του προσβαλλομένου βουλεύματος, ο αναιρεσείων Χ1, με το παραπάνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την τέλεση της πράξεως της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, άσκησε την από 1-6-2007 έφεση του, όπως δε προκύπτει απ' αυτήν ζήτησε να του επιτραπεί η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προς παροχή διευκρινίσεων, σχετικών με το παραπάνω αδίκημα. Το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών, με την κρινόμενη, ως επαρκή αιτιολογία, η οποία διαλαμβάνεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος "ήδη έχει αναπτύξει αναλυτικότατα τις θέσεις του τόσο εγγράφως όσο και ενώπιον του ανακριτού" και ως εκ τούτου η παρουσία του στο Συμβούλιο δεν είναι αναγκαία. Επομένως ο σχετικός, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο παραπάνω αναιρεσείων αιτιάται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, διότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία το αίτημα αυτού, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει για έρευνα, άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθούν και οι δύο αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 7-12-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση του 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή