Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 74 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Απάτη κατ΄ εξακολούθηση. Λόγοι αναίρεσης. Έλλειψη αιτιολογίας, παράβαση ουσιαστικής διάταξης, έλλειψη ακρόασης, αδικαιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής, διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και αιτήματος προσκόμισης εγγράφων. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 74/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεώργογλου, περί αναιρέσεως της 6587/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.12.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Τέλος, ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, ενόψει και του άρθρου 17 ΠΚ, συμπίπτει με το χρόνο, κατά τον οποίο ο δράστης ενεργώντας με σκοπόνα προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, πραγμάτωσε και -προκειμένου περί συνεχιζόμενων ψευδών παραστάσεων- τελικώς ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά, είναι, δε αδιάφορος ο τυχόνμεταγενέστερος χρόνος, οπότε ο παραπλανηθείς προέβη στη ζημιογόνο ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή, καθώς και ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης του παθόντος, οπότε και θεωρείται συντελεσθείσα η απάτη. Τελούνται περισσότερες πράξεις απάτης (καιανακύπτει θέμα ύπαρξης ή μη απάτης κατ' εξακολούθηση κατ' αληθή πραγματική συρροή με ενότητα δόλου), όταν ο δράστης προβαίνει κεχωρισμένως και διαδοχικά σε πολλαπλές απατηλές συμπεριφορές, καθεμία από τις οποίες προκάλεσε χωριστή πλάνη στον παθόντα και τον οδήγησε σε ιδιαίτερη επιζήμια πράξη περιουσιακής διάθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6587/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για απάτη κατ' εξακολούθηση, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, στην Αθήνα, στις 29-1-2001 και στις αρχές Σεπτεμβρίου 2002, η κατ/νη διέπραξε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: Α) Με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, με τον πιο πάνω σκοπό παρέστησε ψευδώς στη Α και τον Β ότι είναι ιατρός παθολόγος-διαιτολόγος, διδάκτωρ ομοιοπαθητικής, γνώστης διαφόρων εναλλακτικών θεραπειών, όπως βιοενεργειών, υδροθεραπείας παχέος εντέρου, βιομαγνητών κ.λπ., καθώς και ότι χρησιμοποιεί διάφορα σκευάσματα για θεραπεία διαφόρων ασθενειών, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατέχει μόνο το πτυχίο της οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και έτσι τους έπεισε τη μεν Α να της καταβάλει 2.000 ευρώ (χωρίς απόδειξη) για να θεραπεύσει δήθεν την πάσχουσα από κίρρωση του ήπατος μητέρα της και να της χορηγήσει σκεύασμα αλόης, κάψουλες ιχθυελαίου και ντιριμπόουζ, διατεινόμενη ψευδώς ότι τα παρήγγειλε από την ..... και ότι μόνο το ένα κουτί ντιριμπόουζ κόστιζε 1.000 ευρώ, τον δε Β να της καταβάλει το ποσό των 50.000 δρχ. για δήθεν θεραπεία προστάτη και χορήγηση σκευάσματος, ποσό από το οποίο εν τέλει κράτησε μόνο τις 10.000 δρχ., επιστρέφοντάς του τουπόλοιπο, όταν αυτός της το ζήτησε, αφού πρώτα είχε κάνει καταγγελία στις αρμόδιες αρχές. Με τον τρόπο δε αυτό ζημίωσε τους ανωτέρω, κατά τα ποσά, που προαναφέρθηκαν, αφού καμία υπηρεσία ιατρική δεν τους προσέφερε αλλά ούτε και μπορούσε να τους προσφέρει, δεδομένου ότι δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα, με αντίστοιχο δικό της παράνομο περιουσιακό όφελος.
Β) Χωρίς να έχει πτυχίο της Ιατρικής Σχολής ημεδαπού ή αλλοδαπού Πανεπιστημίου, σφετερίστηκε τον τίτλο του ιατρού και ειδικότερα παρείχε δήθεν ιατρικές υπηρεσίες στα προαναφερόμενα στο στοιχείο (Α) άτομα και κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο ίδιο στοιχεία (Α), χωρίς να έχει πτυχίο Ιατρικής Σχολής, σφετεριζόμενη έτσι τον τίτλο του ιατρού. Η κατ/νη εμφανιζόταν σε εκπομπές στην τηλεόραση δήθεν ως ιατρός, συνομιλούσε με τηλεθεατές, που τηλεφωνούσαν και έδινε ιατρικές συμβουλές για τις παθήσεις που είχαν, ανέλυε πώς ωφελούν τα σκευάσματα, τα οποία επικαλείτο, στην ασθένεια που είχε έκαστος εξ αυτών, αλλά και γενικά σε διάφορες ασθένειες στους τηλεθεατές, που παρακολουθούσαν τις εκπομπές της. Στις εν λόγω εκπομπές δεν αναγραφόταν ότι αυτή ήταν οδοντίατρος και με τις συμβουλές που έδινε ιατρικού περιεχομένου, δημιουργούσε την εντύπωση ότι ήταν δήθεν ιατρός. Στην περίπτωση της μητέρας της Α, η εν λόγω μάρτυρας κατηγορίας, η αδελφή της και η κόρη της είδαν την κατ/νη στην τηλεόραση, όπου ισχυριζόταν ότι ήταν δήθεν ιατρός-ομοιοπαθητικός, με σπουδές στον ....., ότι γνώριζε εναλλακτικές θεραπείες και ότι θεραπεύει όλες τις ασθένειες, όπως την κίρρωση ήπατος, από την οποία έπασχε η μητέρα της με διάφορες θεραπείες, με φύλλα ελιάς και διάφορα σκευάσματα. Βρήκαν τον αριθμό τηλεφώνου του ιατρείου της στο ..... από το κανάλι ".....". Την επισκέφθηκαν η αδελφή της και η κόρη της, της έδειξαν τις εξετάσεις της μητέρας της πιο πάνω μάρτυρος κατηγορίας και τους υποσχέθηκε ότι σε ένα μήνα η μητέρα τους θα είναι καλά στην υγεία της και μάλιστα, όπως τους ανέφερε "θα σκάβει στον κήπο". Ακολούθως, η κατ/νη επισκέφθηκε τη μητέρα της Α στην οικία της. Η Α την πλήρωσε 2.000 ευρώ για την αμοιβή της, όπως της ζήτησε. Έδωσε στη μητέρα της αλόη, W3 και diribose και τους είπε ότι το τελευταίο το φέρνει από την ..... και κοστίζει 1.000 ευρώ. Ακόμη, τους είπε να δώσουν στη μητέρα τους πολύ χυμό από φύλλα ελιάς. Τους παρέδωσε και σημείωμα πώς θα λαμβάνει η μητέρα τους τα πιο πάνω σκευάσματα. Όταν πήγαν μετά το θάνατο της μητέρας τους στο ιατρείο της κατ/νης είχε ένα χαρτί έξω απ' αυτό, που έγραφε "ομοιοπαθητικός". Η μητέρα της Α, με τα σκευάσματα που της χορήγησε η κατ/νη, χειροτέρεψε στην υγεία της, όταν δε της το ανέφερε απάντησε ότι είναι αντίδραση του οργανισμού της και να μην τα σταματήσει. Όταν τελείωσαν τα diribose της ζήτησαν άλλα και τους είπε ότι κοστίζουν 1.000 ευρώ έκαστο. Πήγαν στο φαρμακείο του κ. Γ και τους είπε ότι κοστίζουν 25 ευρώ έκαστο. Ο κ. Γ τηλεφώνησε στην κατ/νη και της είπε "Τι απάτη είναι αυτή;". Η μητέρα της μάρτυρος κατηγορίας απεβίωσε σε ενάμιση μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας. Τα σκευάσματα, που χορήγησε η κατ/νη στη μητέρα της, δεν είχαν θεραπευτική δράση. Η αδελφή της Α ερεύνησε αν η κατ/νη ήταν ιατρός ομοιοπαθητικός, απευθύνθηκαν δε μαζί με τη Α και στον Πρόεδρο των ομοιοπαθητικών ιατρών και εκείνος τους ανέφερε ότι αυτή δεν ήταν ομοιοπαθητικός. Τα συγκεκριμένα φάρμακα, που τους συνέστησε, δεν τα είχε αναφέρει στην τηλεόραση. To diribose που, όπως τους είπε, θα έκανε καλό στη μητέρα τους, την αλόη και το W3, τα θεώρησαν βιταμίνες, το diribose φάρμακο. Η μάρτυρας κατηγορίας Α μετά το θάνατο της μητέρας της πληροφορήθηκε ότι η αλόη δεν κάνει καλό στο συκώτι και ότι είναι τοξική. Στην περίπτωση του Β, ο εν λόγω μάρτυρας κατηγορίας ήταν διαβητικός και είχε πρόβλημα προστάτη και μία γνωστή του κυρία του συνέστησε την κατ/νη ως διαβητολόγο. Την επισκέφθηκε στο ιατρείο της, όπου εντός αυτού δεν υπήρχε οδοντιατρείο, δηλαδή δεν είχε την ειδική οδοντιατρική πολυθρόνα ούτε τα αντίστοιχα εργαλεία. Στην είσοδο του κτιρίου ανέγραφε ότι η κατ/νη ήταν οδοντίατρος. Η κατ/νη, κατά την επίσκεψη του, του περιέγραψε τις ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία του και την πάθηση του διαφόρων σκευασμάτων. Ο ως άνω μάρτυρας κατηγορίας κατέβαλε στην κατ/νη συνολικά 50.000 δρχ. για επίσκεψη, σκευάσματα και το βιβλίο, που αυτή είχε εκδώσει. Τα σκευάσματα ήταν ληγμένα, του τα πώλησε η ίδια. Η κατ/νη του επέστρεψε το ποσό των 40.000 δρχ., αφού προηγουμένως είχε κάνει αυτός την από 22-3-2001 γραπτή αναφορά στον Οδοντιατρικό Σύλλογο. Τα σκευάσματα ήταν σε φιαλίδια, στα οποία αναγράφονταν οδηγίες στη γλώσσα του Κράτους της Δανίας και η κατ/νη τον διαβεβαίωσε ότι συμβάλλουν στη μείωση του διαβήτη και θεραπεία του προστάτη. Την επομένη της επίσκεψης του Β, όταν αυτός διαπίστωσε ότι τα φιαλίδια, που του έδωσε η κατ/νη, δεν ήταν φάρμακα αλλά βιταμίνες, έστειλε έναν υπάλληλό του στο γραφείο της να τα επιστρέψει, όμως, εκείνη αρνήθηκε να τα παραλάβει και του παρέδωσε την υπ' αριθμ. ..... απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 50.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν ως χειρουργός -οδοντίατρος και ότι δήθεν διενήργησε σ' αυτόν εξέταση και θεραπεία στοματίτιδας, ενώ αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Οι επιθεωρητές του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας "ΣΕΥ.ΥΠ" Δ και Ε, οι οποίοι διενέργησαν έλεγχο στο ιατρείο της κατ/νης, κατόπιν του με αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ ..... Δελτίου Πληροφοριών της Υποδιεύθυνσης Ελέγχων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών με συνημμένη τη με ΑΠ ΕΜΠ ..... υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 της κ. Α, αναφέρουν στην υπ' αριθμ. ..... έκθεσή τους - πόρισμα τα ακόλουθα: Μετέβησαν στο οδοντιατρείο της κ. ΣΤ. Εκεί διαπίστωσαν ότι: Το οδοντιατρείο δεν πληροί τους όρους λειτουργίας, τους προβλεπόμενους από τη νομοθεσία, δηλαδή, το οδοντιατρικό μηχάνημα δεν ήταν συνδεδεμένο με το δίκτυο αποχέτευσης, εντός του χώρου του ιατρείου υπήρχε κρεβάτι και η γενικότερη επίπλωση ήταν τέτοια ώστε έδινε την αίσθηση ότι επρόκειτο περί σπιτιού παρά ιατρείου και εντός του χώρου του ιατρείου υπήρχαν μηχανήματα - συσκευές άσχετες με τη λειτουργία ενός οδοντιατρείου, ήτοι: α) Best-Biomeridien (συσκευή βιοενέργειας) και β) Therapy device. Επίσης, υπήρχε προθήκη με 18 ειδών βότανα της εταιρίας "Μακροζωία" και διάφορα προϊόντα της εταιρίας "FOREVER LIVING PRODUCTS". Έξωθεν του διαμερίσματος του οδοντιατρείου υπήρχε αναρτημένη πινακίδα με τα ακόλουθα: "ΚΕΝΤΡΟ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ Dr ΣΤ". Κατά τον γενόμενο έλεγχο των βιβλίων της κ. Χ διαπίστωσαν ότι: α) Δεν υπήρχαν αποδείξεις για εκτέλεση οδοντιατρικών πράξεων, β) Υπήρχαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς την εταιρία "FOREVER LIVING PRODUCTS" με την αιτιολογία της προώθησης των πωλήσεων των προϊόντων της, σε μηνιαία βάση και γ) Υπήρχαν αποδείξεις πώλησης συμπληρωμάτων διατροφής και βιβλίων. Ακόμη, διεπίστωσαν τα εξής: Η Χ αναφέρεται ως Δρ Χ, στερούμενη του αντίστοιχου διδακτορικού τίτλου. Διαφημίζεται ως Βιολόγος-Σύμβουλος Διατροφής, Χειρουργός Οδοντίατρος, Στοματολόγος των Πανεπιστημίων MC Gill Καναδά και Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ κατέχει μόνο το πτυχίο της Οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αναφέρεται σε θεραπείες άσχετες με την άσκηση της οδοντιατρικής επιστήμης και συγκεκριμένα: α) Υδροθεραπεία παχέος εντέρου, β) Βιοενέργεια, γ) Ηλεκτρονική διάγνωση, δ) Υγιεινό αδυνάτισμα και ομορφιά - Φυτοθεραπεία και ε) Βιομαγνήτες. Στα συμπεράσματα της εν λόγω έκθεσης- πορίσματος αναφέρονται τα ακόλουθα: Α. Σχετικά με τα αναφερόμενα στην καταγγελία της κ. Α: 1) Τα καταγγελλόμενα από την κα Α, δηλαδή ότι η οδοντίατρος κα Χ ανέλαβε να θεραπεύσει την πάσχουσα από κίρρωση του ήπατος μητέρα της και προς τούτο χορήγησε θεραπευτική αγωγή, αληθεύουν. Η χορηγηθείσα θεραπευτική αγωγή συνίστατο από σκευάσματα αλόης, ιχθυελαίου και diriboouz, τα οποία χορήγησε η καταγγελλόμενη και έλαβε χρήματα. 2) Ο ισχυρισμός της κ. Χ ότι ανέλαβε να αντιμετωπίσει μόνο τις στοματικές εκδηλώσεις της πάθησης, δεν ευσταθεί. 3) Τα χορηγηθέντα σκευάσματα δεν εμπίπτουν στα ενδεικνυόμενα για την πάθηση της κίρρωσης του ήπατος, σύμφωνα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης. 4) Η θεραπευτική παρέμβαση της κ. Χ συνέβαλε στον αποπροσανατολισμό της ασθενούς και της οικογενείας της από την ενδεδειγμένη από την ιατρική επιστήμη θεραπεία και φροντίδα της. Β. Σχετικά με τη λειτουργία του οδοντιατρείου: 1. Δεν πληρούνται οι προβλεπόμενοι από τη νομοθεσία όροι υγιεινής και λειτουργίας του οδοντιατρείου (Β. Δ. 451/1962 και Β.Δ. 521/1963). 2. Μέσα στο χώρο του ιατρείου, εκτός των προβλεπομένων από τη νομοθεσία μηχανημάτων, υπάρχουν δύο μηχανήματα βιοενέργειας, προθήκη με 18 ειδών βότανα, κ.λπ., παντελώς άσχετα με την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος. Γ. Σχετικά με τη διαφήμιση από τα Μ.Μ.Ε. και το διαδίκτυο: 1. Η κ. Χ σαφώς αντιβαίνει την οδοντιατρική δεοντολογία (άρθρο 3 Δεοντολογικού Κανονισμού Οδοντιάτρων και άρθρο 15 Π.Δ. 84/2001), αφού παραπλανητικά διαφημίζεται ως κάτοχος τίτλων και γνώσεων που δεν κατέχει. 2. Στην τηλεόραση, όπου εμφανίζεται, παρέχει ιατρικές συμβουλές άσχετες με την Οδοντιατρική Επιστήμη, διαφημιζόμενη με στόχο το οικονομικό όφελος, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8 του Δεοντολογικού Κανονισμού Οδοντιάτρων. Στις προτάσεις της ως άνω έκθεσης-πορίσματος αναφέρονται τα ακόλουθα: 1) Το Τμήμα Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών να επανεξετάσει τις συνθήκες λειτουργίας του οδοντιατρείου της κ. Χ , 2) Η κ. Χ να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Συλλόγου Αττικής, αφού: α) Διαφημίζεται παραπλανητικώς και παρανόμως στα ΜΜΕ και το διαδίκτυο (άρθρα 2 και 3 Δεοντολογικού Κανονισμού Οδοντιάτρων και άρθρο 15 του ΠΔ 84/2001) και β) Ασκεί άλλες ιατρικές και μη πράξεις, υποπίπτοντας στο αδίκημα της παραποίησης επαγγέλματος (άρθρα 2 και 8 Δεοντολογικού Κανονισμού Οδοντιάτρων). Η κατ/νη τιμωρήθηκε πειθαρχικά μετά από την καταγγελία της Α με την υπ' αριθμ. 1/2005 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων και διετάχθη με την υπ' αριθμ. πρωτ. ΟΙΚ 23448/21-10-2003 απόφαση της Δ/νσης Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών η διακοπή λειτουργίας του οδοντιατρείου της. Δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι η κατ/νη έχει την ειδικότητα της στοματολόγου και βάσει αυτής μπορεί να διαγνώσει από ποία ασθένεια πάσχει ο εκάστοτε ασθενής, που εξετάζει, και στη συνέχεια παραπέμπει αυτούς στους ειδικούς ιατρούς και ότι τα σκευάσματα, που προαναφέρθηκαν, τα έδινε δωρεάν, όπως και τις διατροφικές συμβουλές. Η κατ/νη δεν προσκόμισε δίπλωμα Πανεπιστημιακού επιπέδου για την ειδικότητα, που επικαλείται, ούτε κάποιο έγγραφο ότι έχει αναγνωρισθεί η ειδικότητά της στην Ελλάδα, αλλά βεβαιώσεις παρακολούθησης κάποιων σεμιναρίων σχετικά με υγιεινή διατροφή. Εξάλλου, η κατ/νη στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις επικαλείτο ότι ήταν δήθεν ιατρός με άλλες ειδικότητες και όχι στοματολόγος, ζητούσε, δε και λάμβανε αμοιβή για τα σκευάσματα που χορηγούσε στους ασθενείς της και τις διατροφικές συμβουλές που έδινε, αφού προηγουμένως ισχυριζόταν ότι δήθεν είχε διαπιστώσει την πάθηση, που έκαστος έπασχε, χωρίς, όμως, να έχει τις ιατρικές γνώσεις για κάτι τέτοιο. Η κατ/νη ισχυρίζεται ότι είχε αγοράσει ένα μηχάνημα, που ονομάζεται BEST αντί του ποσού των 10.000.000 δρχ. και μ' αυτό εξέταζε τη βιοενέργεια των ασθενών της και σε όποιο όργανο του σώματος υπήρχε κενό ενέργειας, εκεί εντόπιζε ότι δημιουργείτο πρόβλημα υγείας. Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η κατ/νη είχε αποκτήσει ανεγνωρισμένη στην Ελλάδα ειδικότητα μετά απόεξειδικευμένη εκπαίδευση για να διαπιστώνει ιατρικά τις ασθένειες των πελατών της με το εν λόγω μηχάνημα, αν και με αυτό δεν γίνονται διαγνώσεις, αλλά διαπιστώνονται διαταραχές (βλ. κατάθεση μάρτυρα ΣΤ), γεγονός που δεν ανέφερε στους πελάτες της. Εξάλλου, η εξέταση με το μηχάνημα BEST δεν συνδυάζεται με την ειδικότητα της στοματολογίας, που επικαλείται ότι κατέχει. Το γεγονός ότι η κατ/νη ως οδοντίατρος σπούδασε μέχρι το τρίτο έτος στο Πανεπιστήμιο μαζί με αυτούς που σπούδαζαν Ιατρική ορισμένα ίδια μαθήματα και ήταν γνώστης οργανικής και ανόργανης χημείας, δεν της δίδει το δικαίωμα να εμφανίζεται στους πελάτες της ως ιατρός και να δίδει συμβουλές ιατρικού περιεχομένου, τη στιγμή κατά την οποία σήμερα στους ιατρούς απαιτείται ο καθένας να έχει τη δική του εξειδίκευση και να ακολουθεί ορισμένο κλάδο της ιατρικής επιστήμης. Εξάλλου, για τα σκευάσματα, που έδωσε η κατ/νη στους ως άνω μάρτυρες κατηγορίες, απαιτείται αυτή που τα χορηγεί να διαθέτει ειδικές γνώσεις σχετικά με τη σωστή δοσολογία τους για κάθε ασθένεια, οι ειδικές δε αυτές γνώσεις άπτονται της ιατρικής επιστήμης και μόνο ένας ιατρός με εξειδίκευση μπορεί να τις διαθέτει, βάσει δε αυτών να χορηγεί τα εν λόγω σκευάσματα, ενώ η κατ/νη ήταν οδοντίατρος. Ο μάρτυς ΣΤ, ιατρός, καθηγητής Πανεπιστημίου, χειρουργός στο νοσοκομείο ....., αναφέρει στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ότι γνωρίζει την κατ/νη ως οδοντίατρο, που έχει το δικαίωμα να δώσει γνώμη ή συμβουλή ως επιστήμων, δεν είναι όμως ειδικευμένη ιατρός. Οι βιταμίνες και τα άλατα έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες. Πας ιατρός και οδοντίατρος έχει δικαίωμα να επέμβει σε έκτακτη ανάγκη. Τα σκευάσματα βιταμινών και τα βιολογικά προϊόντα δίδονται και άνευ συνταγής. Η αλόη είναι πολυδιάστατο με ενεργειακές ιδιότητες σε σωστές δοσολογίες. To diribose είναι δυναμωτικό σκεύασμα. Η κατ/νη δεν είναι ειδικός διαιτολόγος ή υγιεινολόγος, αυτές είναι προεκτάσεις ιατρικής ειδικότητας. Η ομοιοπαθητική είναι μέθοδος. Η κατ/νη δικαιούται να παρέμβει όταν υπάρχουν στο στόμα εκδηλώσεις παθήσεων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η κατ/νη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν διαθέτει την ειδικότητα του στοματολόγου, θα έπρεπε, αν διαπίστωνε ότι κάποιος πελάτης της είχε μία πάθηση, να τον παραπέμψει στον αρμόδιο εξειδικευμένο ιατρό και αυτό δεν το έκανε στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις. Τέλος, αν η κατ/νη ανέφερε στους ανωτέρω μάρτυρες κατηγορίας ότι ήταν μόνο οδοντίατρος και δεν προέβαινε σε παράσταση σ' αυτούς των προαναφερομένων ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και συγκεκριμένα ότι ήταν δήθεν ιατρός με εξειδικευμένες γνώσεις, προς θεραπεία διαφόρων ασθενειών με σκευάσματα, αυτοί δεν θα παραπλανώντο και δεν θα πείθονταν να την επισκεφθούν, να τους εξετάσει ιατρικά και να της καταβάλουν ως αμοιβή της τα ως άνω χρηματικά ποσά, βλάπτοντας την περιουσία τους. Η κατ/νη προέβαλε το αίτημα της αναβολής της παρούσας δίκης με την έκδοση απόφασης στην από 22-9-2005 προσφυγή της κατά της υπ' αριθμ. 1/2005 απόφασης του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου οδοντιάτρων. Όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας είναι επαρκή προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της κατ/νης, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Κατόπιν αυτών, από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αποδείχθηκε ότι η κατ/νη διέπραξε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτών κατ' εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 98, 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση γεγονότα από τα οποία προκύπτει ο χρόνος κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα, ενεργώντας με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, με διαδοχικές και ξεχωριστές απατηλές συμπεριφορές προς τους εξαπατηθέντες Α και Β (κατ' εξακολούθηση απάτη), πέτυχε τελικά το σκοπό της. Προσθέτως, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις μαρτυρικές καταθέσεις του Ζ, Η και Θ, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, καθώς και τις 17 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, παρότι αυτά τα αποδεικτικά μέσα δεν εξαίρονται ειδικώς στην απόφαση. Δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη ότι η αναιρεσείουσα είχε την ιδιότητα της στοματολόγου και συνεπώς η επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία του π.δ. 200/1988, με το οποίο ορίζονται οι ειδικότητες της Οδοντιατρικής, είναι απαράδεκτη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η ρηθείσα αιτιολογία συνάδει απόλυτα και με την απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκείμενου να διαπιστωθεί εάν τα σκευάσματα της αλόης, του ιχθυελαίου, του Q10 και του Diribose, επιφέρουν ή όχι βλάβη στον ανθρώπινο οργανισμό, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, το αίτημα αυτό αφέθηκε στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και μόνο. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364 παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκησή του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε, παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω, στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η υπ' αριθ. 1/2005 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων δεν αναγνώσθηκε δημοσίως και στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου, από δε το αιτιολογικό και το διατακτικό της ίδιας απόφασης διαπιστώνεται ότι, το έγγραφο αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά και όχι προς στήριξη της ενοχής της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι τα υπ' αριθ. 1 έως 9 αναγνωστέα έγγραφα και τα υπ' αριθ. 1 έως 29 έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο και αναγνώσθηκαν, προσδιορίζονται, τόσο κατά τη χρονολογία εκδόσεώς τους, όσο και κατά το περιεχόμενό τους. Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή των αναγνωσθέντων εγγράφων είχε σαν συνέπεια η κατηγορουμένη να μην στερηθεί του δικαιώματός της να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα έγγραφα αυτά, είναι δε βέβαιον ότι στα εν λόγω έγγραφα αναφέρεται το προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης και ότι αυτά συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του που αφορά στη μη αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 1/2005 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων είναι αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο μέρος του που αφορά την εξατομίκευση των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.- Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα το οποίο ρητώς του παρέχει ο νόμος και το Δικαστήριο αρνήθηκε σε οποιονδήποτε από αυτούς να το ασκήσει ή παρέλειψε ν' αποφανθεί σε σχετική αίτησή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν προσκομίσθηκε ούτε ζητήθηκε η ανάγνωση ενός φωτοτυπικού εγγράφου του περιοδικού Ελληνικά Στοματολογικά Χρονικά της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, σύμφωνα με τον οποίο, το έγγραφο αυτό αναγνώσθηκε, πλην όμως, το Δικαστήριο δεν το έλαβε υπόψη του, με αποτέλεσμα να επέλθει ακυρότητα λόγω έλλειψης ακροάσεως, είναι απαράδεκτος, καθόσον, επίκληση κάποιου δικαιώματος, που ρητώς παρέχει ο νόμος στην αναιρεσείουσα και συνακόλουθη παραβίασή του από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν γίνεται.
IV.- Από τις διατάξεις των άρθρων 139, 170 παρ. 2, 349, 352 και 353 του ΚΠΔ συνάγεται ότι η αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει, όμως, αυτό, στην απορρίπτουσα το αίτημα που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο απόφασή του, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, η συνήγορος της αναιρεσείουσας υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της από 22.9.2005 προσφυγής της κατά της υπ' αριθ. 1/2005 απόφασης του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση στο τέλος του αιτιολογικού της, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Όμως, το Δικαστήριο κρίνει, ότι τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας είναι επαρκή προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της κατηγορουμένης, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν". Η αιτιολογία αυτή είναι σύμφωνη με την εκ των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη τοιαύτη, αφού, σε συνδυασμό με την παράθεση της αιτιολογίας για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης της προσβαλλομένης, γίνεται δεκτόν ότι τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας, όπως αυτά προπαρατέθηκαν, ήταν επαρκή για τον σχηματισμό αυτής (κρίση επί της ενοχής) και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η αναβολή, προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις. Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά, προκύπτει ότι η συνήγορος της αναιρεσείουσας "ζήτησε να προσκομισθεί η ληξιαρχική πράξη θανάτου της θανούσης Ι και να ζητηθούν δια μέσου του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου οι κασέτες της εκπομπής στο κανάλι EXTRA 3". Το αίτημα αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο, αφού, αφενός μεν δεν συνδυάσθηκε με αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, αφετέρου δε, διότι δεν εξηγήθηκε για ποιό λόγο έπρεπε να προσκομισθούν τα έγγραφα αυτά και οι κασέτες, δηλαδή ποιά απόδειξη αναγκαία θα παρείχαν στην εκδικαζόμενη υπόθεση και, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό, πέρα από το ότι η προαναφερθείσα αιτιολογία συμπεριέλαβε εμμέσως πλην σαφώς την απάντηση και στο εν λόγω αίτημα.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, εκ του9 άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι, κατά μεν το πρώτο μέρος του αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο μέρος του απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
V.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, στον δε κατηγορούμενο στο τέλος και αν δεν ζητήσει αυτός τούτο. Η παράβαση των ανωτέρω και μάλιστα προκειμένου για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σ' αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία δίνεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο Διευθύνων τη συζήτηση "έδωσε τον λόγο πρώτα στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή της κατηγορουμένης ... . Στη συνέχεια, η συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε την απαλλαγή της κατηγορουμένης και δήλωσε ότι εμμένει στα αναφερθέντα αιτήματα ... . Η κατηγορουμένη, όταν ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπισή της, απάντησε αρνητικά ...".
Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι, η επικαλούμενη παραβίαση της διάταξης του άρθρου 369 ΚΠΔ και κατ' επέκταση η εκ ταύτης επέλευση της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, δεν έλαβε χώρα, αφού, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο Διευθύνων τη συζήτηση έδωσε το λόγο, με τη σειρά, πρώτα στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και υπέβαλε στη συνέχεια πρόταση επί της κατηγορίας και κατόπιν, τελευταία, στην υπεράσπιση της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI.- Τέλος, ο τελευταίος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη, επελήφθη παρανόμως της προσφυγής που αυτή άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε οπωσδήποτε την προαναφερόμενη προσφυγή, ούτε άλλωστε ότι αποφάνθηκε επ' αυτής. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς ερεύνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθ. 733/2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 6587/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ