Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 593 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Αρπαγή, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εφέσεως απαράδεκτο, Επεκτατικό αποτέλεσμα.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων. Αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση (322 β. β ΠΚ). Απόρριψη μίας εκ τούτων, ως απαράδεκτης, διότι ασκήθηκε από αντιπρόσωπο χωρίς ειδική πληρεξουσιότητα και διότι η αίτησης αναίρεσης στρέφεται κατά βουλεύματος που απορρίπτει ασκηθέν ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως. Δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παθούσα στερήθηκε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας και ως προς τον σκοπό των κατηγορουμένων. Αναιρεί και παραπέμπει. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για την διάδικο της οποίας η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 593/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ, κατοίκου ..... και 2. Χ2, κατοίκου ..... και 3. Χ3, κατοίκου ..... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Χ4. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1, κάτοικο ..... και 2. Ψ2, το γένος Α, κάτοικο ..... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Σεπτεμβρίου 2008 τρεις αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1621/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμούς 556/3.12.2008, 566Α/17.12.2008 και 13/16.1.2009, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Α) Εισαγ. προτ. αριθ. 556/3.12.2008:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ τις με αριθμ. 156,157,158/25-9-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και της Χ3 για αναίρεση του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ ουσία οι με αριθμ. 355 και 356/2006 εφέσεις των δύο πρώτων και ως απαράδεκτη η με αριθμ. 446/2006 έφεση της τρίτης κατά του με αριθμ. 2117/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και για τούς τρείς και επί πλέον για ληστεία εις βάρος της τρίτης αναιρεσείουσας και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης του πρώτου και του δεύτερου (Χ1 και Χ2) έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους κατηγορούμενους με δήλωση τους προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκαν οι με αριθμ. 156 και 157/ 25-9-2008 εκθέσεις αναίρεσης και της τρίτης με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της προς τον ίδιο Γραμματέα δυνάμει του με αριθμ. ..... πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Παρασκευής Πετυχάκη-Κερκουλά το οποίο και επισυνάπτεται στην με αριθμ. 158/25-9-2008 έκθεση αναίρεσης και το οποίο μπορεί ν'αναφέρει ότι η πληρεξουσιότητα παρέχεται μόνο για την άσκηση αναίρεσης του με αριθμ. 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και όχι του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος πλην όμως πρέπει να κριθεί ότι με αυτό παρέχεται η εντολή και για την άσκηση και της υπό κρίση αναίρεσης γιατί περιλαμβάνει και την εντολή να ενεργήσει πάν το δέον μέχρι πέρατος της αναιρετικής διαδικασίας και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης - εκ πλαγίου παράβασης (άρθρ. 484 & 1 εδ ε. και δ ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβληθέντες λόγοι αναίρεσης συνίστανται στο ότι: α) Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία γιατί δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος, όπως επίσης σ'αυτό δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο δόλος των αναιρεσειόντων, όπως δεν διαλαμβάνει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η φερόμενη σαν απαχθείσα στερήθηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο της ελευθερία της και την προστασία της πολιτείας καθώς και ότι τελούσε υπό τον απόλυτο έλεγχο των αναιρεσειόντων όπως επίσης δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι επί της απαχθείσας ασκήθηκε βία. β) Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 322 ΠΚ λόγω του ότι η φερόμενη σαν απαχθείσα μετά την απομάκρυνση της από τον τόπο που εγκαταβίωνε εισήχθη σε νοσηλευτικό ίδρυμα για νοσηλεία και δεν τελούσε υπό κατάσταση ''ομηρίας '' και περαιτέρω ότι σ'αυτό εκτίθεται αντιφατικά ότι σκοπός των αναιρεσειόντων ήταν να εξασφαλίσουν την διατήρηση της ιδιότητας του πρώτου αναιρεσείοντα ως πληρεξουσίου της αρπαγείσας και για να επιτύχει την από μέρους της αναγνώριση ως δικαιολογημένης της δαπάνης του ποσού των 36.900 ευρώ για το οποίο είχε κατατεθεί από μέρους της αρπαγείσας σχετική μήνυση κατ'αυτού για υπεξαίρεση ενώ για το ποσό αυτό αυτός δεν είχε κατηγορηθεί.
Από το άρθρο 322 Π.Κ., όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το αρ. 10 του Ν. 410/76, προκύπτει ότι η βασική μορφή του, που τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη, στοιχειοθετείται, όταν ο δράστης απάγει ή συλλαμβάνει ή κατακρατεί κάποιον, υπό συνθήκες ώστε το απαγόμενο, συλλαμβανόμενο ή κατακρατούμενο πρόσωπο να στερείται της προστασίας της πολιτείας, ή περιάγει κάποιον σε ομηρία, ή σε κάθε άλλη παρόμοια (με την ομηρία) στέρηση της ελευθερίας του Στοιχεία του εγκλήματος της αρπαγής είναι η σύλληψη, απαγωγή ή παράνομη κατακράτηση άλλου, έτσι ώστε να τον αποστερεί από την προστασία της πολιτείας, β) η επίτευξη της σύλληψης κ.λ.π. να έγινε με απάτη ή βία ή απειλή βίας, ως βίας νοουμένης τόσο της σωματικής, όσο και της ψυχολογικής με τη άσκηση της οποίας κάμπτεται η ελεύθερη βούληση και η ικανότητα αντιστάσεως του θύματος και γ) δόλος που καταλαμβάνει τόσο τη σύλληψη, όσο και την αποστέρηση του συλληφθέντος από την προστασία της πολιτείας. Μία εκ των δύο διακεκριμένων μορφών του εν λόγω εγκλήματος στοιχειοθετείται με την προσθήκη του υπερχειλούς δόλου του εξαναγκασμού του παθόντος είτε τρίτου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποίαν δεν έχει υποχρέωση, οπότε απειλείται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της πολιτείας νοείται η κατάσταση όπου κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό την δική του αυθαίρετη εξουσία κατά τρόπο που να τον αποκόπτει από τις ομαλές συνθήκες διαβίωσης και απομάκρυνσή του σε μέρος όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Τέλος περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διαρκείας και υπαγωγή του απαχθέντα στην διάθεση του δράστη προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν από τον δράστη. (ΑΠ 1722/2007, ΑΠ 386/2007, ΑΠ 1305/2005, ΑΠ 735/2000). Υπό την έννοια αυτή αρπαγή τελείται τόσο κατά την περίπτωση κατά την οποία ο αρπαγείς στερείται της δυνατότητας να έχει πρόσβαση και επικοινωνία , τόσο με τις αρχές, όσο και με τα πρόσωπα του περιβάλλοντος που αυτός είχε επιλέξει να εγκαταβιώνει όσο και κατά την περίπτωση κατά την οποία οι Δημόσιες Αρχές και τα όργανα της πολιτείας τα εντεταλμένα για την περιφρούρηση της ελευθερίας των ατόμων αλλά και τα πρόσωπα τα οποία ο υπό αρπαγή τελών είχε επιλέξει να διαμένει αποκλείονται καθ'οιονδήποτε τρόπο της επικοινωνίας και της ευχερούς πρόσβασης προς τον απαχθέντα, λόγω της νέας δημιουργηθείσας από τους απαγωγείς κατάστασης απομάκρυνσης, απόκρυψης και απομόνωσης του ατόμου αυτού από τις Δημόσιες αρχές και τα παραπάνω πρόσωπα μετά των οποίων με ελεύθερη βούληση και επιλογή ο απαχθείς μέχρι τη απαγωγή του διέμενε. Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε..,όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου αρκούντος του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή και όχι πλήρης απόδειξης γεγονός το οποίο απαιτείται για την καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου. Εκ πλαγίου δε παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν στις διατάξεις του νόμου Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι: H Ψ2 το γένος Α μετά τον θάνατο του συζύγου της εγκαταστάθηκε και διέμεινε στην Αθήνα στο επί της οδού ..... διαμέρισμα της Ψ1 με την οποία συνδεόταν με μακρόχρονη φιλία αρχικά μαζί της και στην συνέχεια και αφού για τις ανάγκες περιποίησης της η Ψ1 προσέλαβε ως οικιακή βοηθό την Βουλγαρικής καταγωγής Χ3 σε διαμέρισμα επί της οδού ..... ενώ η Ψ1 μετακόμισε στο άλλο διαμέρισμα της στην οδό ..... και μετά τον Ιούνιο του 2003 μετακόμισε στό επί της οδού ..... διαμέρισμα της Ψ1. Την διαχείριση της περιουσίας της η οποία ήταν σημαντική λόγω της κατάστασης της υγείας της και της αδυναμίας να την διαχειριστεί η παραπάνω την είχε αναθέσει στην Ψ1 την οποία και με διαθήκη της στην Ελβετία την είχε ορίσει και κληρονόμο της. Κατά τον Φεβρουάριο 2002 οι Β, Γ και Δ συγγενείς της Ψ2 κοινοποίησαν στην Ψ1 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία και την καλούσαν ν'αποφύγει κάθε διάθεση περιουσιακών στοιχείων της Ψ2 όπως και κάθε επιβάρυνση της περιουσίας της. Προς αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων από την παραπάνω εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία προσέλαβαν ως δικηγόρο τους τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος διογκώνοντας τους σχετικούς κινδύνους τις έπεισε ότι αφ'ενός μπορούσε να τις προφυλάξει και αφ'ετέρου έπρεπε για τον σκοπό αυτό να του αναθέσουν την επιμέλεια και την διαχείριση της περιουσίας της Ψ2 η οποία εκτός των διαφόρων ακινήτων περιλάμβανε και καταθέσεις χρημάτων σε Τράπεζες, και για τον σκοπό αυτό υπογράφηκε σχετικό εργολαβικό δίκης για υπόθεση μη προσδιοριζόμενη,όπως επίσης του δόθηκε και το με αριθμ. ..... πληρεξούσιο. Με το πληρεξούσιο αυτό ο πρώτος αναιρεσείων προέβη σε συστηματική αφαίμαξη του λογαριασμού της Ψ2 που τηρούσε στην Citibank ..... αναλαμβάνοντας σε συντομότατο χρονικό διάστημα, από 5-3-2003 έως 24-6-2003 τμηματικά το συνολικό ποσό των 89.895 ευρώ το οποίο το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Μετά ταύτα και εν όψει αυτής της συμπεριφοράς η Ψ2 ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα και του απαγορεύθηκε να εισέρχεται στο διαμέρισμα της και στην συνέχεια η Ψ2 μετακόμισε στο επί της οδού ..... διαμέρισμα της Ψ1 και παράλληλα κατατέθηκε και σχετική μήνυση κατά των πρώτου κα δευτέρου αναιρεσειόντων για διάφορες πράξεις μεταξύ των οποίων και για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος και αναφορά στον Δικηγορικό σύλλογο συνεπεία των οποίων με τις με αριθμ. 293/2003 και 90/2005 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών του επιβλήθηκε ποινή αργίας 6 μηνών για τις πράξεις που λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτές και αφορούν την συμπεριφορά του έναντι των της Ψ1 και της Ψ2.
Ο πρώτος αναιρεσείων όμως δεν αποδέχθηκε την απομάκρυνση του από τον χειρισμό και την διαχείριση της περιουσίας της Ψ2 και παρά την ανάκληση του πληρεξουσίου και την σχετική απαγόρευση εισόδου στα διαμέρισμα της επιδίωξε τον οπωσδήποτε προσεταιρισμό της επιλέγοντας την τακτική της κοινοποίησης πλήθους εξωδίκων προσκλήσεων όπως και ότι μαζί με τον δεύτερο αναιρεσείοντα προσπάθησαν να τη θέσουν υπό την επιρροή τους ώστε να καταφέρουν να αποσύρει την σχετική εναντίον τους μήνυση. Για τον σκοπό αυτό παρακολουθούσαν το επί της οδού ..... διαμέρισμα στο οποίο διέμενε αν και προς τούτο δεν είχαν κανένα δικαίωμα και προσεταιρίστηκαν και την οικιακή βοηθό των Ψ1 και της Ψ2, τρίτη αναιρεσείουσα, που περιποιούνται τις δύο ηλικιωμένες καιροφυλακτώντας και σχεδιάζοντας τρόπο για την εξουδετέρωση της Ψ1. 'Ετσι περί την 23.00 της 12-10-2003. η τρίτη αναιρεσείουσα έριξε υπνωτικό στο καφέ της Ψ1 και αφού ειδοποίησε τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσείοντες τους άνοιξε και παρά την κάποια αντίσταση και την διαμαρτυρία της Ψ2 λόγω της κατάστασης της, όπως προκύπτει από την φράση '' που με πηγαίνετε που με πάτε '' την επιβίβασαν σε ασθενοφόρο και την μετέφεραν αρχικά στην '' Ευρωκλινικη Αθηνών'' και στην οποία τις έγιναν εξετάσεις χωρίς να διαπιστωθεί τίποτε το αξιόλογο, όπου παρέμεινε με δήλωση του πρώτου αναιρεσείοντα επί 24ωρο και στην συνέχεια μεταφέρθηκε στο κλινική ''Τίμιος Σταυρός'' και όχι στο σπίτι της αφού δεν είχε τίποτε το αξιόλογο, όπου και ανευρέθη από αστυνομικά όργανα τα οποία είχαν κινητοποιηθεί μετά την σχετική μήνυση και την αναζητούσαν, μετά την σχετική μήνυση για αρπαγή που κατέθεσε η Ψ1 και για την ληστεία και την αφαίρεση χρημάτων που διαπίστωσε ότι είχε κάνει η τρίτη αναιρεσείουσα. Ο πρώτος αναιρεσείων το πρωί της 13-10-2003 προκειμένου να προλάβει την σχετική κατ'αυτού καταγγελία για τις παραπάνω πράξεις ανακοίνωσε τόσο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών όσο και στο Αστυνομικό τμήμα της περιοχής ότι σε περίπτωση αναζήτησης της Ψ2 οι αρχές αυτές έπρεπε να γνωρίζουν ότι η Ψ2 βρισκόταν μαζί του χωρίς όμως να προσδιορίζει το μέρος που βρισκόταν και η οποία ανευρέθηκε μετά από αναζητήσεις αστυνομικών οργάνων σε άλλη κλινική από την πρώτη από την οποία είχε λάβει εξιτήριο γιατί όπως προκύπτει από σχετικό πιστοποιητικό δεν είχε τίποτε το κλινικά αξιοποιήσιμο και στην οποία δεύτερη κλινική εισήχθη από τον πρώτο αναιρεσείοντα, μή δικαιούμενον στην ενέργεια αυτή αφού δεν είχε καμιά δικαιοδοσία πηγάζουσα από συγγενική ή άλλου είδους έννομη σχέση αλλά και χωρίς να προκύπτει αποχρών λόγος αφού με βάση την προηγούμενη γνωμάτευση δεν είχε τίποτε το αξιόλογου όπως αναφέρεται και παραπάνω.
Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται σκέψεις με το ότι οι αναιρεσείοντες πρώτος και δεύτερος ενήργησαν όπως ενήργησαν από κοινού δρώντας με την τρίτη αναιρεσείουσα η οποία βαρύνεται και με την πράξη της ληστείας για την οποία στην αναίρεση της δεν προβάλει κανένα ισχυρισμό, για να επιτύχουν να αποκτήσουν την επιρροή επί της Ψ2 ώστε να επιτύχουν να αποσυρθεί η εναντίον τους μήνυση, γεγονός το οποίο πέτυχαν αφού όπως προκύπτει ο πρώτος αναιρεσείων εμφάνισε στην ανακρίτρια που χειρίζεται την σχετική δικογραφία την με ημερομηνία 16-10-2003 δήλωση της Ψ2 από την οποία προκύπτει ότι αυτή εγκρίνει δαπάνες ύψους 39.911 ευρώ που αποτελούν μέρος του μεγαλυτέρου ποσού των 90.000 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο στην Τράπεζα και το οποίο ο πρώτος των αναιρεσειόντων το είχε αναλάβει και για το οποίο εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορία για κακουργηματική υπεξαίρεση και ότι τον ευχαριστεί που ήταν δικηγόρος της και τον παρακαλεί να συνεχίσει ναι είναι δικηγόρος της. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, όπως επίσης εκτίθενται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων των αναιρεσειόντων. 'Οσον αφορά το αίτημα των αναιρεσειόντων για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με τις απολογίες τους τα απολογητικά τους υπομνήματα στα διάφορα στάδια της υπό κρίση δικογραφίας η οποία κρίνεται από το Συμβούλιό σας μετ'αναίρεση του προηγουμένου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επαρκώς έχουν προβάλλει τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και επιχειρήματα και ως εκ τούτου το αίτημά τους πρέπει ν'απορριφθεί.
Δια ταύτα Προτείνω όπως:
Α Να απορριφθουν οι με την με αριθμ. 156,157,158/25-9-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και της Χ3 για αναίρεση του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών,
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων.
Αθήνα την 30-11-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Β) Εισαγ. προτ. Αριθμ. 556Α/17.12.2008:
Σε συνέχεια της με αριθμ. 556/3-12-2008 πρότασής μας επί της με αριθμ. 156/25-9-2008 αίτησης αναίρεσης του Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται μαζί με τους Χ2 και Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και οι τρεις και για ληστεία η τρίτη, εισάγω το με ημερομηνία 11-12-2008 υπόμνημα - αίτηση του Χ1 με την οποία μεταξύ των άλλων ζητά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιό σας.
Η αίτησή του έχουσα περιεχόμενο την εμφάνιση του στο Συμβούλιό σας να παραστεί αυτοπροσώπως, πρέπει ν' απορριφθεί γιατί ο αιτών κατά τα διάφορα στάδια της προδικασίας, ενώπιον των Πρωτοβαθμίων και των δευτεροβαθμίων Συμβουλίων αλλά και ενώπιον του Συμβουλίου σας, αφού η κατ'αυτής υπόθεση εισάγεται στο Συμβούλιό σας μετ'αναίρεση επαρκώς με την απολογία του και τα υπομνήματα προέβαλλε τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και ανέπτυξε τις υπερασπιστικές του θέσεις.
Διά ταύτα προτείνω
Ν' απορριφθεί το αίτημα του Χ1για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιό σας κατά την συζήτηση της με αριθμ. 556/3-12-2008 πρότασής μας επί της με αριθμ. 156/2008 αναίρεσής του κατά του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται μαζί με τους Χ2 και Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και οι τρεις και για ληστεία η τρίτη.
Αθήνα την 16-12-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Γ) Εισαγ. πρότ.αριθμ. 13/16.1.2009:
Σε συνέχεια της με αριθμ. 556/19-6-2008 πρότασης μας επί της με αριθμ. 156/25-9-2008 αίτησης αναίρεσης του Χ1 που παραπέμπεται μαζί με τους, Χ2 και Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και οι τρεις και για ληστεία η τρίτη και την με ημερομηνία 4-5-2008 αίτηση του Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο σας για την οποία προέτεινα την απόρριψή της για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτήν εισάγω την με ημερομηνία 5-1-2009 αίτησή του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και αναφέρω τα παρακάτω. Η αίτησή του αυτή είναι η τρίτη κατά σειρά, η μία ενσωματώνεται στην αναίρεση της οποία άσκησε και για την οποία έγινε πρόταση σχετική με την πρόταση μας επί της αναίρεσης την οποία άσκησε και η δεύτερη αυτοτελής για την οποία υποβλήθηκε σχετική πρόταση και για τις οποίες πρότεινα την απόρριψη τους για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτές. Με την υπό κρίση αίτηση του επαναλαμβάνοντας το αυτό αίτημα ζητά αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο σας προκειμένου να αναπτύξει υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα του και η οποία αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί αφού ο αιτών κατά τα διάφορα στάδια της προδικασίας με την απολογία του και τα υπομνήματα του ενώπιον του Ανακριτή και των αρμοδίων Συμβουλίων, μεταξύ των οποίων και το Συμβούλιο σας αφού η υπό κρίση αναίρεση στρέφεται κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών το οποίο εκδόθηκε μετά από γενομένη δεκτή αναίρεση κατά προηγουμένου ομοίου βουλεύματος επαρκώς προέβαλλε τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και ανέπτυξε τις υπερασπιστικές του θέσεις.
Δια ταύτα προτείνω
Ν'απορριφθεί το αίτημα του Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο σας κατά την συζήτηση τής με αριθμ. 556/19-6-2008 πρότασης μας επί της με αριθμ. 156/2008 αναίρεσης του κατά του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών.
Αθήνα την 15-1-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες 156/25-9-2008, 157/25-9-2008 και 158/25-9-2008 157/ αναιρέσεις (εκθέσεις) qναιρέσεις των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) της Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση του 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχουν ασκηθεί, πλην της τρίτης, νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ.2 και 42 παρ. 2β του ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Ο διορισμός (του δικηγόρου αντιπροσώπου) γίνεται και με απλή έγγραφη δήλωση. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου (δικηγόρου ή μη) απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο άσκησής του, η σχετική προς τούτο ειδική εντολή. Αρκεί δε και η γενική πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο, αλλά, για να περιλαμβάνει και το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων, δεν φθάνει μόνο να αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αλλά πρέπει να μνημονεύεται ρητά και η εντολή προς άσκηση ενδίκων μέσων και ιδία του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίησή του απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσαρτώμενο στην 158/25-9-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ3, ..... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη - Κέρχουλα η ανωτέρω αναιρεσείουσα παρέχει στην δικηγόρο Αθηνών Ελένη Κομπότη την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα "να παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμόν 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών εις το οποίο φέρομαι ως κατηγορουμένη". Επίσης με το αυτό πληρεξούσιο η αναιρεσείουσα παρέχει στην εν λόγω δικηγόρο την εντολή "να πράξει το δέον" μέχρι πέρατος της όλης αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και μετά ταύτα ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου επί της υπό κρίση κατηγορίας και μέχρι πέρατος της όλης διαδικασίας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από την πιο πάνω δικηγόρο ως πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου, το οποίο επισυνάφθηκε στο έγγραφο της αναίρεσης. Στο πληρεξούσιο όμως αυτό δίδεται η ειδική εντολή για την άσκηση αναίρεσης μόνο κατά του 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και όχι κατά του προσβαλλόμενου με αναίρεση 1233/2008 βουλεύματος του αυτού Συμβουλίου. Η παρεχόμενη δε με τον πιο πάνω πληρεξούσιο γενική πληρεξουσιότητα στην εν λόγω δικηγόρο "να πράξει το δέον μέχρι πέρατος της όλης αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και μετά ταύτα", δεν αρκεί, αφού δεν γίνεται ειδικά λόγος για την άσκηση άλλων ενδίκων μέσων. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο ’ρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν και τα εξής: Η 158/25-9-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ3, στρέφεται κατά του 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την 446/18-10-2006 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του 2117/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Eπιπλέον πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι προσβαλλόμενοι από την εν λόγω αναιρεσείουσα λόγοι αναίρεσης, δεν αφορούν την απόρριψη ως εκπρόθεσμης της έφεσή της, όπως κρίθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά την παραπομπή αυτής με το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα. Επομένως, ανεξαρτήτως τούτων, η κρινόμενη αίτηση που ασκήθηκε από αντιπρόσωπο, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο ειδική εντολή, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ να απορριφθεί, προεχόντως για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
III. Οι αναιρεσείοντες με τις εμπεριεχόμενες στα δικόγραφα των εκθέσεων αναιρέσεως αιτήσεις τους, ο πρώτος δε τούτων και με τις από 11/12/2008 και 5/1/2009 διαδοχικές αιτήσεις του, ζητούν την εμφάνισή τους στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου "προς παροχή διευκρινίσεων και εξηγήσεων και για την ορθότερη ανάπτυξη των λόγων της αναίρεσης". Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν, ως κατ' ουσία αβάσιμες, αφού με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, ο πρώτος δε τούτων και με τα αλλεπάλληλα υπομνήματα που κατέθεσε, εκθέτουν με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδουν στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις τους και οι ισχυρισμοί τους αναπτύσσονται επαρκώς σε αυτά, ενώ, εξάλλου, με τις κρινόμενες αιτήσεις τους για αυτοπρόσωπη αυτών εμφάνιση δεν προσδιορίζουν και δεν εξειδικεύουν, πλέον εκείνων που εξαντλητικώς ήδη έχουν εκθέσει, για ποία θέματα ζητούν να παράσχουν επιπλέον διευκρινήσεις που να αφορούν μόνον στους προβαλλόμενους υπ' αυτών λόγους αναιρέσεως και όχι την ουσία της υποθέσεως.
ΙV. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 2117/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και επί πλέον παρέπεμψε την τρίτη αναιρεσείουσα Χ3 για ληστεία (άρθρα 45, 322 εδ.β περ.β, 380 παρ.1 ΠΚ) . Μετά από έφεση που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε το 3388/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών, άσκησαν οι αναιρεσείοντες αναιρέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 37/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε το 3388/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το προβαλλόμενο 1233/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε, την μεν έφεση της τρίτης αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), τις δε άλλες δύο εφέσεις του πρώτου και δευτέρου των ήδη αναιρεσειόντων, τις απέρριψε κατ' ουσία και επικύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα.
V. Κατά το άρθρο 322 του ΠΚ, "όποιος με απάτη ή βία, ή με απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α) με ισόβια κάθειρξη αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το αδίκημα της αρπαγής προσώπου αποσκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επιτεύξεως των σκοπών της πολιτείας. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού απαιτεί εναλλακτικώς την άσκηση απάτης προς ορισμένο πρόσωπο, δηλαδή με δόλιες υποσχέσεις και ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά, έτσι ώστε να πεισθεί το άτομο να ασπασθεί τα απατηλώς προβαλλόμενα, που φέρονται ως υπαρκτά και αληθινά, ή άσκηση βίας με την οποία κάμπτεται η ελεύθερη βούληση, με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση ή με την απειλή βίας, η οποία ισοδυναμεί με τη δεδηλωμένη βία, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή κατακρατήσει παράνομα το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας. Ενδεικτικώς δε ο νόμος θεωρεί, ότι ο συλλαμβανόμενος αποστερείται της προστασίας της πολιτείας δια της περιαγωγής του σε ομηρία ή σε άλλη παραλλαγμένη, στην ουσία όμως ταυτιζόμενη κατάσταση, εξαιτίας της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας του προσώπου, με την έννοια της ακούσιας υποταγής στη φυσική εξουσία του αυτουργού. Περαιτέρω ο νόμος, πλην της απλής μορφής του αδικήματος της αρπαγής θεσμοθετεί και επιβαρυντική περίπτωση, με απειλή αυξημένης ποινής, υπό τον όρο ότι η πράξη αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών ή τρίτος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή του. Η διαφοροποίηση της αυξημένης ποινής στην περίπτωση αυτή εξαρτάται από το υλικό αντικείμενο και συγκεκριμένα, αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1 ή συντρέχει άλλη περίπτωση μη ειδικώς καθοριζόμενη. Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της Πολιτείας νοείται η κατάσταση όπου κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό την δική του αυθαίρετη εξουσία κατά τρόπο που τον αποκόπτει από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Τέλος δε περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διαρκείας στην διάθεση του δράστη, προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν από τον δράστη. Εξάλλου από το άρθρ 45 ΠΚ συνάγεται, ότι συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή, με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση της, ώστε καθένας να θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και γνωρίζει, ότι και κάποιος άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δράση του με την δράση του άλλου, η δε σύμπραξη συνίσταται στην διάπραξη από καθένα πράξεων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
VΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και με δικές του αποκλειστικά σκέψεις μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα (ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και το 348/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών καθώς και όλες οι αιτήσεις των κατηγορουμένων περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως που υποβλήθηκαν πριν και μετά την έκδοση του αναιρετικού βουλεύματος) και τις απολογίας των κατηγορουμένων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η Ψ2 (παθούσα) ήταν οικογενειακή φίλη της Ψ1 (εγκαλούσα) από το έτος 1967. Το ζεύγος Ψ2 διέμενε στην Θεσσαλονίκη μέχρι το έτος 1985 και ακολούθως εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και ερχόταν περιστασιακά στην Ελλάδα, ενώ διατηρήθηκαν οι φιλικές σχέσεις που είχε το ζεύγος με την Ψ1 η οποία τους επισκεπτόταν στην Γενεύη. Το έτος 1997 απεβίωσε ο σύζυγος της Ψ2, η οποία παρέμεινε στην Ελβετία μέχρι το έτος 2001, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα. Η Ψ2, μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα, διέμενε αρχικά με την φίλη της Ψ1 στην Αθήνα στην οδό ..... για λίγους μήνες. Κατόπιν η Ψ1 προσέλαβε για τις ανάγκες τους οικιακή βοηθό και εγκατέστησε την Ψ2 μετά της οικιακής βοηθού σε άλλο διαμέρισμα, στην οδό ..... στην Αθήνα, ενώ η ίδια παρέμεινε αρχικά στο διαμέρισμα της οδού ..... και ακολούθως κατά τον Μάρτιο του 2002, μετακόμισε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ..... . Από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2002 η Ψ1 εγκατέστησε εκ νέου την Ψ2 στο διαμέρισμα επί της οδού ....., μέχρι τον μήνα Ιούνιο του έτους 2003, που η τελευταία εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της οδού ....., όπου και διέμενε έκτοτε με την φίλη της Ψ1. Κατά τον Φεβρουάριο του 2002, συγγενείς της Ψ2 και δη ο Β, Γ και Δ, κοινοποίησαν στην Ψ1 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, με την οποία την καλούσαν να απέχει από πράξεις που περιέχουν διάθεση ή επιβάρυνση της περιουσίας της Ψ2. Μετά την κοινοποίηση του εν λόγω εξωδίκου και προκειμένου να δοθεί η σχετική απάντηση στους ως άνω συγγενείς, οι δύο γυναίκες προσέλαβαν ως δικηγόρο τους τον κατηγορούμενο Χ1 ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την σχέση εμπιστοσύνης και εξαρτήσεως που έντεχνα καλλιέργησε στις ανωτέρω, διογκώνοντας τον "κίνδυνο" από τις δικαστικές ενέργειες των αντιδίκων και διαβεβαιώνοντας αυτές ότι μόνον αυτός μπορούσε να τις προφυλάξει, έπεισε την Ψ1, η οποία ως νεώτερη είχε την επιμέλεια της Ψ2, που τελούσε σε χηρεία, ότι για λόγους προστασίας και των δυο τους έπρεπε να του αναθέσει την "επιμέλεια και διαχείριση" της περιουσίας της Ψ2, που περιελάμβανε καταθέσεις χρημάτων στις Τράπεζες CITIBANK-.....και DISCOUNT BANK Γενεύης και προς το σκοπό αυτό συνέταξε και παρέπεισε την Ψ1 να υπογράψει το παρ' αυτού συνταγέν από 29.11.2002 "εργολαβικό δίκης και εκχωρητήριον" με το οποίο αυτή του ανέθετε κατ' αποκλειστικότητα χειρισμό υποθέσεως (που δεν κατονομάζεται), την εξουσία και την ανέκκλητη πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες" για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της πρώτης συμβαλλόμενης και της Ψ2 ... ", προσδιορίζοντας ως αμοιβή του ποσοστό 17% επί της αξίας όλων των περιουσιακών στοιχείων της Ψ2 "εις είδος ή χρήματα" και καθιστώντας (δια του εργολαβικού) τον εαυτό του κατά το ποσοστό αυτό εξ αρχής συνδικαιούχο των περιουσιακών στοιχείων διαλαμβάνοντας στο εργολαβικό ότι "η πρώτη των συμβαλλομένων εκχωρεί δια του παρόντος οριστικώς και ανεκκλήτως το αναλογούν ποσόν εις το ποσοστό, της αμοιβής του 17% στο δεύτερον των συμβαλλομένων. Στα πλαίσια της εντολής αυτής ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος έπεισε τόσον την Ψ2 όσο και την Ψ1 με ψευδείς παραστάσεις ότι προέβη σε διάφορες διαδικαστικές πράξεις, που λεπτομερώς αναφέρονται στις υπ' αριθμ. 293/2003 και 90/2005 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών δια της τελευταίας μάλιστα, εκδοθείσης κατ' έφεση της πρώτης, επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή της αργίας των έξη (6) μηνών, ότε, κατόπιν και του υπ' αριθμ. ..... πληρεξουσίου ο παραπάνω κατηγορούμενος προέβη σε συστηματική αφαίμαξη του με αριθμό .....Τραπεζιτικού λογαριασμού της Ψ2 στην CΙΤΙΒΑΝΚ ....., αναλαμβάνοντας κατά το χρονικό διάστημα από 5.5.2003 μέχρι και 24.6.2003, τμηματικά το συνολικό ποσό των 89.895,00 Ευρώ, το οποίο 15 αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ακολούθως, η Ψ2 με την υπ' αριθ. ..... Συμβολαιογραφική πράξη, ανακάλεσε κάθε δικαίωμα, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον ως άνω κατηγορούμενο Χ1 και στη συνέχεια απαγόρευσαν σ' αυτόν να εισέρχεται στο διαμέρισμα τους και ακολούθως μετακόμισε στο επί της οδού ..... διαμέρισμα της Ψ1, όπου έκτοτε διέμεναν. Παράλληλα, μετά από έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών της Ψ2 και την διαπίστωση της παράνομης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου κατήγγειλαν αυτόν στο Δικηγορικό Σύλλογο, από το αρμόδιο Συμβούλιο του οποίου εκδόθηκαν οι προδιαληφθείσες αποφάσεις. Επίσης δε με την από 3. 7.2003 μήνυση των Ψ1 και Ψ2 προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών καταγγέλθηκαν μεταξύ των άλλων και οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι (Χ1 - Χ2) καθώς και η Χ4 για σειρά αξιοποίνων πράξεων - μεταξύ των άλλων - της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και απόπειρα διατάραξης οικιακής ειρήνης, με αφορμή της οποία (μήνυση) ασκήθηκε ποινική δίωξη και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση. Ο κατηγορούμενος Χ2 γνώρισε τυχαία την εκ των κατηγορουμένων Χ3 κατά το έτος 2001, όπως ισχυρίζεται, που είχε προσληφθεί ως οικιακή βοηθός των παραπάνω δύο γυναικών (Ψ1 και Ψ2) και έκτοτε έδειχνε ενδιαφέρον για την ηλικιωμένη γυναίκα, στην συνέχεια δε ο κατηγορούμενος Χ1 προσέλαβε αυτόν έναντι αμοιβής 600 ευρώ, προκειμένου να μεταφέρει με το Δ.Χ.Φ αυτοκίνητό του την παθούσα Ψ2 στους περιπάτους της, ενώ η κατηγορούμενη Χ4 απασχολήθηκε ως συνοδός της επί τρίωρο ημερησίως και για τέσσερις ημέρες της εβδομάδας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο έως την 19.6.2003, έναντι αμοιβής 450 ευρω το μήνα. Όμως ο κατηγορούμενος Χ1, δεν απεδέχθηκε την απομάκρυνση του από την Ψ2 και μαζί με τους συγκατηγορούμενούς του Χ2 και Χ4, επεδίωκε να την θέσουν υπό την επιρροή τους ώστε να την καταστήσουν πειθήνιο όργανο και καταφέρουν ν' αποσύρει την από 3.7.2003 μήνυση, που κατά τα άνω εκτεθέντα είχε υποβληθεί στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ενόψει αυτού, καθημερινά σχεδόν παρακολουθούσαν το διαμέρισμα της οδού ....., όπου είχαν εγκατασταθεί οι δύο γυναίκες και η οικιακή βοηθός, ενώ ο Χ1 κοινοποιούσε στην Ψ2 και Ψ1 σωρεία εξώδικων. Η Χ4 έδινε γραπτές αναφορές στον Χ1 για όσα διαπίστωνε κατά την παρακολούθηση. Ειδικότερα, κατά την 11.10.2003, στην αναφορά της προς τον Χ1 η Χ4 αναφέρει μεταξύ των άλλων: "... Ο Χ1 θα είναι το βράδυ μέσα στο αυτοκίνητο κάτω από το σπίτι, θα είναι σε τηλεφωνική επαφή ανά μισάωρο με την Χ3 (δηλ. την οικιακή βοηθό), δεν πρόκειται να κουνηθεί ούτε η Χ3 ούτε ο Χ1 να ξημερώσει και αύριο θα τη πάρουμε να την πάμε στην κλινική". Σύμφωνα με τις από από 13.10.2003, 17.10.2003, 27.10.2003, 14.11.2003 και 3.6.200 ένορκες καταθέσεις της Ψ1, κατά την 12.10.2003 το βράδυ η οικιακή βοηθός Χ3 έριξε υπνωτικό στον καφέ της με αποτέλεσμα να περιέλθει αυτή σε κατάσταση υπνώσεως. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε την παρουσία της οικιακής βοηθού μέσα στο δωμάτιο της και στη συνέχεια άκουσε τη φωνή της Ψ2 να λέει "που με πηγαίνετε, που πάμε". Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και είδε την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος ανοιχτή και έξω την Ψ2 να μεταφέρεται υποβασταζόμενη από την οικιακή βοηθό, το Χ1 και το Χ2, πλην όμως δεν είχε δυνάμεις να αντιδράσει και έπεσε σε λήθαργο μέχρι το πρωί. Το επόμενο πρωί στις 8.00 η ώρα ξύπνησε και συνειδητοποίησε την απουσία της Ψ2 και της οικιακής βοηθού, διαπίστωσε ότι η πόρτα του διαμερίσματος ήταν ανοιχτή και ότι έλειπαν έξη χιλιάδες (6.000) ευρώ από την τσάντα της, που είχε στο δωμάτιο της, τηλεφώνησε δε άμεσα στο αστυνομικό τμήμα και κατήγγειλε το γεγονός. Από την από 21-10-2003 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως, στην οποία υποβλήθηκε κατά την 13.10.2003 η Ψ1 προκύπτει ότι στο δείγμα ούρων της ανιχνεύθηκε η ουσία διαζεπάμη, που αποτελεί ηρεμιστικό. Όπως προκύπτει από το από 21-10-2003 έγγραφο της ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, η Ψ2 προσήλθε στην άνω κλινική κατά την 13.10.2003 και ώρα 02:01 πμ και την υπεύθυνη δήλωση για ανάληψη της κάλυψης των εξόδων νοσηλείας της είχε υπογράψει ο Χ1. Η Ψ2 δηλώθηκε κατά την εισαγωγή της όχι με το όνομα Ψ2, αλλά με το πατρικό της επώνυμο Ψ2-Α και διεύθυνση κατοικίας ....., όπου στεγάζεται το δικηγορικό γραφείο του Χ1. Η Ψ2 εισήχθη στην παραπάνω κλινική χωρίς τη θέλησή της αργά το βράδυ χωρίς η ίδια να έχει εκδηλώσει επιθυμία εισαγωγής της και χωρίς να συντρέχει κάποιος άμεσος λόγος νοσηλείας της και πήρε εξιτήριο από την εν λόγω κλινική στις 16.00 η ώρα το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οπότε και μεταφέρθηκε στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ. Η αστυνομία εντόπισε την Ψ2, μετά από επίμονες έρευνες, στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κατά την 17.10.2003. Εν τω μεταξύ, κατά την 16.10.2003 η Ψ2φέρεται να έχει υπογράψει δήλωση, σύμφωνα με την οποία εγκρίνει δαπάνες ύψους 36.911 ευρώ στις οποίες προέβη για λογαριασμό της ο Χ1 κατά το χρονικό διάστημα από- 14.3.2003 μέχρι 15.10.2003 και αναγνωρίζει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των 90.000 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό της λογαριασμό στην τράπεζα CΙΤΙΒΑΝΚ. Εκτός αυτού, κατά την 14.10.2003 η Ψ2 φέρεται να έχει υπογράψει έγγραφο με το οποίο ευχαριστεί τον πρώτο κατηγορούμενο για ό,τι έκανε γι' αυτήν από το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου 2003 μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία και τον παρακαλεί να συνεχίσει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της. Στην από 3.11.2003 ένορκη εξέτασή της ενώπιον της Ανακρίτριας Αθηνών, η Ψ2, αναφέρει ότι "Από το σπίτι με πήραν νύχτα ... Η Βέτα είναι φίλη μου και την αγαπάω πολύ. Δεν θυμάμαι τι έκανε ο Χ1. Ξέρω ότι μου έκλεψε πολλά λεφτά ... Με πήραν με το ζόρι. Ούτε κατάλαβα πώς με πήραν από το σπίτι. Δεν μου είπαν πού με πάνε". Ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την απολογία του αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στην αρπαγή της Ψ2 και ισχυρίστηκε ότι, ενώ βρισκόταν στο σπίτι του, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά τα μεσάνυχτα της 12.10.2003 από κάποιο συγγενικό πρόσωπο της οικιακής βοηθού, το οποίο δεν κατονομάζει, ότι η Ψ2 πονούσε και ότι θα μεταφερόταν στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ, ο ίδιος δε προσήλθε στην άνω κλινική στις 02:00 τα ξημερώματα της 13.10.2003, προσκομίζοντας την ταυτότητα της. Κατά την 06:20 η ώρα της ίδιας ημέρας ο εν λόγω κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Α.Τ Εξαρχείων για να δηλώσει ότι η Ψ2 βρίσκεται μαζί του και ότι έφυγε οικειοθελώς αττό το διαμέρισμα της οδού ....., το γεγονός δε αυτό καταγράφηκε στο από 13.10. 2003 βιβλίο συμβάντων του Α.Τ Εξαρχείων, παράλληλα δε απέστειλε με φαξ έγγραφο στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο ανέφερε ότι η Ψ2 βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση. Σε καμία από τις παραπάνω αναφορές του ο πρώτος κατηγορούμενος δεν αποκάλυπτε τον τόπο όπου βρισκόταν η Ψ2. Ο δεύτερος - κατηγορούμενος κατά την απολογία του, αρνήθηκε - ένορκη κατάθεση ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας Αθηνών- οποιαδήποτε συμμετοχή στην αρπαγή της Ψ2 και ισχυρίσθηκε ότι την νύκτα της 12/13.10.2003 βρισκόταν στην εξοχική κατοικία του στο ..... . Η τρίτη κατηγορούμενη αρνείται επίσης τη συμμετοχή της στην αρπαγή της Ψ2 και ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε την εισαγωγή της τελευταίας στην κλινική το απόγευμα της 13.10.2003 από τον πρώτο κατηγορούμενο, οπότε και προσήλθε μετά από προτροπή του ιδίου στην κλινική. Η τέταρτη κατηγορουμένη Χ3 αρνούμενη επίσης την κατηγορία, εγκατέλειψε την Ελλάδα αμέσως μετά την εισαγωγή της Ψ2 στην κλινική, χωρίς βεβαίως να ενημερώσει τις αρχές για τον ακριβή τόπο της διαμονής ή της κατοικίας της. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, στις 12/13.10.2003 η οικιακή βοηθός Χ3 περιήγαγε την Ψ1 σε κατάσταση ύπνωσης και ανικανότητας για αντίσταση με τη χορήγηση σ' αυτήν ηρεμιστικού και αφαίρεσε από την τσάντα της το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ, προκειμένου να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού με βία κάνοντας χρήση των σωματικών τους δυνάμεων και χωρίς τη θέληση της παθούσας Ψ2 την απομάκρυναν βίαια από την κατοικία της και την μετέφεραν αργά την νύχτα στην κλινική ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΟΝ χωρίς να υπάρχει λόγος και ακολούθως από εκεί την μετέφεραν στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ κάνοντας μάλιστα χρήση του επώνυμου "Α" και όχι του χρησιμοποιούμενου από αυτήν "Ψ2". Οι αρμόδιες κρατικές αρχές (αστυνομικές και δικαστικές αρχές) δεν γνώριζαν που βρίσκονταν η Ψ2 μέχρι την 17.10.2003, που την ανακάλυψαν οι αστυνομικοί μετά από επίμονες έρευνες. Ας σημειωθεί ότι η παθούσα κατά το χρονικό διάστημα της αρπαγής της φέρεται ότι υπέγραψε την από 16.10.2003 ημερομηνία δήλωση-βεβαίωση με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, την οποία (δήλωση) ο πρώτος κατηγορούμενος χρησιμοποίησε, προσκομίζοντας την κατά την απολογία του ως κατηγορούμενος για κακουργηματική υπεξαίρεση. Κατά το χρονικό διάστημα από 13.10.2003 μέχρι 17.10-2003 αυτή απομακρύνθηκε χωρίς την θέληση από την κατοικία της, τέθηκε δε υπό την εξουσία των κατηγορουμένων, καταστάσα πειθήνιο όργανο τους χωρίς δυνατότητα αντιδράσεως και έτσι στερήθηκε της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας. Οι κατηγορούμενοι είχαν απαγορεύσει στην παθούσα να έχει οποιαδήποτε επαφή με την Ψ1 με την οποία αυτή ζούσε και η οποία είχε την επιμέλεια της καθώς και με τις αρμόδιες κρατικές αρχές και επίσης οι ίδιοι παρά το ότι είχαν απομακρύνει με τη βία από το σπίτι της δεν ενημέρωσαν ούτε την Ψ1, αλλά και ούτε τις παραπάνω Αρχές, μετακινώντας μάλιστα αυτή από την πρώτη κλινική στη δεύτερη ώστε να μην είναι ευχερής ο εντοπισμός της παθούσας. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα παραπάνω, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής ότι στις 12/13.10.2003, οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2, Χ4 και Χ3, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, απήγαγαν με βία την Ψ2 στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ και στη συνέχεια στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κατακρατώντας την παράνομα μέχρι την 17.10.2003, έτσι ώστε να την αποστερήσουν από την προστασία της πολιτείας με σκοπό να εξαναγκασθεί να αποσύρει την από 3.7.2003 (Α.Β.Μ. Α2003/2513) μήνυση, η οποία κατά τα άνω εκτεθέντα είχε υποβληθεί νόμιμα από τα δικαιούμενα πρόσωπα και δη από την Ψ1 και Ψ2 και στρεφόταν - μεταξύ των άλλων - και κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων (Χ1 και Χ2) και της Χ4. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι η παθούσα εισήχθη με την θέληση της στις άνω κλινικές αποκλειστικά για νοσηλεία και ότι αυτή νοσηλευόμενη δεν στερήθηκε της προστασίας της πολιτείας κατά το χρονικό διάστημα από 13.10.2003 μέχρι 17.10.2003 είναι αβάσιμοι. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος κατά το χρόνο της απαγωγής στερούνταν οποιασδήποτε διαχειριστικής εξουσίας της περιουσίας της Ψ2 (βλ. την ως άνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. ..... πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ηλιοπούλου, με την οποία ανακάλεσε κάθε δικαίωμα, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, που επιδόθηκε σ' αυτόν κατά την 23.6.2003) έχει παραπεμφθεί με το υπ' αριθμ. 348/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ σε βάρος της Ψ1 και της Ψ2 και β) της υπεξαίρεσης κινητών πραγμάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και τα οποία ήταν εμπιστευμένα σ' αυτόν ως διαχειριστή ξένης περιουσίας (αφορά υπεξαίρεση χρημάτων ποσού 89.895 ευρώ από τον λογαριασμό ... της τράπεζας CΙΤΙΒΑΝΚ (υποκαταστήματος .....) σε βάρος της Ψ2 ... ". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για την πράξη της αρπαγής από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό της παθούσας σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση της, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 322 εδ. β' περ. β', του ΠΚ. Ακολούθως δε, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία τις 355/7-9-2006 και 356/7-9-2006 εφέσεις των Χ1, και Χ2, αντίστοιχα, κατά του 2117/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ απέρριψε, ως απαράδεκτη, την 446/18.10.2006 έφεση της Χ3 κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το Νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παθούσα Ψ2 στερήθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας, υπό την έννοια της περιαγωγής της σε κατάσταση ομηρίας, καθώς και ότι αύτη ετέλει υπό τον απόλυτο έλεγχο των απαγωγέων της, χωρίς να εξειδικεύονται παράλληλα ο τρόπος και τα μέσα που θα υλοποιείτο ο σκοπός αυτός των κατηγορουμένων, μη αρκούντος του δηλωθέντος συζυγικού επωνύμου της παθούσης στα παραπάνω νοσηλευτικά ιδρύματα (ενόψει και της παραδοχής του βουλεύματος ότι ο πρώτος αναιρεσείων προσκόμισε στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ την ταυτότητα αυτής). Ειδικότερα δεν αιτιολογείται κατά ποίο τρόπο η παθούσα στερήθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας, με την εισαγωγή της στα αναφερόμενα στο βούλευμα νοσηλευτικά ιδρύματα, έστω και αν συνοδευόταν απλώς από τους κατηγορουμένους, δεδομένου ότι καθόλο τον κρίσιμο χρονικό διάστημα από 13/10/2003 έως 17/10/2003 η παθούσα παρέμεινε στα νοσηλευτικά αυτά ιδρύματα, νοσηλευόμενη και παρακολουθούμενη από το νοσηλευτικό προσωπικό, χωρίς να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι και κατά το χρονικό αυτό διάστημα οι κατηγορούμενοι είχαν την παθούσα υπό την πλήρη επιρροή τους και την είχαν καταστήσει πειθήνιο οργανό τους. Επίσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι "Οι αρμόδιες κρατικές αρχές (αστυνομικές και δικαστικές αρχές) δεν γνώριζαν που βρίσκονταν η Ψ2 μέχρι την 17.10.2003, που την ανακάλυψαν οι αστυνομικοί μετά από επίμονες έρευνες", και ότι οι κατηγορούμενοι "παρά το ότι είχαν απομακρύνει με τη βία από το σπίτι της δεν ενημέρωσαν ούτε την Ψ1, αλλά και ούτε τις παραπάνω Αρχές", όλως αντιφατικά δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατηγορούμενος " κατά την 06:20 η ώρα της ίδιας ημέρας (δηλ.στις 13/10/2003) επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Α.Τ Εξαρχείων για να δηλώσει ότι η Ψ2 βρίσκεται μαζί του και ότι έφυγε οικειοθελώς από το διαμέρισμα της οδού ....., το γεγονός δε αυτό καταγράφηκε στο από 13.10.2003 βιβλίο συμβάντων του Α.Τ. Εξαρχείων, παράλληλα δε απέστειλε με φαξ έγγραφο στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο ανέφερε ότι η Ψ2 βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση", χωρίς να διευκρινίζεται, αν οι αστυνομικές αρχές κατά την αναζήτηση της Ψ2, είχαν απευθυνθεί και στον πρώτο κατηγορούμενο, και αυτός δεν τους απεκάλυψε τον τόπο όπου αυτή βρισκόταν βρισκόταν. Περαιτέρω από τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία δεν αιτιολογείται ο υπερχειλής δόλος των κατηγορουμένων του εξαναγκασμού της παθούσης σε πράξη, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιλαμβάνει επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την πράξη για την οποίαν εσκοπείτο ο εξαναγκασμός της παθούσης. Ετσι το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ φέρεται να δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι "επεδίωκαν την προσέγγισή της παθούσας Ψ2" ώστε να την θέσουν υπό την επιρροή τους και να αποσύρει αυτή τις σε βάρος των κατηγορίες", και ειδικότερα "να εξαναγκασθεί να αποσύρει την από 3/7/2003 (ΑΒΜ Α 2003/2513) μήνυση" ουδέν περιστατικό εκτίθεται από το οποίο να προκύπτει ότι επιχείρησαν να την εξαναγκάσουν -και κατά ποίο τρόπο- για να επιτύχουν τον σκοπό τους αυτό, δεδομένου ότι μόνο η παραμονή της παθούσας στα νοσοκομεία όπου εισήχθηκε δεν συνιστά από μόνη της τέτοια προσπάθεια για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Και ναι μεν δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της επιβαρυντικής αυτής περίστασης του άρθρου 322 ΠΚ και η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, πλην όμως πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η περιγραφόμενη στο βούλευμα "αρπαγή" της παθούσας έγινε για τον πιο πάνω σκοπό. Αντ' αυτών στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι "την 16.10.2003 η Ψ2 φέρεται να έχει υπογράψει δήλωση, σύμφωνα με την οποία εγκρίνει δαπάνες ύψους 36.911 ευρώ στις οποίες προέβη για λογαριασμό της ο Χ1κατά το χρονικό διάστημα από- 14.3.2003 μέχρι 15.10.2003 και αναγνωρίζει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των 90.000 ευρώ. που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό της λογαριασμό στην τράπεζα CΙΤΙΒΑΝΚ ..... κατά την 14.10.2003 η Ψ2 φέρεται να έχει υπογράψει έγγραφο με το οποίο ευχαριστεί τον πρώτο κατηγορούμενο για ό,τι έκανε γι' αυτήν από το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου 2003 μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία και τον παρακαλεί να συνεχίσει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της", χωρίς να καθίσταται σαφές, αν τα πιο πάνω εκτίθενται αφηγηματικώς ή, αν αυτά αποτελούν την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην αποδιδόμενη σε αυτούς πράξη (και όχι η ανάκλησης της από 3/7/2003 μήνυσης). Επίσης, στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν εκτίθεται αν η παθούσα εξαναγκάσθηκε - και κατά ποίο τρόπο - να υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα. Ανεξαρτήτως δε τούτων, όπως έγινε δεκτό με την προηγούμενη 37/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της αυτής υποθέσεως, οι δαπάνες που φέρονται ότι επραγματοποιήθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 13-10-2003 έως και 15-10-2003, δεν ήταν δυνατόν να διαλαμβάνονται στον προαναφερθέντα σκοπό των κατηγορουμένων αφού αυτές επακολούθησαν της πράξεως της αρπαγής. Αι πλημμέλειες αυτές του Συμβουλίου Εφετών προβάλλονται υπό των ως άνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων με τους εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ Κ.Π.Δ., προβλεπόμενους λόγους, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτές οι αναιρέσεις και των δύο πιο πάνω αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα (ως προς όλους τους αναιρεσείοντες) και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν αποφανθεί προηγουμένως. Επίσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς την εκ των κατηγορουμένων Χ3, που παραπέμφθηκε ως συναυτουργός των αναιρεσειόντων για την πιο πάνω αναφερόμενη και στο διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος πράξη της αρπαγής και της οποίας η αναίρεση κατά του βουλεύματος απορρίφθηκε ήδη ως απαράδεκτη, καθόσον οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων και να αναιρεθεί και ως προς αυτήν, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εν λόγω πράξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου.

Απορρίπτει την 158/25-9-2008 αίτηση της Χ3 για αναίρεση του 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει αυτήν στα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.

Αναιρεί το 1233/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επεκτείνει το αποτέλεσμα τούτο και ως προς την κατηγορουμένη Χ3 (μόνο ως προς την πράξη της αρπαγής).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή