Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 312 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.




Περίληψη:
Παράβαση άρθρ. 1 ΑΝ 86/67. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Προϋποθέσεις εφαρμογής Ν. 3518/2007. Η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 3551/2007 δεν είναι επιεικέστερη του άρθρ. 1 παρ. 1,2 ΑΝ 86/67 και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ.




Αριθμός 312/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της ΑΤ4603/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 82/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ΑΤ 4603/2007 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αναφερόμενων στο σκεπτικό αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο κατηγορούμενος, όπως δεν αμφισβητείται, οφείλει με πρόθεση στο ΙΚΑ, για το διάστημα από τον Αύγουστο του 1999 μέχρι τον Ιανουάριο του 2000, τα ποσά των 22.177,94 ευρώ και των 11.088,97 ευρώ, που αφορούν αντίστοιχα εργοδοτικές και εργατικές ασφαλιστικές εισφορές, με τις συνθήκες και λοιπές περιστάσεις που εξειδικεύονται στο διατακτικό" και στη συνέχεια τον κήρυξε ένοχο διότι, "στις 21-3-2000, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "Χ", και είδος επιχείρησης "Ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευές πλοίων" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 8/99 έως 1/2000 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις ως άνω εισφορές ύψους 33.266,91 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, τις οποίες και δεν κατέβαλε" και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Αβασίμως υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα ότι το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε συνεκτίμησε, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Α, σε συνδυασμό με την από 30-4-2007 αίτηση του ιδίου για ρύθμιση των οφειλών του προς το Ι.Κ.Α., με βάση τα άρθρα 28 και 32 του Ν. 3518/2007, καθόσον, στα αναφερόμενα κατ' είδος, στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδεικτικά μέσα, περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα και η προαναφερόμενη κατάθεση της ως άνω μάρτυρος. Εξάλλου, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων η από 30-4-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος προς το ΙΚΑ και συνεπώς δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ούτε ζητήθηκε, άλλωστε, η ανάγνωσή της από το συνήγορο του αναιρεσείοντος, πέρα από το γεγονός ότι, προκειμένου ο αναιρεσείων να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 3518/2006, για τη ρύθμιση της οφειλής του προς το Ι.Κ.Α., θα έπρεπε να είχε υποβάλει σχετική αίτηση μέχρι τις 31-3-2007 και αυτός, σύμφωνα με όσα ήδη, οψίμως, ισχυρίζεται, την υπέβαλε εκπροθέσμως στις 30-4-2007, επιπρόσθετα δε θα έπρεπε να είχε προκαταβάλει και το 3% της οφειλής του, πράγμα το οποίο δεν ισχυρίζεται ότι έπραξε και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 παρ. 1, 375 παρ. 1 Π.Κ. και προς το άρθρο 9 του Ν. 3.551/2007 και τον καταδίκασε για τα αδικήματα της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τον κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύοντα επιεικέστερο νόμο και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 3551/2007, σύμφωνα με την οποία ανεστάλη η καταβολή των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών που οφείλονται στο Ι.Κ.Α. και επομένως δεν υπεχρεούτο ο ίδιος να καταβάλει στο ως άνω Ίδρυμα της οφειλόμενες μέχρι τις 31-3-2007 ασφαλιστικές εισφορές, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα. Η επιχείρηση την οποία διατηρεί ο αναιρεσείων (επισκευής και συντήρησης πλοίων) υπάγεται σε εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 3551/2007, με τη διάταξη του άρθρου 9 του οποίου ανεστάλη η καταβολή των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών, που οι επιχειρήσεις αυτές όφειλαν μέχρι 31-3-2007 στο Ι.Κ.Α., με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση, ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα καταβάλλουν εμπρόθεσμα στον ανωτέρω ασφαλιστικό φορέα, τις τρέχουσες από 1ης Απριλίου 2007 μηνιαίες εισφορές. Από την άποψη αυτή, οι διατάξεις αυτές δεν αποτελούν ηπιότερο νόμο κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., ώστε να εφαρμοσθούν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πέρα από αυτά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ο αναιρεσείων, στην περίπτωση που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9 του Ν. 3551/2007, θα έπρεπε να ζητήσει την δια του συνηγόρου του αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεώς του, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης, αποδεικνύοντας συγχρόνως ότι είχε καταβάλει εμπρόθεσμα προς το Ι.Κ.Α. τις τρέχουσες, από 1-4-2007 και εφεξής, ασφαλιστικές, εισφορές πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. Α.Τ. 4603/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή