Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1739 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Επιταγή. Λόγος αναιρέσεως: Υπέρβαση εξουσίας, ήτοι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, διότι, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα η ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη ως εκ του ότι η έγκληση δεν ασκήθηκε από τον τελευταίο κομιστή, αλλά από τον εξ αναγωγής υπόχρεο, εν τούτοις το Δικαστήριο την έκρινε παραδεκτή και προχώρησε στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως και κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο. Απορρίπτει την αναίρεση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1739/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παπαβασιλείου, περί αναιρέσεως της 3580/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 711/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά, με το άρθρο 4 παρ.1 περ.Α του ν.2408/1996, που ισχύει από 4-6-1996, ορίστηκε ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται η παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε τον κάτωθι αυτοτελή ισχυρισμό: "Δικαιούχος της έγκλησης μπορεί να είναι μόνον ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή και όχι οποιοσδήποτε άλλος, που έγινε κομιστής εξ αναγωγής, όπως ακριβώς στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, δεν εφαρμόζεται και δεν είναι δυνατόν να έχει αναδρομική ισχύ στη συγκεκριμένη υπόθεση, και αν εφαρμοσθεί φέρνει σε δυσμενέστερη θέση τον κατηγορούμενο. Τυχόν ισχυρισμός, ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, είναι ερμηνευτική, δεν ευσταθεί, γιατί κανείς νόμος δεν είναι ερμηνευτικός. Άλλωστε, με το άρθρο 21 του ίδιου Νόμου, η ισχύς αυτού άρχεται από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, εκτός αν σε επί μέρους διατάξεις ντου ορίζεται διαφορετικά, γεγονός το οποίο, γραμματικά ερμηνευμένο, αποκλείει τη αναδρομική ισχύ". Το Πλημμελειοδικείο απέρριψε, κατά πλειοψηφία τον ως άνω ισχυρισμό, με τις εξής σκέψεις: "Με το άρθρο 4 παρ. 1α ν. 2408/1006 (ΦΕΚ Α' 104/4.6.2006) προστέθηκε η παράγραφος 5 στο άρθρο 79 ν. 5960/1033, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Στη συνέχεια, η ως άνω παράγραφος αντικαταστάθηκε από το άρθρο 22 ν. 2721/1999 (ΦΕΚ Α' 112/3.6.1999) και πρόσφατα από το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006 (ΦΕΚ Α' 135/4.7.2006), σήμερα δε έχει το εξής περιεχόμενο: Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.). Με την τελευταία ως άνω διάταξη, αίρεται η νομολογιακή διάσταση σχετικά με το δικαιούμενο να υποβάλει έγκληση κομιστή της επιταγής και καθίσταται πλέον σαφές ότι και οι προηγούμενοι κομιστές της επιταγής έχουν δικαίωμα προς υποβολή εγκλήσεως, διότι, αφ' ενός μεν, η ερμηνεία αυτή δεν προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 2408/1996, όπου δεν γίνεται λόγος για τελευταίο κομιστή της επιταγής, αφ' ετέρου δε, συνάδει με το σύνολο των διατάξεων του ν. 5960/1933, ιδίως δε με αυτές των άρθρων 19 (κατά το οποίο ως κομιστής θεωρείται όποιος στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, νόμιμος δε κομιστής είναι ακόμη και ο απλός κάτοχος) και 40, 42, 44 και 46 (με τα οποία θεσμοθετείται το καθεστώς όλων των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, οι οποίοι, εφόσον τους επιστραφεί η επιταγή, γίνονται εκ νέου κομιστές αυτής και κατά τούτο αμέσως παθόντες εκ της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και δη συγχρόνως με την τέλεση αυτής). Με την πρόσφατη νομοθετική αντικατάσταση της διάταξης, η κατά νόμο έννοια του κομιστή δεν ταυτίζεται απολύτως με τον τελευταίο νόμιμο κάτοχο αυτής, που εμφανίζει την επιταγή προς πληρωμή, η δε κατοχή της επιταγής, μετά τη βεβαίωση περί της μη πληρωμής της από άλλο υπόχρεο εξ αυτής (οπισθογράφο), καθιστά αυτόν κομιστή της επιταγής, δικαιούμενο σε έγκληση και όχι απλώς κάτοχο έγγραφης απόδειξης οφειλής κατά των λοιπών υποχρέων. Κατά συνέπεια ο ν. 3472/2006 δεν κατέστησε τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 9 ν. 5960/1933 δυσμενέστερη για τους εκδότες ακάλυπτων επιταγών, αφού δικαίωμα έγκλησης, κατά νόμο, είχαν και οι εξ αναγωγής υπόχρεοι προς πληρωμή ορισμένης επιταγής, οι οποίοι είχαν εξοφλήσει την επιταγή και είχαν γίνει κομιστές της, η δημιουργηθείσα δε "ευμενής" για τον εκδότη ακάλυπτης επιταγής χορήγηση δικαιώματος εγκλήσεως μόνο στον τελευταίο κομιστή, οφειλόταν αποκλειστικά στη νομολογιακή διάσταση". Ακολούθως, το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 3580/2006 αποφάσεως, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, στη ...., ως πρόεδρος ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ''ΙΝΤΕΡΦΑΡΜΑ ΑΕ'', την 20 Δεκεμβρίου 2001, εν γνώσει του, εξέδωκε επιταγή που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή, διότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, δηλαδή εξέδωκε την υπ' αριθμ. ....... επιταγή πληρωτέα παρά της Αγροτικής Τράπεζας για δραχμές 5.000.000, η οποία ενώ εμφανίστηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα την 24.12.2001 δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρίσματος. Στη διάρκεια της δίκης τούτης, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε καθόλου, διαμέσου του συνηγόρου του, τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι το γεγονός ότι στις 20.12.2001, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΦΑΡΜΑ ΑΕ, εξέδωσε την επίδικη τραπεζική επιταγή, ποσού 5.000.000 δραχμών, σε διαταγή του, και ότι στη συνέχεια μεταβίβασε την επιταγή αυτή στην ήδη εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία ..... ΟΕ, και ότι, μολονότι η επιταγή αυτή εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε, διότι δεν είχαν τεθεί αντίστοιχα χρηματικά ποσά στη διάθεση της πληρώτριας. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε καθόλου ότι υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος, ο οποίος κατέστησε αδύνατη την πληρωμή της επίδικης επιταγής και ο οποίος μπορεί να αξιολογηθεί ως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ.". Δηλαδή, δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος νομιμοποιείται προς υποβολήν εγκλήσεως κατ' εκείνου που εξέδωσε ακάλυπτη επιταγή και, επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη, με βάση την έγκληση της εταιρείας "........ Ο.Ε." (για την οποία, άλλωστε δεν γίνεται λόγος αν αυτή ήταν εξ αναγωγής κομίστρια), ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο μοναδικός ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου χ1, κατά της 3580/2006 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ