Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1038 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Αγορά, πώληση και κατοχή ναρκωτικών. Στοιχεία αδικημάτων. Έννοια αγοράς και πώλησης ναρκωτικής ουσίας. Δεν απαιτείται να προσδιορίζεται το ύψος του τιμήματος, αλλ' αρκεί ότι υπάρχει σχετική συμφωνία. Ούτε είναι αναγκαίο να αναφέρεται η ταυτότητα του πωλητή, ο ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας τούτων (βάρους) και η αναφορά του συγκεκριμένου χρόνου τελέσεως, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και η επίκληση ότι απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών και την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με τις δικές τους δυνάμεις. (τοξικομανία). Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ. Απόλυτες ακυρότητες που αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο (173 παρ. 2). Ακυρότητα που δεν προτάθηκε καλύπτεται. Η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 και 3 του νόμου 1729/1987 για τη διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα. Ατελής πραγματογνωμοσύνη. Μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο. Τούτο δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου αρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και του αρ. 28 του Συντάγματος. Οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, εφόσον ανάγεται στην προδικασία, μπορεί να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο. Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1038/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 2187/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 122/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και [δ] της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2187/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... Ο κατηγορούμενος κατά τους στο διατακτικό τόπους και χρόνους: 1) Αγόρασε, απαγορευμένες, από το νόμο, ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα αγόρασε, με τον ανωτέρω σκοπό, από άγνωστο άτομο, άγνωστο αριθμό δισκίων ECSTASY, περιεχόντων την απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη, ως και άγνωστες ποσότητες κοκαΐνης κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης και ουσίας MDMA (μεθυλενοδιοξυξεθαμφεταμίνης), αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, μέρος δε των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών αποτελούν οπωσδήποτε τα 429 δισκία ECSTASY, τα 1552,4 γραμμάρια περίπου και τα 28 γραμμάρια περίπου, κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, αντίστοιχα, τα 33,7 γραμμάρια περίπου, της ουσίας MDMA και τα 29 γραμμάρια περίπου, κοκαΐνης, που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν. 2) Κατείχε με σκοπό την εμπορία: α) άγνωστο αριθμό δισκίων ECSTASY, περιεχόντων την απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη, ως και άγνωστες ποσότητες κοκκαΐνης, κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης και ουσίας MDMA, β) στα ... και στην επί της οδού ... οικία του την 20.00' ώρα της 26-11-2004 κατελήφθη να κατέχει (με τον ίδιο πάντοτε, ανωτέρω σκοπό) 1) κοκκαΐνη συσκευασμένη σε 18 νάϋλον συσκευασίες, συνολικού βάρους 14,5 γραμμαρίων περίπου, 2) 53 δισκία ECSTASY, με λογότυπο τη λίρα Αγγλίας, 3) 1 δισκίο ECSTASY με λογότυπο MERCEDES, περιέχον την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη, 4) ουσία MDMA συσκευασμένη σε μία νάϋλον αυτοσχέδια συσκευασία μικτού βάρους 1,7 γραμμαρίων, περίπου, και 5) κατεργασμένη κάνναβη συσκευασμένη σε μία νάϋλον συσκευασία, μικτού βάρους 2,4 γραμμαρίων περίπου. Και γ) στον ίδιο τόπο την 20.40' ώρα της 26-11-2004 και επί των οδών ... νεονεγειρόμενης οικοδομής, ιδιοκτησίας του πατέρα του, κατελήφθη να κατέχει, με τον αυτό, ως άνω σκοπό: 1) κοκκαΐνη συσκευασμένη σε ένα (1) νάϋλον σακκουλάκι, μικτού βάρους 14,5 γραμμαρίων, περίπου, 2) 375 δισκία ECSTASY, με λογότυπο τη λίρα Αγγλίας, ακατέργαστη κάνναβη, σε μία αυτοσχέδια νάϋλον συσκευασία, μικρού βάρους 28 γραμμαρίων, περίπου και 3) ουσία MDMA συσκευασμένη σε μία αυτοσχέδια νάϋλον συσκευασία, μικτού βάρους 32 γραμμαρίων, περίπου, ως και 10 πλάκες κατεργασμένης κάνναβης, ανισοβαρείς, συνολικού βάρους 1.550 γραμμαρίων, περίπου. 3) Πώλησε απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα πώλησε σε άγνωστα άτομα, άγνωστες ποσότητες κοκκαΐνης, κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, ουσίες MDMA, ως και άγνωστο αριθμό δισκίων έκσταση, αντί αγνώστων, κάθε φορά, χρηματικών ποσών ή άλλου ανταλλάγματος, τουλάχιστον όμως αντί του ποσού των 1.180 ευρώ... ". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, ως μη τοξικομανής, με ελαφρυντική περίσταση (αρ. 27 Ν. 3459/2006), ενώ με περαιτέρω σκέψεις το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ότι: α) έχει τελέσει τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις ως τοξικομανής, β) να του αναγνωριστεί η κατ' άρθρο 36 Π.Κ. ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμόν και γ) να του αναγνωρισθούν, επιπλέον και τα ελαφρυντικά των, 84 § 2α, 2γ', 2δ' και 2ε' του Π.Κ). (Ως την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, εκτός από τον ισχυρισμό περί τοξικομανίας, δεν προσβάλλεται η απόφαση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως). Ειδικότερα ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: 1) Στην ... ή σε άλλο σημείο της ευρύτερης Αττικής εντός του τελευταίου εξαμήνου προ της συλλήψεως του (26-11-2004) αγόρασε τις αναφερόμενες στο σκεπτικό και διατακτικό απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. 2) Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος και δη της κατοχής απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία α) Στην ... ή σε άλλο σημείο της ευρύτερης περιοχής της Αττικής εντός του τελευταίου εξαμήνου προ της συλλήψεως του (26-11-2004) κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. β) Στα ... την 26-11-2004 και περί ώρα 20.00 εντός της επί της οδού ... οικίας του κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, σε συρτάρι επίπλου που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι του, τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. Και γ) Στα ... την 26-11-2004 και περί ώρα 20.40 εντός της επί της συμβολής των οδών ... νεοαναγειρόμενης οικοδομής, ιδιοκτησίας, του πατέρα του, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης επάνω σε τραπέζι τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. 3) Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και δη πωλήσεις απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα στην Αθήνα ή σε άλλο σημείο ευρύτερης περιοχής της Αττικής εντός του τελευταίου εξαμήνου προ της συλλήψεως του (26-11-2004) σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν ειδικότερα στην ανάκριση πώλησε σε άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα κάθε φορά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία, αντί αγνώστων χρηματικών ποσών ή άλλου είδους ανταλλάγματος κάθε φορά, και συνολικά και κατ' ελάχιστον αντί του πόσου των 1.180 ευρώ. Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (άρθρα 4 παρ.1, Πιν Α6, Β3 Πιν.Α , Υπουργ. Αποφ. Α6Β/9568/ Οικ/ 23-10-07, άρθ. 5 παρ.1 περ. β και ζ, και παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ν. 1729/87, όπως το άρθ. 5 αντικαταστάθηκε με τα άρθρο 10 του ν.2161/93), αρ. 1 παρ. 1α,δ, 7 παρ.1, 8α ν.2168/93, 50 παρ. 1α και 54 παρ. 7γ ν.2910/01), ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, σε ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ.

ΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων της παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εφόσον ως αγορά και πώληση ναρκωτικής ουσίας θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος, για την αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται να προσδιορίζεται και το ύψος του τιμήματος, η ταυτότητα του πωλητή, ούτε ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας τούτων (βάρους), στοιχεία τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Επίσης δεν απαιτείται η περαιτέρω εξειδίκευση του συγκεκριμένου χρόνου τελέσεως των πράξεων, αφού δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν αναγκαία η έκθεση των επιπλέον περιστατικών, που αναφέρει ο αναιρεσείων και ειδικότερα δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται "από ποιο μάρτυρα κατηγορίας ή υπερασπίσεως, από ποιό έγγραφο που αναγνώσθηκε και αναφέρεται στα πρακτικά, από ποιο άλλο (οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο των εν αρ. 178 Κ.Π.Δ. αναφερομένων ή άλλο τι) αποδείχθηκαν τα συγκροτούντα τις ποινικές υποστάσεις των άνω εγκλημάτων", αφού αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, περί της συνδρομής της περιπτώσεως του αρ.13 παρ.1 του Ν.1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 15 του Ν.2161/93, (ήδη άρ. 30 παρ.1 του ΚΝΝ 3459/06), η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη. Στην προκειμένη υπόθεση, από προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, καθώς και από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων πρόβαλε τον σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα ότι από την χρόνια χρήση αυτών απέκτησε την έξη της χρήσεως, την οποία από ετών δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις. Το αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος απέρριψε το Δικαστήριο της ουσίας με την ακόλουθη αιτιολογία: " ...Από το παραπάνω αναφερόμενο και υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό, δεν αποδεικνύεται κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο η βασιμότητα του υπό στοιχ. α' ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 7-1-2005 εκθέσεως ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ειδικού Ιατροδικαστή ..., τα "ευρήματα" της τελευταίας "...συνάδουν υπέρ ατόμου που ανήκει στο χώρο των χρηστών τοξικών ουσιών χωρίς όμως με τα υφιστάμενα στοιχεία να μπορεί να στοιχειοθετηθεί σχέση εξάρτησης με την έννοια του νόμου...". Η άποψη αυτή του αρμοδίως και νομίμως διορισμένου πραγματογνώμονος, δεν δύναται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να αποδυναμωθεί από τις περί του αντιθέτου "κρίσεις" που περιέχονται στις από 15-11-2007 και 15-12-2007 ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ... και ..., αντίστοιχα, που επικαλείται και προσκομίζει ο κατηγορούμενος. Επομένως, ο περί τοξικομανίας ισχυρισμός του τελευταίου κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, κατ' ουσίαν..." . Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν ήταν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο τοξικομανής, δηλαδή ότι δεν ήταν άτομο εξαρτημένο από τη χρήση ναρκωτικών που δεν μπορούσε να αποβάλει μόνος του την έξη της χρήσης τους. Την κρίση του αυτή στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης (δηλαδή, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα πού αναγνώστηκαν, απολογία του κατηγορουμένου), όπως αυτό προκύπτει από την αναφορά ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "το παραπάνω αναφερόμενο και υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό". Ειδική μνεία και αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στην "από 7-1-2005 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ειδικού Ιατροδικαστή ...", το συμπέρασμα της οποίας ειδικώς παραθέτει, και κατά το οποίο "δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί σχέση εξάρτησης με την έννοια του νόμου". Ειδική, επίσης, αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της απόφασης και των από 15-11-2007 και 15-12-2007 ιδιωτικών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης των... και ..., αντίστοιχα, τα συμπεράσματα των οποίων είναι αντίθετα, πλην όμως αυτά, αξιολογούμενα από το Δικαστήριο, κατά την κρίση του δεν αποδυναμώνουν το πιο πάνω απορριπτικό του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου συμπέρασμα "του αρμοδίως και νομίμως διορισμένου πραγματογνώμονος". Εκτίθενται δε στην απόφαση ειδικά αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν το Δικαστήριο στην απορριπτική αυτή κρίση, και είναι τα αναφερόμενα στην πιο πάνω ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, το περιεχόμενο της οποίας μάλιστα, παρατίθεται κατά το ουσιώδες μέρος της και στην οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζεται απλώς ως χρήστης τοξικών, χωρίς όμως αυτός να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης τέτοιων ουσιών, ώστε να μην μπορεί να την αποβάλλει με δικές του δυνάμεις. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της ιδιότητάς του ως "χρηστού εξηρτημένου", με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι "η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις άνευ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και κυρίως άνευ ειδικής επιστημονικής επιχειρηματολογίας, καταλήγει αντιφατικώς εις συμπέρασμα όμοιον εκείνου της αντιφατικής - αμφίσημου ιατροδικαστικής εκθέσεως, καθ' όσον αφού βεβαιούται η ύπαρξις τουλάχιστον τριών εκ των κριτηρίων, και αδιακρίτως των τυχόν επεξηγήσεων του κ. Ιατροδικαστού, κατά νόμον πρέπει να καταφάσκεται η ιδιότης μου ως εξηρτημένου χρηστού", απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναιρέσεως η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΙV. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το Δικαστικό Συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών...", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν. 2161/1993 ( ήδη άρ.30 ΚΝΝ 3459/06), "1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού. 2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο κατηγορούμενου ή κατάδικου διαπιστώνεται από το δικαστήριο. Για το σκοπό αυτό το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και εργαστηριακή εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, καθώς και το είδος και η έκταση αυτής κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην παράγραφο 3... 3. Ο ενεργών την προανάκριση ή κύρια ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εάν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής εντός 24 ωρών από τη σύλληψή του ή κατά την αρχική απολογία του, ο οποίος καταχωρείται στην έκθεση σύλληψης, εξέτασης ή απολογίας. Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται το αργότερο εντός 24 ωρών από τη σύλληψη ή την αρχική απολογία του δράστη. Οι πραγματογνώμονες εξετάζουν τον κατηγορούμενο αμέσως μόλις τους γνωστοποιηθεί η σχετική παραγγελία και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 48 ωρών, συντάσσουν δε και υποβάλλουν την έκθεσή τους όσο το δυνατόν ταχύτερα...". Όμως, η μη τήρηση των πιο πάνω διατάξεων για τη διενέργεια, κατόπιν εντολής του Ανακριτή μετά την υποβολή ισχυρισμού του για παραβάσεις του ν. 1729/1987 κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής, της ειρημένης ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, και δη αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής της, δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης αυτής, αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στον πιο πάνω νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία "και με παραβίασιν του εκ του αρ. 6 § 2 ΕΣΔΑ". Κατά αιτιάσεις αυτές η πιο πάνω ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Ιατροδικαστή ... ήτο ατελής πραγματογνωμοσύνη, η οποία δεν διενεργήθηκε "κατά τους όρους των §§ 2 & 3 του άρθρου 13 Ν. 1729/1987 νυν 30 ν. 3459/2006 και των αρ. 1, 2, 3 της Υπ. Απ. Οικ. 3982/87 ως νυν ισχύει" και συνεπώς εφόσον λήφθηκε υπόψη και μάλιστα αποκλειστικώς στηρίχθηκε επ' αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόρριψη του ισχυρισμού του να χαρακτηριστεί ως "ουσιοεξηρτημένος χρήστης" επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 και 3 του ν. 1729/1987 για τη διενέργεια της ειρημένης ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα. Η δε πιο πάνω ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, και αν ακόμη δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτεί η προαναφερόμενη Υπουργική απόφαση, και ήταν ως εκ τούτου ατελής, μπορούσε παρά ταύτα να ληφθεί υπόψη και να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο της ουσίας, μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς η κατ' αυτόν τον τρόπο εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου από το Δικαστήριο να συνιστά παραβίαση του άρθρου αρ. 6 § 2 ΕΣΔΑ και του τα αρ. 28 του Συντάγματος, διότι, όπως - αβασίμως - υποστηρίζει ο αναιρεσείων, παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, εφόσον ανάγεται στην προδικασία, θα έπρεπε, κατά τα ανωτέρω, να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει ότι έγινε. Επομένως, πρέπει ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. V. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της, ως αβάσιμη, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/12/2008 (αρ.πρωτ. 10889/29-12-2008) αίτηση (δήλωση) του ... και ήδη κρατουμένου Φυλακών ..., για αναίρεση της 2187/17&19-9-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ