Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2080 / 2007    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Κανονισμός αρμοδιότητας.




Περίληψη:
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παρα-πέμπει στις δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών




Αριθμός 2080/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ΄ Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Χ1, Πρόεδρο Πρωτοδικών Πειραιά και με εγκαλούντα το Ψ1, δικηγόρο Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 25 Ιουλίου 2007, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1357/2007.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 372/10.10.2007 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε΄ και 137 παρ. 1 εδ. γ΄ Κ.Π.Δ., την υπ΄αριθ. 2150/25-7-2007 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε΄ Κ.Π.Δ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο (ΑΠ 2080/2006, ΑΠ 440/2006). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 137 του ίδιου Κ.Π.Δ. την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, μεταξύ άλλων και ο Εισαγγελέας, αρμόδιο δε να αποφασίσει γι΄αυτήν είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφόσον πρόκειται για περιπτώσεις, που δεν διαλαμβάνονται στα εδάφια α΄ και β΄ της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού (137), συνεπώς και στην περίπτωση, κατά την οποία πρόκειται να κριθεί η τύχη εγκλήσεως κατά δικαστικού λειτουργού του Πρωτοδικείου Πειραιά και στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, στην οποία ανήκει το εν λόγω Πρωτοδικείο και η αντίστοιχη Εισαγγελία του, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και αντίστοιχη Εισαγγελία Πρωτοδικών.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Ψ1, δικηγόρος και κάτοικος Αθηνών, κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την υπ΄αριθμ. Α07/853/18-5-2007 έγκλησή του εναντίον του Χ1 Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά, κατηγορώντας αυτόν ότι τέλεσε σε βάρος του τα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της παραβάσεως καθήκοντος και της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως. Στη συνέχεια η δικογραφία που σχηματίσθηκε υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, προκειμένου ο τελευταίος, κατ΄εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. β΄ Κ.Π.Δ., να ζητήσει από το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά την παραπομπή της από της αρμόδιες δικαστικές, εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά στις αντίστοιχες άλλου Πρωτοδικείου.
΄Όπως όμως προκύπτει από την υπ΄αριθ. 2150/25-7-2007 αίτηση του ανωτέρω Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, εκτός από το Πρωτοδικείο Πειραιά.
Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως από τις κατά τόπο αρμόδιες δικαστικές, εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις αντίστοιχες του πλησιεστέρου Πρωτοδικείου Αθηνών, για να επιληφθούν αυτές της σχετικής υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω το Δικαστήριό σας να διατάξει την παραπομπή της δικογραφίας που σχηματίσθηκε με αφορμή την υπ΄αριθ. Α07/853/18-5-2007 έγκληση του Ψ1, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, κατά του Χ1 Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά, από τις κατά τόπο αρμόδιες δικαστικές, εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών, για να επιληφθούν των νομίμων. Αθήνα 9 Οκτωβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Στέλιος Κ. Γκρόζος"

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Μετά την από 18.5.2007 έγκληση, που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς ο Ψ1 , δικηγόρος Αθηνών, κατά του Χ1 Προέδρου Πρωτοδικών, υπηρετούντος στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την οποία ο εγκαλών κατήγγειλε τον εγκαλούμενο ότι τέλεσε τα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της παραβάσεως καθήκοντος και της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως, σχηματίσθηκε στην ως άνω Εισαγγελία η Α07/853 ποινική δικογραφία, η οποία υποβλήθηκε την 18.7.2007 στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου ο τελευταίος να ζητήσει από το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 137 § 1 εδ. β΄ ΚποινΔ, την παραπομπή της από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις αντίστοιχες άλλου Πρωτοδικείου. Ενόψει, όμως του ότι το Συμβούλιο Εφετών μπορεί να παραπέμπει μόνον σε δικαστήριο που εδρεύουν εντός της περιφέρειάς του και ενόψει του ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, εκτός από το Πρωτοδικείο Πειραιώς, ο ανωτέρω Εισαγγελέας Εφετών υπέβαλε την υπόθεση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 2150/25.7.2007 αίτησή του, με την οποία ζητεί από τον Άρειο Πάγο τον κανονισμό αρμοδιότητας. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη και ενόψει των προεκτεθέντων, κατ' ουσίαν βάσιμη. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει, η υπόθεση να παραπεμφθεί στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές Αθηνών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την στο σκεπτικό υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών, για να επιληφθούν των νομίμων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2007.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ