Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1514 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από πρόθεση. Αιτιολογία. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για έλλειψη καταλογισμού, άλλως για μειωμένο καταλογισμό. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής και της απορριπτικής των κατά των άρθρων 34 και 36 Π.Κ. ισχυρισμών αποφάσεως, και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ.1, 34, 36 παρ.1 και 229 παρ.1 του Π.Κ. Απορρίπτει αναίρεση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1514/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 17/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ψ1, 2. ψ2 3. ψ3 και 4. ψ4, που δεν παραστάθηκαν. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1383/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται, μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου (άρθρ. 33 παρ. 1 ν. 2172/1993), με ισόβια κάθειρξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 34 του Π.Κ., η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν όταν την διέπραξε λόγω νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών ή διαταράξεως της συνειδήσεως, δεν είχε την ικανότητα ν' αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ.1 του αυτού Κώδικα, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34 δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνειδήσεως περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό, δηλαδή να ενεργήσει λογικά, τότε η πράξη, στην μεν πρώτη περίπτωση, δεν καταλογίζεται στον πράξαντα, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παραίτησή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, για να μορφώσει την κρίση του. Επίσης, από το άρθρο 178 του ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή, κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως που καθιερώνεται από το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικος εκτιμάται ελεύθερα από τον δικαστή, υπό την έννοια ότι δεν δεσμεύεται απ' αυτήν, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα απ' αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, προκειμένου περί απορρίψεως ως αβασίμου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ήτοι ισχυρισμού που οδηγεί στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, στην άρση ή μείωση του καταλογισμού του δράστη, ή την εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής του, όπως είναι και οι πιο πάνω από τα άρθρα 34 και 36 του ΠΚ ισχυρισμοί, για διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης του δράστη, ένεκα των οποίων δεν έχει αυτός την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του, υπάρχει, όταν εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και στήριξαν την κρίση για τη μη συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για απόρριψη των ισχυρισμών αυτών. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 14/2007 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ), και του επέβαλε ποινή ισόβιας καθείρξεως. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της ο κατηγορούμενος αναιρεσείων προέβαλε δια των συνηγόρων υπεράσπισής του, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι κατά την τέλεση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους ελλείψεως καταλογισμού (34 ΠΚ), άλλως, σε κάθε περίπτωση, μειωμένου καταλογισμού (36 ΠΚ). Ειδικότερα οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του υπέβαλαν εγγράφως τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς τους, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικώς, ισχυρισθέντες, μεταξύ άλλων, ότι, κατά το χρόνο τελέσεως της ανθρωποκτονίας, ο ήδη αναιρεσείων έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση και από την πρώτη μέρα της συλλήψεώς του, συνεχώς, επί 5 περίπου χρόνια, κρατείται και νοσηλεύεται σε δημόσιο ψυχιατρικό κατάστημα και υποβάλλεται σε θεραπευτική αγωγή για ασθενή, πάσχοντα από σχιζοφρενική ψύχωση, η χορήγηση της οποίας (και μάλιστα επί μακρό χρονικό διάστημα) σε υγιή, θα συνιστούσε έγκλημα, ότι η ψυχική νόσος και η νοητική ικανότητα είναι πράγματα ξεχωριστά και διαφορετικά και ο θεράπων ιατρός του Κ1, κρατικός λειτουργός, που τον παρακολούθησε επί ενάμιση χρόνο περίπου, εμμένει στη διάγνωσή του. Επίσης ισχυρίσθηκαν ότι ο πραγματογνώμων Κ3, που αποφαίνεται, αντιθέτως, ότι είναι, ψυχικώς υγιής, δεν εξηγεί την κράτησή του επί 5 χρόνια στο ψυχιατρείο, ούτε γιατί του χορηγούνται τα βαρύτατα και επικίνδυνα για υγιή φάρμακα, που αναφέρει στην έκθεση του και ότι η ύπαρξη της νόσου του ενισχύεται αποφασιστικά από την έλλειψη κινήτρου του για το συγκεκριμένο παράλογο έγκλημα και απουσιάζει το κίνητρο, γεγονός που αφήνει το ανωτέρω παθολογικό αίτιο (σχιζοφρενική ψύχωση) ως αποκλειστικό αίτιο του εγκλήματος και το παράλογο αυτό και άνευ αιτίας έγκλημα, πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικώς στην από τους δικαστικούς πραγματογνώμονες διαγνωσμένη σχιζοφρενική ψύχωση, διαφορετικά, επικουρικώς, και λόγω αμφιβολιών, ερμηνευτέων υπέρ αυτού, είναι βέβαιον ότι η ψυχική αυτή νόσος, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως είχε επιφέρει νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, εξαιτίας της οποίας δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεως του, η οποία, έτσι, δεν πρέπει να του καταλογισθεί, επικουρικώς δε, εξαιτίας της ψυχικής αυτής νόσου, είχε, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του για καταλογισμό κατά το άρθρο 36 ΠΚ. Τo Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: "Στις 14 Μαΐου 2002 και ώρα 20.50', ημέρα Τρίτη, στο κατάστημα εμπορίας σιδηρικών του κατηγορουμένου, στα ...., σε υπερυψωμένο μέρος (πατάρι), που χρησιμοποιούνταν ως γραφείο της επιχείρησης, σε ένα μικρό αποθηκευτικό χώρο, διαστάσεων 1,55X2,40 μ. (που ήταν αποκομμένος από το υπόλοιπο τμήμα του γραφείου με διαχωριστικό), στον οποίο χώρο η πρόσβαση γινόταν από μικρή σιδερένια πόρτα (διαστάσεων 0,80X0,70 μ.) επιμελώς κρυμμένη, που άνοιγε με πίεση σε συγκεκριμένο σημείο του τοίχου, βρέθηκε δολοφονημένη η ψ, ετών 11, μαθήτρια της Ε' δημοτικού. Το πτώμα της ανήλικης - που έφερε στο λαιμό αυτοσχέδιο βρόχο, κατασκευασμένο από νάιλον σχοινί μήκους δύο μέτρων - ήταν τοποθετημένο κάτω από φύλλα υαλοβάμβακα και καλυμμένο με ποσότητα αφρού πολυουρεθάνης (διογκούμενος αφρός που βρίσκεται σε υγροποιημένη μορφή σε μικρά μεταλλικά φιαλίδια και χρησιμοποιείται για θερμομονώσεις, επικάλυψη επιφανειών και κάλυψη κενών). Αιτία του θανάτου, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Δ1, η ασφυξία από ισχυρή πίεση του λαιμού με βρόχο. Το πτώμα - η ανακάλυψη του οποίου έγινε τυχαίως από τον αστυνομικό του Υ.Α. Ιωαννίνων Γ1, ύστερα από διακεκομμένες έρευνες περίπου τριών ωρών στο κατάστημα - έφερε εκχυμώσεις, μεταξύ άλλων, κατά τη δεξιά μετωπιαία χώρα, τη δεξιά ζυγωματική χώρα, στο βλεννογόνο του κάτω χείλους της στοματικής κοιλότητας, τη μεσότητα της αριστερής κάτω γνάθου, την έξω επιφάνεια του δεξιού βραχιονίου στο άνω τριτημόριο, την πρόσθια επιφάνεια του δεξιού μηρού στο κάτω τριτημόριο, καθώς επίσης και εκδορές ρινός, δεξιάς κογχικής χώρας και οσφυϊκής χώρας δεξιά. Το σπίτι στο οποίο κατοικούσε η μικρή ψ με τη μητέρα της ψ2 (αφού ο πατέρας της ψ1 διέμενε στα ...., γιατί είχε διασπασθεί η συμβίωση των δύο συζύγων) γειτνίαζε με το κατάστημα του κατηγορουμένου, στον προαύλιο χώρο του οποίου ζούσαν δύο σκυλάκια του. Εκεί συνήθιζε να πηγαίνει το θύμα και να παίζει για λίγα λεπτά, τις μεσημβρινές ώρες, με τα σκυλάκια, όπως έκαναν και άλλα παιδιά της γειτονιάς. Έτσι και την ημέρα εκείνη (αποφράδα για τους γονείς της παθούσας), η ψ μετέβη, περί ώρα 15.00', στον προαύλιο χώρο του καταστήματος του κατηγορουμένου για να ταΐσει και να παίξει με τα σκυλάκια. Επειδή όμως αργούσε να επιστρέψει στο σπίτι της, για να κοιμηθεί, όπως συνήθιζε κάθε μεσημέρι, η μητέρα της ανησύχησε και πήγε, γύρω στις 15.20', στο κατάστημα του κατηγορουμένου, για να την αναζητήσει. Προχώρησε μέχρι τη μέση του προαυλίου χώρου φωνάζοντας με όλη τη δύναμη της (γιατί ο κατηγορούμενος είχε στη μεγαλύτερη δυνατή ένταση το ραδιόφωνο και την τηλεόραση) το όνομα της κόρης της: "ψ" και του κατηγορουμένου "χ1". Μετά από λίγο εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος, αφού δήλωσε άγνοια για το που βρίσκεται η μικρή ψ, ακολούθως έσπευσε να κλείσει και να κλειδώσει τις δύο πόρτες του καταστήματος, εκ των οποίων η μία είχε πρόσοψη στην αυλή του σπιτιού της ψ2. Η τελευταία, που είχε συμβουλεύσει την κόρη της να προσέχει τον κατηγορούμενο, γιατί, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο, "έπαιρνε τα παιδιά αγκαλιά και τα φιλούσε", κατεχόμενη από προφανή ανησυχία εξακολουθούσε να αναζητεί την κόρη της στη γειτονιά πλέον. Στο μεταξύ ήρθε, περί ώρα Ιό.ΟΟ', και ο (ηλικίας 16 ετών) γιος της, ψ3, και άρχισαν να κτυπούν τις πόρτες του καταστήματος του κατηγορουμένου φωνάζοντας το όνομα του θύματος και του δράστη, ο οποίος όμως, μολονότι ήταν μέσα και άκουγε τα κτυπήματα στις πόρτες και τις αγωνιώδεις φωνές της μητέρας του θύματος, εντούτοις, με το πρόσχημα ότι κοιμόταν ή ότι απουσίαζε, δεν άνοιγε γιατί είχε τους λόγους του, όπως θα αναφερθεί παρακάτω. Μάλιστα η παρατηρητική μάρτυς Ζ1, που βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της και είδε τον κατηγορούμενο να κόβει με ψαλίδι ένα κομμάτι σχοινί σαν αυτό που απλώνουν τα ρούχα, όπως η ίδια είπε, έκανε νεύμα στην ψ2 ότι ο κατηγορούμενος είναι μέσα. Κατόπιν τούτου μάνα και αδελφός έχοντας απελπιστεί και βρισκόμενοι σε απόγνωση για την τύχη της ψ, αναγκάστηκαν να προσφύγουν στην Αστυνομία, όργανα της οποίας μόλις ήλθαν, περί ώρα 16.30', άρχισαν, κτυπώντας τις πόρτες, να φωνάζουν δυνατά καλώντας τον κατηγορούμενο να τους ανοίξει. Τελικά, μετά πάροδο δέκα λεπτών, και αφού είχε αναστατωθεί και ξεσηκωθεί όλη η γειτονιά, από τα κτυπήματα στις πόρτες, από τις φωνές των αστυνομικών οργάνων, καθώς και από τα δυνατά και συνεχή γαβγίσματα των σκύλων, αποφάσισε ο κατηγορούμενος να ανοίξει την πόρτα, προβάλλοντας, για την αργοπορία του, την ψευδή δικαιολογία ότι κοιμόταν και μάλιστα για να τον πιστέψουν είχε λύσει και είχε ρίξει στους ώμους του τα μαλλιά του που τα είχε κοτσίδα, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούσε να μεταφέρει και να κρύψει το πτώμα και να το καλύψει με υαλοβάμβακα. Περαιτέρω, ενόψει των όσων αναφέρονται στις ψυχιατρικές εκθέσεις, επιβάλλεται να γίνει αναφορά σε γεγονότα του παρελθόντος του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας ως σημείο εκκινήσεως τη μετεφηβική ηλικία του. Ο κατηγορούμενος αφού πέτυχε, με τη δεύτερη προσπάθεια, στις Πανελλήνιες Εξετάσεις για την εισαγωγή του στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, σπούδασε στη συνέχεια στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, από την οποία και αποφοίτησε. Ακολούθως υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του, ως κληρωτός, βασικά στο σώμα των τεθωρακισμένων και, κατά το μεγαλύτερο τμήμα της θητείας του, εκτός ..... (..., ... και αλλαχού). Μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων άνοιξε λογιστικό γραφείο στα ......, όμως μετά πάροδο περίπου δύο ετών, συνεπεία, προεχόντως, της ελλείψεως πείρας και γνώσεων σε φοροτεχνικά κυρίως θέματα, αναγκάσθηκε να διακόψει τη λειτουργία του λογιστικού γραφείου. Έτσι το 1993, σε ηλικία 27 ετών, αναλαμβάνει την επιχείρηση εμπορίας σιδηρικών του πατέρα του, ο οποίος σκόπευε να αποσυρθεί λόγω συνταξιοδοτήσεως, όπως και έπραξε μετά από 2-3 χρόνια. Πράγματι από τότε, μέχρι την ημέρα του φόνου, ο κατηγορούμενος εργαζόμενος αδιάκοπα, με συνέπεια, υπευθυνότητα και μεθοδικότητα κατάφερε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των πελατών της επιχείρησης, διότι τη δουλειά του τη χαρακτήριζε ο επαγγελματισμός. Μάλιστα κατά διαστήματα πήγαινε με διάφορους πελάτες του σε ουζερί - ταβερνίτσες, όπου εκτός από τις δουλειές συζητούσαν για ποδόσφαιρο και για γυναίκες, αφού άλλωστε ήταν γνωστό, ότι ο κατηγορούμενος συζούσε με αλλοδαπή, βουλγαρικής καταγωγής και υπηκοότητας, αφενός μεν σε διαμέρισμα στα ...., όπου βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, αγαλματίδια που απεικόνιζαν αιγυπτιακές θεότητες, ανθρωπόμορφες - ζωόμορφες, και αφετέρου σε αγροικία της μητέρας του στην περιφέρεια της .... στο χώρο της οποίας (αγροικίας) υπήρχαν μεγάλα κόκκαλα ζώων. (Για την επιτυχημένη επαγγελματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου και για τις κοινωνικές σχέσεις του ανάμεσα σ' αυτόν και τους πελάτες του, οράτε, εκτός των άλλων, τις καταθέσεις των αξιόπιστων, αδιάβλητων και αψευδών μαρτύρων Ζ2, Ζ3 και Ζ4). Ο κατηγορούμενος όταν συνελήφθη (μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια διαφυγής του, όταν ο αστυνομικός ανακάλυψε το πτώμα), εκτοξεύοντας μια νεφελώδη φράση, ότι δηλαδή ο φόνος που έκανε ήταν προς εκπλήρωση ενός τάματος, υποστήριξε ότι πάσχει από σχιζοφρενική ψύχωση, ότι, δηλαδή, υπάρχει νοσηρή διατάραξη, από παθολογικά αίτια, των πνευματικών λειτουργιών του (βλ. αρθρ. 34 Π.Κ.). Για την ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο του φόνου διατάχθηκε από τον ανακριτή Ιωαννίνων ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη από τρεις ψυχιάτρους τους Κ1, Κ2 και Κ3, οι οποίοι εξέτασαν τον κατηγορούμενο, ενώ διορίστηκαν ένας τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου (ο Ν1) και δύο τεχνικοί σύμβουλοι των πολιτικώς εναγόντων (Δ1 και Δ2 ). Από αυτούς άλλοι επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί σχιζοφρενικής ψύχωσης και άλλοι τον απορρίπτουν. Ειδικότερα ο πραγματογνώμονας Γ. Δημόπουλος απέκλεισε με απολυτότητα οποιαδήποτε μορφή ψυχικής διαταραχής στον κατηγορούμενο. Με την κρίση αυτή του ως άνω πραγματογνώμονα συμπορεύονται και οι τεκμηριωμένες ψυχιατρικές εκθέσεις των ψυχιάτρων Δ2 και Δ1, που εμπεριέχουν θεμελιωμένες κρίσεις και συμπεράσματα. Μάλιστα ο δεύτερος εξ αυτών (Δ1) υπογραμμίζει στο εμπεριστατωμένο πόρισμα του, ότι η πιθανότητα Οργανικής Ψυχικής Διαταραχής έχει αποκλειστεί από τον παρακλινικό έλεγχο, καθόσον οι παρακλινικές εξετάσεις (ηλεκτροεγκεφαλογράφημα, αξονική τομογραφία εγκεφάλου) ήταν αρνητικές. Από την άλλη πλευρά όμως, οι πραγματογνώμονες Κ1 και Κ2 με την από κοινού συνταχθείσα ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη τους αποφαίνονται, ότι ο κατηγορούμενος έπασχε, κατά τον επίδικο χρόνο, από ψύχωση σχιζοφρενικού τύπου και ότι συνεπώς κρίνεται ακαταλόγιστος. Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει και ο ψυχίατρος Ν1. Την άποψη τους αυτή οι δύο πραγματογνώμονες τη στήριξαν στα θετικά συμπτώματα της νόσου που εκδηλώθηκαν, όπως αναφέρουν στην έκθεση τους, στον κατηγορούμενο από την ηλικία των 17 ετών και στα αρνητικά συμπτώματα. Στην πρώτη ομάδα ενέταξαν τις οπτικές (οράματα) και ακουστικές (φωνές) ψευδαισθήσεις, καθώς και το μεταφυσικού περιεχομένου παραλήρημα (ψυχές πεθαμένων προγόνων που τυραννιούνταν από ψυχές αγνώστων), το οποίο παραλήρημα εμπλουτίστηκε με την ιδέα του "τάματος" (ανθρωποθυσία), ενώ τα αρνητικά συμπτώματα που συμπληρώνουν, κατά τους δύο πραγματογνώμονες, την εικόνα της σχιζοφρενικής ψυχώσεως ήταν η μειωμένη κοινωνικότης και εσωστρέφεια του κατηγορουμένου, η δυσπροσαρμοστία του σε καινούργιες καταστάσεις και οι παράξενες αντιδράσεις του (εμφάνιση, σπατάλη χρημάτων, κατάχρηση οινοπνευματωδών, επιλογή τόπου κατοικίας και συντρόφου κ.α.) Ενόψει αυτών, δύο ένορκοι οι Σιορόκας και Παπάζογλου είχαν τη γνώμη πως, όταν έγινε ο φόνος, ο κατηγορούμενος δεν είχε το ακαταλόγιστο, όμως είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό. Δηλαδή έκριναν ότι έπρεπε να απορριφθεί ο θεμελιούμενος στο άρθρο 34 Π.Κ. αυτοτελής ισχυρισμός και να γίνει δεκτός ο στηριζόμενος στο άρθρο 36 Π.Κ. ισχυρισμός. Όμως, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος, που είναι δράστης ενός φρικαλέου και αποτρόπαιου εγκλήματος, είναι άτομο ψυχοπαθολογικό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως, όταν διέπραξε το φόνο ήταν ψυχικά ασθενής (δηλαδή σχιζοφρενής) ή άτομο με ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και ότι δεν γνώριζε τι διέπραξε. Οι συγκλίνουσες και καθοριστικές αποδείξεις που προαναφέρθηκαν οδηγούν στο σχηματισμό εδραίας δικανικής πεποίθησης ότι ο κατηγορούμενος ήξερε τι έκανε και είχε πλήρη έλεγχο των πράξεων του. Το Δικαστήριο (δηλαδή η πλειοψηφία) θεμελιώνει την κρίση της και στα ακόλουθα στοιχεία: 1). Στη συνεχή προσπάθεια αποπροσανατολισμού των αστυνομικών αρχών. Πράγματι ο κατηγορούμενος αποσκοπώντας στον αποπροσανατολισμό των ερευνών προσπαθούσε να πείσει τα αστυνομικά όργανα, που ερευνούσαν τους χώρους του καταστήματος του, ότι η μικρή Ψ είχε φύγει με άλλο κοριτσάκι, γι' αυτό και τα αστυνομικά όργανα αποχωρούσαν και μετά από λίγο επανέρχονταν κατόπιν εμμονής της μάνας του θύματος, ότι η κόρη της βρισκόταν εκεί. 2). Στο χώρο (ένα είδος κρύπτης) που τοποθετήθηκε το πτώμα και ο επιτήδειος τρόπος απόκρυψης και συγκάλυψης αυτού. Όντως ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με μεθοδικότητα και πανουργία, καταχώνιασε το σώμα του θύματος, που το κάλυψε αρχικά με υαλοβάμβακα, σε τέτοιο μέρος, ώστε να μην είναι δυνατόν να εντοπιστεί από άλλους, γι' αυτό άλλωστε και απέβαιναν άκαρπες οι επί δίωρο έρευνες των αστυνομικών αρχών, ενώ, κατά τις απογευματινές ώρες της ημέρας εκείνης, όταν τα αστυνομικά όργανα αποφάσισαν αρχικά να σταματήσουν τις έρευνες στο κατάστημα, αλλά δέχτηκαν να συνεχίσουν αργότερα, κατόπιν των έντονων και δραματικών παρακλήσεων της μάνας, που διατηρούσε άκαμπτη την πεποίθηση ότι η κόρη της ήταν εκεί, ο κατηγορούμενος προφασιζόμενος παράδοση παραγγελίας έφυγε και γύρισε αμέσως και, προτού επιστρέψουν τα αστυνομικά όργανα, έριξε πάνω στο πτώμα ποσότητα αφρού πολυουρεθάνης που διατηρούσε στο κατάστημα του προς πώληση. Έτσι μετά από περίπου μία (1) ώρα, οπότε θα είχε επέλθει πλήρης σκλήρυνση της πολυουρεθάνης, θα ήταν αδύνατη η ανεύρεση του πτώματος και αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος, πλην όμως το πτώμα ανακαλύφθηκε, λίγο προτού σκληρύνει ο αφρός της πολυουρεθάνης, δηλαδή όταν ήταν ακόμη μαλακός. 3). Στο ότι οι αναφερόμενες στην έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης των Κ1 - Κ2 (που επαναλαμβάνονται στην ψυχιατρική έκθεση του Ν1) ως οπτικές και ακουστικές ψευδαισθήσεις και μάλιστα από την ηλικία των 17 ετών, καθώς και τα μεταφυσικού περιεχομένου παραληρήματα, στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στις αφηγήσεις του ιδίου του κατηγορουμένου χωρίς να ενισχύονται από κανένα άλλο στοιχείο και χωρίς να διερωτηθούν οι ως άνω πραγματογνώμονες, για ποιο λόγο οι επικαλούμενες ψευδαισθήσεις και τα παραληρήματα του κατηγορουμένου δεν είχαν υποπέσει στην αντίληψη του πατέρα του ή κάποιου άλλου συγγενικού προσώπου ή φίλου για 19 ολόκληρα χρόνια (από τα 17 που δήθεν ξεκίνησαν μέχρι τα 36 που έγινε ο φόνος), ενώ πρέπει να αναφερθεί ότι ουδέποτε η οικογένεια του κατηγορουμένου είχε ψυχωσικά προβλήματα. Άρα το πόρισμα των πραγματογνωμόνων αυτών εμπεριέχει αθεμελίωτες κρίσεις και συμπεράσματα που δεν έχουν λογικά ή πραγματικά ερείσματα. Εξάλλου αναφορικά με τα αρνητικά συμπτώματα που μνημονεύονται στην ίδια ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη και τα οποία χαρακτηρίζουν, σύμφωνα με τους πραγματογνώμονες, τη μειωμένη κοινωνικότητα του κατηγορουμένου, αυτά, ανεξαρτήτως αοριστίας τους, θεμελιώνονται σε αναληθή περιστατικά και γεγονότα, αφού όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος, που είχε εκπληρώσει με επιτυχία τις σπουδές του στην Α.Β.Σ. Θεσσαλονίκης, είχε επιτυχημένη επαγγελματική δραστηριότητα και φυσιολογική κοινωνική ζωή. 4). Στο ότι μέχρι τα 36 του χρόνια δεν υπήρξε καμία ένδειξη εκδηλώσεως της δήθεν σχιζοφρενικής ψύχωσης, μολονότι μεσολάβησαν σημαντικοί στρεσογόνοι παράγοντες, όπως αποτυχία την πρώτη φορά στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, εκπλήρωση στρατιωτικών του υποχρεώσεων και μάλιστα στο σώμα των τεθωρακισμένων και εκτός ..... και αποτυχία στην πρώτη προσπάθεια επαγγελματικής αποκατάστασης. 5). Στο ότι (συνεκτιμώντας και το από 30-10-2002 σημείωμα του ιδίου του κατηγορούμενου που αναγνώστηκε) η δομή και ο ειρμός του λόγου του δεν παρουσίαζαν, την επίμαχη περίοδο του φόνου, διαταραχές, ούτε, άλλωστε, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είχε αμφιθυμική συμπεριφορά. Αλλά και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του, ο λόγος του ήταν αργός αλλά σαφής με ειρμό και συνειρμό. Αξίζει μάλιστα να τονισθεί, ότι ναι μεν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας ο κατηγορούμενος είχε καταθλιπτική εμφάνιση (αυτή ενδεχομένως να οφείλεται στην αλληλεπίδραση παραγόντων, όπως οι συνθήκες κράτησης, η πιθανότητα ανάδυσης ενοχών και τύψεων, καθώς και η χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων), πλην όμως είχε πνευματική διαύγεια και παρακολουθούσε επισταμένως τα όσα διαδραματίζονταν στο ακροατήριο. Τούτο επιβεβαιώνεται, όχι μόνο από την καθαρότητα της σκέψης κατά την απολογία του, αλλά και από το ότι, μολονότι δεν ρωτήθηκε, εντούτοις θέλησε να απαντήσει σε ερώτηση που είχε υποβληθεί την προηγούμενη ημέρα από συνήγορο της πολιτικής αγωγής σε μάρτυρα και αφορούσε τις εκχυμώσεις που βρέθηκαν στο σώμα του θύματος. Είναι αλήθεια ότι δεν αποκαλύφθηκε το κίνητρο (ο ψυχίατρος Δ1 αναφέρεται σε ενδεχόμενη "σεξουαλική παιδοφιλική εκδραμάτιση απαγορευμένης επιθυμίας και βίαιη καταστολή της" που όμως δεν επιβεβαιώθηκε). Αυτό όμως, γνωστό ίσως μόνο στο δράστη, που έχει κάθε λόγο να το συγκαλύπτει, δεν είναι απαραίτητο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης...." Με τις σκέψεις αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, κήρυξε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ένοχο ανθρωποκτονίας από πρόθεση που αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ( αρθρ. 299§1 Π.Κ) και του επέβαλε την ποινή της ισοβίου καθείρξεως, αφού, προηγουμένως απέρριψε ομοφώνως τον κατά το άρθρο 34 Π.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό του, για έλλειψη καταλογισμού και, κατά πλειοψηφία, τον κατά το άρθρο 36 Π.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό του, για την ύπαρξη ελαττωμένου καταλογισμού.
Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της κατηγορουμένου αναιρεσείοντος οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των άρθρων 34 και 36 ΠΚ, τις οποίες, όπως και εκείνη της διάταξης του άρθρου 299 παρ.1 ΠΚ ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με πρόθεση την ανθρωποκτονία για την οποία καταδικάστηκε, καθώς και τον τρόπο και τα μέσα τελέσεως του εγκλήματος, χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας και την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος η παράθεση των επιπλέον στοιχείων που αυτός αναφέρει στην αίτησή του (ως προς το τι ειπώθηκε ή συνέβη μεταξύ αυτού και του θύματος κατά την αμέσως προ του εγκλήματος συνάντησή τους, περί του κινήτρου διαπράξεως του εγκλήματος κλπ), ουδεμία δε αντίφαση ή ασάφεια δημιουργεί η παραδοχή της αποφάσεως, κατά την οποία ο κατηγορούμενος "ήταν άτομο ψυχοπαθολογικό, χωρίς αυτό να σημαίνει, πως, όταν διέπραξε το έγκλημα, ήταν ψυχικά ασθενής", αφού με πληρότητα αιτιολογεί την παραδοχή αυτή ότι , δηλαδή, ο αναιρεσείων δεν έπασχε κατά το χρόνο της εκτελέσεως του εγκλήματος από ψυχική νόσο εξαιτίας της οποίας ήταν ακαταλόγιστος ή είχε μειωμένο καταλογισμό. Οι αποδιδόμενες δε με την αίτηση πλημμέλειες της αποφάσεως, κατά τις οποίες όσα εκτίθενται σε αυτήν δεν αιτιολογούν την έλλειψη πλήρους ή μειωμένου καταλογισμού, ενώ, από τις καταθέσεις των μαρτύρων - ψυχιάτρων που αναφέρει, αποδεικνύεται το ακριβώς το αντίθετο, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο δεν στήριξε τις παραδοχές του μόνο στα μνημονευόμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, αλλά και σε όσα πιο πάνω, κατά την παράθεση του αιτιολογικού της αποφάσεως εκτέθηκαν, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον ήδη αναιρεσείοντα και απορριπτική των πιο πάνω ισχυρισμών του κρίση, έλαβε υπόψη του, όπως ρητώς αναφέρει στο πάνω σκεπτικό του, μεταξύ άλλων, και όλες τις μνημονευόμενες στην απόφασή του εκθέσεις ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες, όμως, κατέληγαν σε αντίθετα συμπεράσματα, ως προς την ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο της ανθρωποκτονίας. Ειδικότερα οι δύο εκ των τριών πραγματογνωμόνων που οριστήκαν από τον Ανακριτή Ιωαννίνων (Κ1, Κ2) και ο τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου Ν1, επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι έπασχε κατά τον κρίσιμο χρόνο από ψύχωση σχιζοφρενικού τύπου και κρίνεται ακαταλόγιστος, ενώ ο Κ3, που ορίστηκε από τον Ανακριτή Ιωαννίνων και οι δύο τεχνικοί σύμβουλοι των πολιτικώς εναγόντων Δ1 και Δ2, αποφάνθηκαν ότι δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε μορφή ψυχικής διαταραχής του κατηγορουμένου και επιβεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ψυχικώς υγιής και είχε πλήρη ικανότητα προς καταλογισμό. Το Μικτό Εφετείο, κατά πλειοψηφία αποδέχθηκε τις τελευταίες απόψεις, και, όπως ήταν υποχρεωμένο να πράξει, αιτιολόγησε την επιλογή του αυτή με τις πιο πάνω πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες, αφενός, δεν παρατίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση "σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την παραπάνω επιλογή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου" και αφετέρου , ότι "οι παραδοχές, οι οποίες, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν αποτελούν νόμιμη αιτιολογία", είναι, κατά το πρώτο σκέλος, απορριπτέες, ως αβάσιμες, αφού τα περιστατικά αυτά με πληρότητα εκτίθενται, κατά το δεύτερο δε σκέλος είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν της περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής και της απορριπτικής, των κατά των άρθρων 34 και 36 ΠΚ ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αποφάσεως, και εσφαλμένης και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 1, 34, 36 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/7/2007 αίτηση - δήλωση (με αρ. πρωτ. 6672/18-7-2007) του χ1 και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρικό Κατάστημα των Φυλακών Κορυδαλλού, κατά της αποφάσεως 17/07 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ,που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.



Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ