Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2000 / 2007    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Λόγος στο συνήγορο, Παραβίαση σφραγίδων.




Περίληψη:
Παραβίαση σφραγίδων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το ότι ο εκπροσωπών την κατηγορουμένη συνήγορος δεν κλήθηκε από τον Πρόεδρο να αναπτύξει την απολογητική θέση της εντολέας του επί της κατ’ αυτής κατηγορίας, αφού η απολογία της κατηγορουμένης πρέπει να είναι προφορική και άμεση, διδομένη δια στόματος της ιδίας και όχι δια του συνηγόρου της. Δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να αιτιολογήσει τη σιγή απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 παρ. 2 του ΠΚ, ο οποίος προβλήθηκε αορίστως, χωρίς δηλαδή να αναφέρει τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά.




Αριθμός 2000/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ....., δικηγόρου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιαννακάκη, για αναίρεση της με αριθμό 1449/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1509/2006.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρ. 178 του ΠΚ, για την παραβίαση των σφραγίδων που έθεσε η αρχή, "όποιος με πρόθεση και αυθαίρετα θραύει ή βλάπτει σφραγίδα που έθεσε η αρχή για την κατάσχεση ή για τη φύλαξη κλεισμένων πραγμάτων ή εγγράφων ή για τη βεβαίωση της ταυτότητάς τους ή ματαιώνει με οποιονδήποτε τρόπο μια τέτοια σφράγιση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Για να τελεσθεί το πλημμέλημα τούτο αρκεί μία, οποιαδήποτε, από τις παραπάνω διαζευκτικά οριζόμενες πράξεις. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν αυτή περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με τη 1449/2006 απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που παραθέτει, κατά το είδος τους, δέχτηκε ανελέγκτως ότι προέκυψαν τα ακόλουθα κατά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά "Με την υπ' αριθμό 1289/2001 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηνών και την υπ' αριθμό ...... απόφαση του Δημάρχου Αθηνών ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας καταστήματος εστιατορίου επί της οδού ....... Ακολούθως, μετά από την απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, στις 16-10-2001, η αρμόδια Δημοτική αρχή έθεσε σφραγίδες για τη φύλαξη κλεισμένων πραγμάτων. Στις 1-11-2001, η δικηγόρος-κατηγορουμένη, που είναι νομική σύμβουλος της επιχειρήσεως, συνοδευόμενη από έναν ηλεκτρολόγο, αυθαίρετα, με πρόθεση, κατέστρεψε (έσπασε) τις σφραγίδες αυτές, που είχε θέσει η αρμόδια Αρχή και εισήλθε σ' αυτό, με σκοπό να ματαιώσει το σκοπό της σφράγισης. Επί τόπου μετέβησαν αμέσως υπάλληλοι του Δήμου Αθηναίων, οι οποίοι διαπίστωσαν την πλήρη αφαίρεση των σφραγίδων από την κατηγορουμένη.
Συνεπώς στοιχειοθετείται το αδίκημα αυτό κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση. Μετά από αυτά κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την πράξη αυτή της παραβιάσεως του άρθρου 178 του ΠΚ, με το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (άρθρο 84 παρ.2 εδ. ε΄ ΠΚ), και της επέβαλλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, προς 4,40 ημερησίως, διότι με αμετάκλητες αποφάσεις είχε καταδικασθεί σε ποινές φυλάκισης που υπερβαίνουν τους έξι μήνες. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την παραπάνω αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά.
Συνεπώς, το Εφετείο αιτιολόγησε ειδικά και εμπεριστατωμένα την ενοχή της κατηγορουμένης, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του ΚΠΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, ενώ κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι αντικείμενο του εγκλήματος δεν είναι μόνο η σφραγίδα καθεαυτή, αλλά και ο σκοπός της σφράγισης. Περαιτέρω στη σελίδα 6 της αναιρέσεως διαλαμβάνεται ότι από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτει ότι η παραβίαση της σφραγίδας στο κατάστημα έγινε προκειμένου ένας ηλεκτρολόγος να αφαιρέσει τα φωτιστικά του καταστήματος, ιδιοκτησίας του λειτουργούντος το κατάστημα. Η παραδοχή αυτή υπάγεται στην παραβίαση του άρθρου 178 του ΠΚ, αφού με τη σφράγιση σκοπείται η φύλαξη των πραγμάτων του καταστήματος, εκ περισσού δε στο σκεπτικό αναφέρεται, ώστε να καταστεί αδύνατη η επαναλειτουργία του. Η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλλε αίτηση αποσφραγίσεως, ώστε να αφαιρεθούν σύννομα τα φυλασσόμενα στο σφραγισμένο κατάστημα πράγματα, αλλά, όπως αιτολογημένα και ως προς το υποκειμενικό στοιχείο δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με πρόθεση προέβη στην αφαίρεση των σφραγίδων που είχε θέσει η αρμόδια Δημοτική αρχή.
Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 369 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, χωρίς να επεκταθεί και στο θέμα της ποινής, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ο οποίος (ή ο συνήγορος αυτού) έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή σε κάθε ποινική δίκη, η δε παραβίασή τους επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρ. 171 παρ. 1 εδ. δ΄ του ΚΠΔ, γιατί αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση το δικαστήριο επέτρεψε τη δια συνηγόρου εκπροσώπηση της απολειπομένης εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) και ο τελευταίος την εκπροσώπησε πλήρως. Η τοιαύτη όμως εκπροσώπηση δεν περιλαμβάνει και την κατ' άρθρο 366 ΚΠΔ απολογία της κατηγορουμένης, η οποία πρέπει να είναι προφορική και άμεση, διδομένη δια στόματος του ιδίου και όχι δια του συνηγόρου του, ο οποίος και δεν αποκτά και την ιδιότητα της κατηγορουμένης.
Συνεπώς δεν επήλθε στην προκείμενη περίπτωση ακυρότητα ιδρύουσα τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικα, από το ότι δεν κλήθηκε από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου ο εκπροσωπών την αναιρεσείουσα συνήγορος για να αναπτύξει την απολογητική θέση της κατηγορουμένης επί της κατ' αυτής κατηγορίας, αλλά δόθηκε σ' αυτόν ο λόγος μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και μίλησε τελευταίος σύμφωνα με τα άρθρα 333 παρ. 3, 369 παρ. 3 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στα οποία εκτίθεται ότι ο συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο, ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την αθώωση της πελάτισάς του. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο αμέσως μετά τη νομιμοποίησή του πληροφόρησε τον πληρεξούσιο της κατηγορουμένης ότι έχει το δικαίωμα να αντιτάξει στην κατηγορία πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του και ότι μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την έρευνα οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου. Δεν προκύπτει όμως από τα πρακτικά παράβαση του άρθρ. 358 του ΚΠΔ. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, το ανωτέρω γεγονός της συνδρομής των περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (εδάφιο β΄), "το ότι ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια". Για την περίσταση αυτή, ως μη ταπεινά αίτια νοούνται εκείνα, που δεν μαρτυρούν διαστροφή χαρακτήρα και δεν αντιτίθενται στην κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται ν΄ απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός τους κατηγορουμένου για αναγνώριση της από το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως, που προτείνεται, κατ΄ άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος με την έννοια ότι δεν συνοδεύεται με επίκληση των θεμελιούντων τούτον πραγματικών περιστατικών. Επομένως, είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Β΄ ΚΠΔ τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση Δικαστήριο, παρέλλειψε να αποφανθεί επί του αιτηθέντος ελαφρυντικού του άρθρ. 84 παρ.2 β΄ ΠΚ, δεδομένου ότι, καθώς διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναγνώριση του προμνημονευθέντος ελαφρυντικού, απλώς επικαλούμενος το άρθρ. 84 παρ. 2 β ΠΚ, χωρίς να αναφέρει και να επικαλεσθεί τα θεμελιούντα τον αυτοτελή της αυτόν ισχυρισμό, πραγματικά περιστατικά και έτσι, δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να απαντήσει και δη να αιτιολογήσει τη σιγή απόρριψή του. Είναι συνεπώς απορριπτέος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της έλλειψης ακροάσεως. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει ν΄ απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-9-2006 αίτηση της ..... για αναίρεση κατά της 1449/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ