Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 4 / 2002    (In full composition, Penal Cases)

Θέμα
Προθεσμία, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αφετηρία της προθεσμίας εφέσεως και αναιρέσεως μπορεί να αποτελέσει και η επίδοση αποσπάσματος της αποφάσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ και τη γενικότητα της διατυπώσεώς της προκύπτει ότι δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της οι επιβαλλόμενες με την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου αυτού επιδόσεις και γι’ αυτό μπορεί να αποτελέσει εγκύρως αφετηρία της προθεσμίας της εφέσεως( σύμφωνα με την ΑΠ Ολομ.3/2002) και της προθεσμίας της αναίρεσης (σύμφωνα με την ΑΠ Ολομ. 4/2002) και μόνη η επίδοση του εγγράφου της γραμματείας του δικαστηρίου ή αποσπάσματος της αποφάσεως που να περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, ήτοι τον αριθμό της αποφάσεως, την παραβιασθείσα διάταξη, η οποία μπορεί να αναφέρεται, είτε αριθμητικώς, είτε και με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό της, και την ποινή που έχει επιβληθεί, αφού και με την επίδοση αυτή εξυπηρετούνται πλήρως τα δικονομικά δικαιώματα του καταδικασθέντος κατηγορουμένου. Επομένως η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν προσκρούει, ούτε σε συνταγματική, ούτε σε άλλη διασφαλιστική των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διάταξη, ούτε στις θεσπιζόμενες με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχές της δίκαιης δίκης αφού ο κατηγορούμενος δεν εμποδίζεται στην πρόσβαση στο δικαστήριο, ούτε στερείται του αναγκαίου χρόνου και ευκολιών, για την προετοιμασία και την άσκηση της εφέσεως και για την εν γένει υπεράσπιση του.(Ολομ. ΑΠ 3/2002, Ποιν.Χρον.ΝΒ. 692 Ποιν. Δικ.2002. 359 και 361). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 4/2002

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ – Α' ΣΥΝΘΕΣΗ(ΠΟΙΝΙΚΗ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Θεόδωρο Τόλια, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Κάπο, Αντιπροέδρους, Κωνσταντίνο Κωστήρη, Αρχοντή Ντόβα, Στυλιανό Μοσχολέα, Δημήτριο Σουλτανιά, Δημήτριο Λινό, Στυλιανό Πατεράκη, Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αχιλλέα Ζήση, Ιωάννη Βερέτσο, Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη-Εισηγητή, Θεόδωρο Τζέμο, Χρήστο Μαυρογένη, Αναστάσιο Πράσσο και Δημήτριο Γυφτάκη, Αρεοπαγίτες, κωλυομένων των λοιπών Αρεοπαγιτών.
Με την παρουσία και του Εισαγγελέως Διονυσίου Κατσιρέα και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 21η Φεβρουαρίου 2002, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Στυλιανό Παπαλόη και Νικόλαο Ανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 48734/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 48734/1999 απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή.
Και ο αναιρεσείων ζητάει τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2001 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1878/2001.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 67/2002 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους του αναιρεσείοντος που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με την 67/2002 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμπεται στην Τακτική Ολομέλεια, λόγω διαφοράς μιας μόνο ψήφου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως προς το ζήτημα αν αυτή ασκήθηκε εμπροθέσμως ή μη ενόψει της επιδόσεως στον αναιρεσείοντα αποσπάσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1 εδ. α' και εδ. β' ΚΠΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 1653/1986 «όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης» και με την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 969/1979, ορίζεται ότι: «Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου». Περαιτέρω, το ένδικο μέσο που ασκείται μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι τόσο για τον παρόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως διάδικο , όσο και για τον απόντα κατ' αυτήν η προθεσμία της αναιρέσεως δεν μπορεί να αρχίσει πριν από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό ως άνω βιβλίο, και τούτο διότι, κατά την αντίληψη του νομοθέτη δεν είναι δυνατή η άσκηση της αναιρέσεως αν δεν έχει συνταχθεί το πλήρες κείμενο της αποφάσεως και των πρακτικών της, αφού χωρίς αυτό δεν μπορούν να διαπιστωθούν οι τυχόν υπάρχουσες αναιρετικές πλημμέλειες, από εκείνες που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Από τις διατάξεις των εδαφίων α ' και β ' της παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠΔ, οι οποίες δεν ορίζουν αν η απαγγελία της απόφασης και η επίδοσή της πρέπει να αφορούν το πλήρες περιεχόμενό της, δεν προκύπτει ότι απαιτείται αναγκαίως να επιδοθεί στον απόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως διάδικο πλήρες αντίγραφό της. Διότι πρόδηλος σκοπός της επιδόσεως είναι να γνωστοποιηθεί σ' αυτόν το αποτέλεσμα της δίκης για να μπορέσει να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, επομένως η επίδοση αναπληρώνει την κατά την απαγγελία της αποφάσεως ελλείπουσα παρουσία του, η δε απαγγελία της αποφάσεως στο ακροατήριο περιορίζεται στο διατακτικό, και στο διάδικο απόκειται, όταν καταρτισθεί το σκεπτικό και γίνει η σχετική καταχώριση στο βιβλίο, να επιμεληθεί αυτός να λάβει, μέσω της γραμματείας, γνώση αυτού και αντίγραφο. Πράγματι, ερμηνευτική εκδοχή ότι για την εγκυρότητα της επιδόσεως απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ανακοινώνονται προφορικώς στο ακροατήριο, δεν δικαιολογείται διότι ο απολειπόμενος διάδικος δεν μπορεί να έχει ευνοϊκότερη μεταχείριση από τον παρόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως. Επιπλέον στην παρ. 5 του άρθρου 142 ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 663/1977, ορίζεται ότι: «όπου από τις διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται επίδοση αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης ποινικού δικαστηρίου σ' αυτόν που καταδικάσθηκε, αντί γι' αυτήν μπορεί να επιδοθεί έγγραφο της γραμματείας του δικαστηρίου, που περιέχει τον αριθμό της απόφασης, της διατάξεως που παραβιάστηκε και την ποινή που επιβλήθηκε. Η επίδοση αυτού του εγγράφου έχει τις συνέπειες της επίδοσης αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης». Από τη διάταξη αυτή και τη γενικότητα της διατυπώσεώς της προκύπτει ότι δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της οι επιβαλλόμενες με το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ επιδόσεις και γι' αυτό μπορεί να αποτελέσει εγκύρως αφετηρία της προθεσμίας της αναιρέσεως και μόνη η επίδοση του «εγγράφου» της γραμματείας του δικαστηρίου, δηλαδή αποσπάσματος της τελεσίδικης αποφάσεως που να περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, ή συνοπτική αναφορά του διατακτικού της σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως επί απορρίψεως της εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτης, εφόσον βεβαίως έχει προηγηθεί η καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας, σε αντίθετη δε περίπτωση, η προθεσμία αφετηριάζεται από την καταχώριση. Με την επίδοση αποσπάσματος εξυπηρετούνται πλήρως τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος, γνωρίζοντας το αποτέλεσμα της δίκης και τον αριθμό της αποφάσεως, έχει την δυνατότητα να λάβει αμέσως γνώση του όλου περιεχομένου της αποφάσεως και των πρακτικών, καθώς επίσης πλήρες αντίγραφο τούτων, ώστε να διαπιστώσει τις τυχόν υφιστάμενες πλημμέλειες που κατά την κρίση του στηρίζουν αναιρετικούς λόγους και να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, είτε αμέσως μετά την επίδοση είτε και μετά την, τυχόν μεταγενέστερη αυτής, καταχώριση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, εξομοιουμένος με τον παρόντα κατά την απαγγελία του διατακτικού της αποφάσεως διάδικο. Με τα δεδομένα αυτά , η εκδοχή ότι η επίδοση αποσπάσματος της αποφάσεως, περιέχοντος τα προαναφερόμενα στοιχεία, αρκεί, σε συνδυασμό και με την καταχώριση της τελευταίας στο ειδικό βιβλίο, για να θέσει εγκύρως σε κίνηση την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, δεν αντίκειται σε συνταγματική ή σε άλλη, διασφαλιστική των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διάταξη, ούτε παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης που θεσπίζονται με την υπερεθνικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αφού ο κατηγορούμενος ούτε εμποδίζεται στην πρόσβασή του στο δικαστήριο, ούτε στερείται του αναγκαίου χρόνου και ευκολιών για την προετοιμασία και την άσκηση του ενδίκου μέσου και την εν γένει υπεράσπισή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 48734/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 61188/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 500.000 δρχ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Η τελεσίδικη αυτή απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του δικαστηρίου στις 19.10.1999. Στις 9.2.2000 και στις 15.3.2000 επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και στον αντίκλητό του (που διορίσθηκε με την έφεση), αντιστοίχως, απόσπασμά της, που περιέχει το ονοματεπώνυμο του αναιρεσείοντος, τον αριθμό και τη χρονολογία της αποφάσεως, την κρίση του δικαστηρίου περί απορρίψεως της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, συνοπτική μνεία του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάσθηκε πρωτοδίκως και τις ποινές που επιβλήθηκαν. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος ενώπιον του δικαστικού γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 2 Ιουλίου 2001, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της. Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, η αίτηση ασκήθηκε εκπροθέσμως και γι' αυτό είναι απαράδεκτη. Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν άρχισε, με τις προαναφερόμενες επιδόσεις, η δεκαήμερη προθεσμία εκ του λόγου ότι δεν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα ούτε στον αντίκλητό του πλήρες αντίγραφο της αποφάσεως, αλλά μόνο απόσπασμά της είναι αβάσιμος.
Όμως δυο μέλη του Δικαστηρίου αυτού, ήτοι ο Αντιπρόεδρος Αντώνιος Παπαθεοδώρου και ο Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μοσχανδρέου έχουν την εξής γνώμη: Από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1 εδ. α' και β' και 3 εδ. α' Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η δεκαήμερη προθεσμία της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' εκδοθείσας ερήμην του κατηγορουμένου αποφάσεως, ο οποίος διαμένει στην ημεδαπή και είναι γνωστής διαμονής, αρχίζει (άρθρο 166 παρ. 2 ΚΠΔ) από την επομένη ημέρα από εκείνη, κατά την οποία έγινε, όπως απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις, η επίδοση του πλήρους αντιγράφου της καταχωρισθείσας καθαρογραφημένης στο τηρούμενο από την αρμόδια γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου τελεσίδικης αποφάσεως και υπό την προϋπόθεση, ότι η μνημονευθείσα επίδοση είναι νόμιμη και έγκυρη. Έτσι αυτή δεν συντελείται εγκύρως αν στον κατηγορούμενο κοινοποιηθεί το περιλαμβάνον μόνο το διατακτικό της αποφάσεως απλούν απόσπασμα αυτής, γιατί η επίδοσή του αποκλείεται ρητώς από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, των αποσκοπουσών στην πλήρη προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, των αναγομένων στη δυνατότητα της λήψεως πλήρους γνώσεως του όλου περιεχομένου της ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου διεξαχθείσας αποδεικτικής διαδικασίας, του σκεπτικού και του διατακτικού της τελεσίδικης αποφάσεως και της εντεύθεν θεμελιώσεως λόγων για την άσκηση της αναιρέσεως. Επομένως η επίδοση αποσπάσματος της αποφάσεως δε δύναται να αναπληρώσει την επιβαλλομένη από το νόμο κοινοποίηση ολόκληρης της αποφάσεως προς τον κατηγορούμενο και έτσι, λόγω ελλείψεως έγκυρης επιδόσεως, δεν αρχίζει να τρέχει η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Τα ανωτέρω εκτεθέντα δεν αναιρούνται εκ του ότι το άρθρο 142 παρ. 5 Κ.Π.Δ. επιτρέπει, αντί της επιδόσεως αντιγράφου ή αποσπάσματος της αποφάσεως, την επίδοση εγγράφου της γραμματείας του δικαστηρίου, περιέχοντος τον αριθμό της αποφάσεως, την παραβιασθείσα διάταξη και την ποινή, γιατί το αναφερθέν άρθρο δεν εξομοιώνει την έννοια του αντιγράφου της αποφάσεως με εκείνου του αποσπάσματος αυτής. Επιπλέον με την τελευταία διάταξη, την προστεθείσα με το άρθρο 5 του ν. 663/1977, επιδιώχθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η απλούστευση της καθαρογραφής των αποφάσεων του πταισματοδικείου και η μέλλουσα μηχανοργάνωσή τους, και γι' αυτό και η γνωστοποίηση της αποφάσεως με τον τρόπο αυτό είναι δυνητική. Έτσι η διάταξη αυτή δε δύναται να εφαρμοστεί για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Τέλος, η ερμηνευτική εκδοχή, ότι η επίδοση μόνο του αποσπάσματος της αποφάσεως στον κατηγορούμενο αρκεί για να θέσει εγκύρως σε κίνηση την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, προσκρούει ευθέως στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., γιατί παραβιάζει τις υπό της ανωτέρω διατάξεως θεσπιζόμενες αρχές της δίκαιης δίκης και διακωλύει την πρόσβαση του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη. Επομένως τα επιδοθέντα κατά τις 9-2-2000 και 15-3-2000 στον αναιρεσείοντα και στον διορισθέντα με την έφεση αντίκλητό του αποσπάσματα της εκδοθείσας υπό του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών 48734/1999 αποφάσεως δεν επήνεγκαν την αναπλήρωση της επιβαλλομένης κοινοποιήσεως ολόκληρης της αποφάσεως και γι' αυτό, λόγω ελλείψεως έγκυρης επιδόσεως, δεν άρχισε, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, να τρέχει η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, η οποία, για το λόγο αυτό, έπρεπε να θεωρηθεί ως ασκηθείσα παραδεκτώς, αφού δε δημιουργήθηκε έγκυρο αφετήριο χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας.

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 2 Ιουλίου 2001 αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου .... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 48734/18.6.1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2002.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2002.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ