Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 130 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Κατηγορούμενος, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Λόγοι αναίρεσης: 1) Ανάγνωση μαρτυρικών καταθέσεων μη εμφανισθέντων μαρτύρων - ακυρότητα, 2) Παράβαση άρθρου 211 Α ΚΠΔ, 3) Έλλειψη αιτιολογίας, 4) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτονται όλοι οι λόγοι.




Αριθμός 130/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Μαρούπα, για αναίρεση της με αριθμό 855/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 23 Ιανουαρίου 2008 δικογράφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.645/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι καμία ακυρότητα δεν δημιουργείται αν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία και αν ακόμη δεν βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα κ.λ.π.) εφόσον δεν εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος. Η λήψη υπόψη τέτοιας κατάθεσης από το δικαστήριο παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. Δ' της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στο μάρτυρα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάθεση αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση μίας τέτοιας κατάθεσης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρώτος των προσθέτων αυτής λόγων, με τους οποίους ο αναιρεσείων διατείνεται ότι απαραδέκτως ανεγνώσθησαν οι από 19.5.2004 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων - αστυνομικών Α και Β, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι καταθέσεις αυτές ανεγνώσθησαν χωρίς εναντίωση του αναιρεσείοντος, ούτε αποτελεί εναντίωση το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος "να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεση του αστυνομικού Α, διότι προέρχεται από διηγήσεις του κατηγορουμένου Χ3".
ΙΙ. Η απαιτούμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματική περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί vα συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 211Α του Κ.Ποιν.Δ., κατά την οποία "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι ο νομοθέτης, θεωρώντας διαβλητή και αμφίβολης ειλικρίνειας την μαρτυρική κατάθεση και την απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, υποδεικνύει στο δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου στην ύπαρξη μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, έτσι ώστε όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε τέτοιας μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, να ελέγχεται αναιρετικά για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 855/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ήτοι για αγορά, κατοχή και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, ήτοι για παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1-3 πιν.Α5, 5 παρ. 1β', ζ', 14 παρ. 4 στοιχ. Β' του Ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, την 20.00' ώρα της 18.5.2004, στην Αθήνα και εις την Λεωφόρο ....., εις το ύψος της αντιπροσωπείας MERCEDES, αγόρασε από ομοεθνή του (Αλβανίδα) ονόματι "Γ", αγνώστων λοιπών στοιχείων, αντί αγνώστου τιμήματος, ποσότητα ηρωΐνης 510 γραμμαρίων, την οποίαν ο ίδιος προόριζε προς εμπορίαν. Την ποσότητα αυτή ο κατηγορούμενος κατείχε, αφού είχε την φυσική εξουσίασή της και την επ' αυτής πρακτική κυριαρχία, από κοινού με τον τρίτο κατηγορούμενο Χ3, ο οποίος και μετά επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Χ1, μετέβη εις το άνω σημείο και παρέλαβε το ανωτέρω δέμα της ηρωΐνης, ήτοι υπήρχε φυσικός δόλος εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητος της ηρωΐνης. Και τούτο διότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος και εν προκειμένω υφίσταται συγκατοχή κατ' άρθρον 95 Π.Κ., η οποία είναι δυνατή, όταν ο κάθε συναυτουργός αποδέχεται ή θέλει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτούς, γνωρίζων ότι και ο έτερος πράττει με δόλο, αμφότεροι δε ηδύναντο απόλυτα και ανελλιπώς να την παρακολουθούν και την ελέγχουν προς δε να την αναλαμβάνουν εύκολα και οποτεδήποτε ήθελαν με τη δυνατότητα της διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεώς της. ’λλωστε η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, όπως εν προκειμένω (Α.Π. 67/2000 Ποιν.Χρον. Ν' 204, Α.Π. 226/2000 Ποιν.Χρον. Ν' 671), λαμβανομένου υπ' όψη ότι ο κατηγορούμενος Χ1 κατηύθυνε τον κατηγορούμενο Χ3 με υποδείξεις και συνεχείς εντολές και παρατηρήσεις, στο συγκεκριμένο σημείο στο ....., όπου μετέφερεν ο τελευταίος την ηρωΐνη (προκειμένου να την πωλήσει ο Χ1 εκεί) με το υπ' αριθμ. ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας FIAT UNO. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος Χ1την ηρωΐνη αυτή των 510 γρμ. ποσεπάθησε να την πουλήσει στον δεύτερο κατηγορούμενο αθίγγανο Χ2, έξω από το τροχόσπιτο αυτού, στη συμβολή των οδών ..... και ....., με τον οποίον (Χ2) ο Χ1 είχε προσυμφωνήσει την πώληση αυτή και εις τον οποίον, Χ2, θα την παρέδιδε ο Χ3 (για λογαριασμό του Χ1). Όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως αυτού (Χ1), διότι καθ' όν χρόνον επρόκειτο να παραδώσει την ηρωΐνη ο Χ3 στον Χ2 επενέβησαν οι αστυνομικοί και ο μεν Χ3την έριξε εκτός του αυτοκινήτου, ο δε Χ2 εξήλθε από το παράθυρο του τροχόσπιτού του και ετράπη σε φυγή, προς τον καταυλισμό, εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι (βλ. αναγν. κατάθ. Β). Εντεύθεν και ο Χ2 απεπειράθη να αγοράσει την ηρωΐνη 510 γραμμ. υπό τις αμέσως ανωτέρω συνθήκας, τόπο και χρόνο, την τοιαύτη δε απόπειρα αγοράς ετέλεσεν ως τοξικομανής, έχων, ήτοι αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και μη δυνάμενος να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ως εκρίθη και πρωτοδίκως. Ο κατηγορούμενος Χ1ισχυρίζεται ότι δεν έχει σχέση με τα ναρκωτικά, ότι "την 18.5.2004 το απόγευμα είχε τα γενέθλια του γιού του, έψηνε μπριζόλες και από την χαρά του έπαιρνε όλους τηλέφωνο και πήρε και τον Χ3 για να ρωτήσει για κάποια δουλειά, τον πήρε δύο φορές αλλά δεν μίλησαν" και τούτο για να δικαιολογήσει τις συχνές τηλεφωνικές συνομιλίες, μεταξύ Χ3 και Χ1, από ώρα 20.00'μέχρι 22.15' της 18.5.2004, που οι αστυνομικοί εύρον στα κινητά των τηλέφωνα, όταν δηλαδή ο Χ1 κατηύθυνε τον Χ3 πώς, πότε και από πού θα παραλάβει ο τελευταίος την ηρωΐνη? όμως ταύτα δεν πείθουν, ενόψει των άνω αποδειχθέντων (ο ίδιος ο Χ3, εξάλλου, δέχεται την μεταφορά, την οποίαν του πρότεινε ο Χ1 και δέχτηκε να πάει στη Λεωφ. ....., στην αντιπροσωπεία της MERCEDES και να τον πάρει τηλέφωνο και πίστευε ότι θα ήταν ινδική κάνναβη, (βλ. απολογία του νυν). Επίσης ο ανωτέρω Χ1 δεν εξηγεί, γιατί ενώ την συγκεκριμένη ημέρα, των γενεθλίων του γιού του, τηλεφώνησε στον Χ3 για δουλειές και μόνο, πώς ο τελευταίος αυτός ευρέθη στο συγκεκριμένο σημείο, έξω από το τροχόσπιτο του Χ2, με την ηρωΐνη μαζί του για να την δώσει σ'αυτόν, με τον οποίον βέβαια είχε προσυνεννοηθεί ο κατηγορούμενος (Χ1). Μετά πάντα ταύτα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ο Χ1, αγοράς, κατοχής από κοινού, απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ως μη τοξικομανής, ο Χ2ς αποπείρας αγοράς ως τοξικομανής και ο Χ3κατοχής από κοινού, μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών ως μη τοξικομανής. Εις έναν έκαστον κατηγορούμενο θα επιβληθεί μία ποινή, εφ' όσον αντικείμενο των περισσοτέρων πράξεων είναι η αυτή ποσότης ναρκωτικής ουσίας, κατά την επιμέτρηση της οποίας θα ληφθεί υπόψη η συνολική εγκληματική δραστηριότητα ενός εκάστου και θα αυξηθεί η ποινή κατά το ελάχιστον όριον, ποινή ηλαττωμένη κατ' άρθρον 83 Π.Κ., όσον αφορά το Χ1, διότι ούτος μέχρι του χρόνου τελέσεως των άνω πράξεών του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2αΠ.Κ.) και όσον αφορά τον Χ3, διότι ούτος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια δια τις πράξεις του και επεδίωξε να μειώσει ή να άρει τις συνέπειές των (άρθρο 84 παρ. 2δ' Π.Κ.). Ο εκ του άρθρου 211Α ΚΠοινΔ ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, κατά το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου" και εν προκειμένω μόνη η απολογία του Χ3 δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του Χ1, πρέπει να απορριφθεί διότι η τελευταία αυτή δεν απετέλεσε το μοναδικό στοιχείο της ενοχής του, αλλ' ούτος κατεδικάσθη από όλα τα άνω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα (πλην της περικοπής της από 19/5/2004 ενόρκου εξετάσεως του ..... που αναφέρει όσα υποστήριξε ο Χ3)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και του επιβλήθηκε όμως μια ποινή, διότι τα εγκλήματα αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (άρθ. 20 παρ.2 Ν. 3459/2006), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίου υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α , 27 παρ. 1 Π.Κ., 4 παρ. 1, 3 πιν. Α5, 5 παρ. 1β', ζ', 14 παρ. 4 στοιχ. Β' του Ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό, το οποίο συμπληρώνονται από το διατακτικό, υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας με αναφορά σε περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αγόρασε την ποσότητα των 510 γραμμαρίων ηρωΐνης από ομοεθνή του, χωρίς να απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός του τιμήματος της αγοράς, εξειδικεύεται πλήρως η φυσική εξουσίαση του αναιρεσείοντος, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ3, με αναφορά στον διαπιστωθέντα κοινό δόλο αμφοτέρων, επί της ποσότητας αυτής, εις τρόπον ώστε να μπορούν αμφότεροι, σε κάθε στιγμή, να διαπιστώνουν την ύπαρξή της, καθώς και ότι ο αναιρεσείων, με παράθεση πραγματικών περιστατικών και συναφή αιτιολογία, προσεπάθησε να πωλήσει την ποσότητα αυτή της ηρωΐνης στον συγκατηγορούμενό του Χ2, πλην, όμως, αυτό δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί, από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του αναιρεσείοντος, καθόσον επενέβησαν οι αστυνομικοί οι οποίοι επόπτευαν την περιοχή της συναλλαγής. Τέλος, αιτιολογείται πλήρως, γιατί η απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Χ3, δεν απετέλεσε το μοναδικό στοιχείο της εξανεχθείσας κρίσης για την ενοχή του αναιρεσείοντος, αλλ' ότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύονται. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθώς και των προσθέτων αυτής λόγων, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. 286/21.3.2007 αίτηση και τους από 24.1.2008 πρόσθετους αυτής λόγους του Χ1 για αναίρεση της υπ' αρ. 855/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή