Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 724 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Ανεπάρκεια αιτιολογίας απόφασης που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 724/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Ρουμάνη, περί αναιρέσεως των: α) 11281/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) 33104/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αντίστοιχα, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1/10/2007 και 20/6/2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1231/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 1.10.2007 αίτηση αναιρέσεως και να γίνει δεκτή η από 20.6.2008 αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 112/1-10-2007 και 78/20-6-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του αυτού αναιρεσείοντος κατά των υπ' αριθμ. 11281/2002 και 33104/2008 αποφάσεων του Μονομελούς και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, πρέπει να συνεκδικασθούν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που εκδόθηκε, ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που όπως απαγγέλθηκαν, είναι εκκλητές, δηλαδή υπόκεινται στο ένδικο μέσο της έφεσης δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση ακόμη που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 11281/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 150 ευρώ, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (άρθρ.1 παρ.1-2 Α.Ν.86/67 σε συνδ. με άρθρ. 375 παρ. 1 Π.Κ) υπόκειται, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, σε έφεση.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφομένη κατά αποφάσεως, που όπως απαγγέλθηκε, υπόκειται σε έφεση, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνον της άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Αν όμως με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 33104/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 11281/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί ερήμην σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών η οποία μετετράπη προς 4,40 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή 150 ευρώ για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (Άρθρ.1 παρ.1-2 Α.Ν. 86/67 σε συνδ.με το άρθρ.375 παρ. 1 Π.Κ.). Με την έφεσή της οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη δεν επικαλέσθηκε λόγο που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε παρούσης δια πληρεξουσίου της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επειδή από το προσκομιζόμενο από 10-8-2004 αποδεικτικό επίδοσης της ερήμην της εκκαλούσας εκδοθείσας 11281/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών προκύπτει ότι η επίδοση έγινε στην ..... ως τελευταία γνωστή διαμονή της εκκαλούσας και δεν προκύπτει ότι αυτή δήλωσε αλλαγή της διευθύνσεώς της κρίνει ότι η ασκηθείσα μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας έφεση (χρ. ασκησ. 25-9-2007) πρέπει να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπροθέσμου και απαραδέκτου απόφασης του δικαστηρίου, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της. Ειδικότερα δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης τα στοιχεία που προσδιορίζουν το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δηλαδή το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει αυτήν. Και αναφέρεται μεν στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε το από "10/8/2004 αποδεικτικό επίδοσης αποφάσεως σε κατηγορούμενο της επιμελήτριας δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών", πλην όμως δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμο της επιμελήτριας ούτε προσδιορίζεται περαιτέρω αν το αποδεικτικό αυτό αφορά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως στον κατηγορούμενο, ούτε αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αυτό το αποδεικτικό ή άλλο, δεδομένου ότι στο πιο πάνω σκεπτικό γίνεται αορίστως λόγος για "από 10-8-2004 αποδεικτικό επίδοσης" και όχι για αποδεικτικό που αναγνώσθηκε, ώστε η μνεία του απαραίτητου κατά τα προεκτεθέντα, αυτού στοιχείου (δηλαδή η αναφορά του επαρκώς προσδιορισμένου αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλουμένης) να αποτελέσει παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Το δικαστήριο αυτό, αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως, θα ελέγξει και αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ.112/1-10-2007 αίτηση της ..... για αναίρεση της 11281/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Αναιρεί την 33104/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή