Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1632 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ε.Σ.Δ.Α., Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και για παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.




Αριθμός 1632/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργακάκη, περί αναιρέσεως της 140/2007 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 18 Δεκεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1891/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 140.2007 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά: "Την 19η Νοεμβρίου 2005, το Υποβρύχιο [Υ/Β] "ΠΟΣΕΙΔΩΝ" στο οποίο υπηρετούσε ο κατηγορούμενος με τα καθήκοντα του Υπολόγου της Επιστασίας ’ρμενων (καθήκοντα Ναυκλήρου), βρισκόταν ελλιμενισμένο [εν ορμώ, όχι υπό κατάδυση αλλά στην επιφάνεια της θάλασσας] στο Ναύσταθμο Κρήτης με σκοπό την εκτέλεση επ' αυτού εργασιών συντήρησης και επισκευής. Στα πλαίσια της διαδικασίας συντήρησης και επισκευής του Υ/Β, ο κατηγορούμενος, Ανθυπασπιστής (ΑΡΜ) είχε ορισθεί Υπόλογος της Επιστασίας ’ρμενων [ναύκληρος] και εκτελούσε ως εκ τούτου κατά την διαδικασία αυτή καθήκοντα ναυκλήρου. Περί ώρα 12.00' της ανωτέρω ημερομηνίας, ορισμένα από τα μέλη του πληρώματος μεταξύ των οποίων ο κατηγορούμενος και ο βοηθός του [βοηθός ναυκλήρου], Κελευστής Α, μετέβησαν στη Λέσχη του Ναυστάθμου Κρήτης, προκειμένου να συμμετάσχουν σε αποχαιρετιστήρια δεξίωση, ενόψει του ότι, μετά από μακρόχρονη ακινησία για εργασίες επισκευής και συντήρησης, το Υ/Β επρόκειτο την επομένη να αποπλεύσει. Μετά το πέρας αυτής και περί ώρα 14.30', ο κατηγορούμενος, φορώντας το επίσημο ένδυμά του, επέστρεψε στο χώρο του Υποβρυχίου, όπου συνάντησε τον ανωτέρω βοηθό του, ο οποίος στο μεταξύ είχε φορέσει τη φόρμα εργασίας του. Κατά τη συνομιλία που ακολούθησε επί του πλοίου, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων και υποχρεώσεων του, υπέδειξε στον ανωτέρω Κελευστή ορισμένα σημεία στο εξωτερικό μέρος του Υ/Β καθώς και εσωτερικό χώρο της υπερκατασκευής (SAIL) του Υ/Β, που έχρηζαν συντήρησης (βαφής) και, αφού του έδωσε εντολή να ξεκινήσει άμεσα εργασίες βαφής, αρχίζοντας από το εσωτερικό της υπερκατασκευής (SAIL), απομακρύνθηκε από το Υποβρύχιο. Ήταν δηλαδή στα καθήκοντα της επιστασίας του κατηγορουμένου ως Ναυκλήρου του Υ/Β να μεριμνήσει για την συντήρηση αυτή [βαφή], λόγος για τον οποίο αρμοδίως έδωσε την εντολή αυτή στο βοηθό του, ο οποίος φυσικά όφειλε να την εκτελέσει. Ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην προβλήτα και ο Κελευστής (ΑΡΜ) Α είχε ήδη εισέλθει στο χώρο της υπερκατασκευής για να εκτελέσει εργασίες βαφής, ανακοινώθηκε από Μηχανικό του Υ/Β δοκιμή στεγανότητας στο Υ/Β, με σκοπό τον έλεγχο στεγανότητας των θαλάμων σωσιβίων λέμβων, που παρουσίαζαν σχετικό πρόβλημα. Η δοκιμή δεν ήταν προγραμματισμένη και μάλιστα είχαν προηγηθεί αυτής την ίδια ημέρα για την ίδια αιτία άλλες δύο παρόμοιες δοκιμές, που διενεργήθηκαν η πρώτη την 11.30 ώρα και η δεύτερη την 14.00 ώρα. Η δοκιμή αυτή πραγματοποιείτο με τον χειρισμό-κίνηση [κάθοδο-άνοδο] ιστού και δη του ιστού αναπνευστήρας εντός της υπερκατασκευής (SAIL). Η τρίτη αυτή δοκιμή ανακοινώθηκε στο εσωτερικό του Υ/Β με αναγγελία από τα μεγάφωνα, επειδή δε δεν υπήρχε δυνατότητα να ακουσθεί η κατ' αυτό τον τρόπο αναγγελία στον προβλήτα και στα εξωτερικά μέρη του Υ/Β [κατάστρωμα, υπόλοιπο τμήμα αυτού, το αποκαλούμενο και ανθεκτικό του Υ/Β κ.λ.π.], η ενημέρωση στα μέρη αυτά για την επικείμενη δοκιμή έγινε προφορικά και όχι δια μεγαφώνου από αρμόδια όργανα του Υ/Β, πλην όμως ως προς την προβλήτα έγινε αντιληπτή από τους ευρισκομένους ακριβώς απέναντι επί του προβλήτος και όχι και από τους ευρισκομένους καθόλο το μήκος αυτού. Έτσι ούτε ο κατηγορούμενος [που βρισκόταν στην προβλήτα όχι όμως και στο τμήμα αυτού που έγινε αντιληπτή η ανακοίνωση] ούτε ο βοηθός του Κ/στής Α [που βρισκόταν εντός του χώρου της υπερκατασκευής (SAIL) και ήταν άπειρος πάνω στα ζητήματα αυτά] αντιλήφθηκαν ότι θα εκτελείτο η τρίτη αυτή δοκιμή. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η οποιαδήποτε εργασία εντός της υπερκατασκευής (SAIL) ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθόσον πρόκειται για χώρο πολύ στενό, όπου υπάρχουν πολλές και διάφορες κατασκευές από σίδηρο και άλλα παρεμφερή υλικά και εντός του οποίου γίνεται και διακίνηση ιστών, όπως είναι ο ιστός αναπνευστήρας, το κινητό μέρος του οποίου είναι ιδιαίτερα ογκώδες. Ο κατηγορούμενος μη γνωρίζοντας ότι επρόκειτο να εκτελεσθεί η δοκιμή στεγανότητας, επέτρεψε την είσοδο του θανόντος στο χώρο της υπερκατασκευής, δίχως προηγουμένως να επιδείξει επιμέλεια ως προς την λήψη μέτρων ασφαλείας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4204 παρ. 1α' των Διατάξεων του Πολεμικού Ναυτικού μέρος Β, που κυρώθηκαν με την υπ' αριθμό Φ-002/1/10/93/Σ.2750/6-10-93 απόφαση Υ.ΕΘ.Α. [το Α Μέρος κυρώθηκε με Πρ. Διάταγμα 210/1993] "Ο Υπόλογος Επιστασίας Αρμένων ευρίσκεται συχνά στο κατάστρωμα κατά την ημέρα και τη νύκτα, εφόσον λαμβάνουν χώρα κινήσεις και εργασίες, που έχουν σχέση με την Επιστασία του, δια να βεβαιώνεται, ότι όλα είναι ευθετημένα και ότι οι εργασίες και οι κινήσεις γίνονται μεθοδικός και ασφαλώς". Εξάλλου, σύμφωνα και με το άρθρο 0322 [υπό τον τίτλο "Μέτρα ασφαλείας όταν το Υ/Β βρίσκεται εν ορμώ"] παρ. 5 εδ. ιγ του Βιβλίου Μάχης του ως άνω Υ/Β "το προσωπικό που ασχολείται με εργασίες στο εξωτερικό του σκάφους, στην υπερκατασκευή και στους ιστούς, πρέπει απαραίτητα να παρακολουθείται από Υπαξιωματικό", και τούτο διότι, μεταξύ των άλλων, η εν λόγω παρακολούθηση έχει ως ευεργετικό αποτέλεσμα να γίνεται αμέσως αντιληπτή από το υπαξιωματικό αυτό τόσο η ανακοίνωση της τυχόν επικείμενης δοκιμής στεγανότητας και χειρισμού των ιστών όσο και η σχετική κινητοποίηση του προσωπικού του Υ/Β για την διενέργεια της δοκιμής και του χειρισμού των ιστών, πράγμα που οδηγεί βεβαίως στην λήψη των καταλλήλων μέτρων ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος, αφού ο εν λόγω υπαξιωματικός αμέσως θα καταστήσει γνωστό ότι ευρίσκεται άνθρωπος εντός της υπερκατασκευής, έτσι δε επιτυγχάνεται από μέρους και των οργάνων του Υ/Β που είναι υπεύθυνα για την είσοδο προσώπου εντός της υπερκατασκευής η αποτελεσματική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 εδ. δ [8] του Κεφαλαίου Γ του Κανονισμού Εκπαίδευσης Σχολείου Υ-2 της Σχολής Υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού, κατά την οποία "απαγορεύεται ο χειρισμός των ιστών πριν ή εξασφαλιστεί ότι δεν εργάζεται άνθρωπος εις το SAIL". Η απαγόρευση αυτή αφορά βεβαίως ευθέως τα όργανα του Υ/Β που έχουν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας και γενικά χειρισμού των ιστών, πλην όμως αφορά εμμέσως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και τα όργανα του Υ/Β, όπως εν προκειμένω ο κατηγορούμενος, που έχουν την ευθύνη για τη είσοδο ατόμων στο εσωτερικό της υπερκατασκευής και μάλιστα ανεξαρτήτως αν όντως επίκειται η διενέργεια της δοκιμής αυτής και των χειρισμών των ιστών και τούτο, διότι ουδόλως αποκλείεται σε κάποια στιγμή να πραγματοποιηθεί όντως τέτοια δοκιμή και να κινηθούν ιστοί, στο μέτρο που πρόκειται για υποβρύχιο, όπου λαμβάνουν χώρα τέτοιες δοκιμές και χειρισμοί, πολύ μάλιστα περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση, όπου επρόκειτο για Υ/Β που ακινητούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα για επισκευή και συντήρηση και τέτοιου είδους δοκιμές και χειρισμοί ήταν σύνηθες φαινόμενο και ως εκ τούτου είχε υποχρέωση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας έτσι ώστε, στην περίπτωση που ήθελε ενδεχομένως επακολουθήσει δοκιμή στεγανότητας και χειρισμός ιστών, (να εξασφαλιζόταν προηγουμένως ότι δεν υπήρχε άνθρωπος στο εσωτερικό της υπερκατασκευής. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς προέκυπτε η υποχρέωση του κατηγορουμένου να λάβει μέτρα ώστε εκ του ασφαλούς και ακινδύνως να περαιωθούν οι εργασίες αυτές, όφειλε δηλαδή να λάβει τα εξής μέτρα ασφαλείας, που, ως εκ της πείρας του, γνώριζε ότι σε εκτέλεση των παραπάνω διατάξεων λαμβάνονταν σε τέτοιου είδους περιπτώσεις στα υποβρύχια, δηλαδή όφειλε α] να τοποθετήσει στους πίνακες χειρισμού των ιστών σχετική προειδοποιητική πινακίδα απαγόρευσης χειρισμών των, β] να αδρανοποιήσει το υδραυλικό σύστημα λειτουργίας των ιστών του Υ/Β [ώστε να καταστήσει αδύνατη την χρήση τους] και, επιπλέον, να βρίσκεται στο εξωτερικό μέρος της υπερκατασκευής [SAIL], ως επιβλέπων αξιωματικός [στην περίπτωση που δεν όριζε κάποιον υπαξιωματικό για να παρακολουθεί την εργασία αυτής εντός της υπερκατασκευής], προς εξασφάλιση της ασφαλούς εκτέλεσης των εργασιών στην υπερκατασκευή. Όφειλε δε να λάβει τα μέτρα αυτά ένεκα και μόνο της εισόδου του βοηθού του στην υπερκατασκευή (SAIL) ανεξαρτήτως αν επρόκειτο όντως να επακολουθήσει δοκιμή στεγανότητας και γενικά να γίνει χειρισμός ιστών, ακριβώς γιατί ουδόλως αποκλειόταν [όπως λόγω της εμπειρίας του γνώριζε] σε κάποια στιγμή να πραγματοποιηθεί όντως τέτοια δοκιμή και να κινηθούν ιστοί, όπως ήδη πιο πάνω επισημάνθηκε. Δηλαδή ουσιαστικά, με τα μέτρα αυτά, εγνωστοποιείτο στα αρμόδια όργανα του Υ/Β ότι υπάρχει άνθρωπος στην υπερκατασκευή [αυτή είναι η ουσία των μέτρων] ώστε να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας αν σε οποιαδήποτε στιγμή αποφάσιζαν να πραγματοποιήσουν δοκιμή στεγανότητας και γενικά να χειριστούν ιστούς. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να λάβει τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, θεμελιώνεται όχι μόνο, στις ως άνω διατάξεις αλλά και στην προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά του, που επέδειξε, με το να δώσει εντολή σε ένα άπειρο ως προς τα ζητήματα αυτά υφιστάμενο του να εισέλθει και να εργαστεί σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο χώρο όπως αυτός του εσωτερικού της υπερκατασκευής. Ο κατηγορούμενος όμως από απερισκεψία και επιπολαιότητα του, δεν έλαβε τα μέτρα αυτά [και γενικά δεν έλαβε κάποιο μέτρο ασφαλείας] και απομακρύνθηκε από τον χώρο της υπερκατασκευής, με αποτέλεσμα, όταν περί ώρα 15.30, κατά τη τρίτη αυτή δοκιμή στεγανότητας με τον ιστό αναπνευστήρα, το ογκώδες κινητό μέρος του εκτέλεσε κάθοδο [εκτέλεσε κίνηση "υφές" είναι η χαρακτηριστική ναυτική έκφραση], να εγκλωβίσει υπό το βάρος του τον ως άνω Κελευστή, προκαλώντας σε αυτόν τέλειο διαχωριστικό κάταγμα μεταξύ 7ου αυχενικού και 1ου θωρακικού σπονδύλου μετά διατομής του νωτιαίου μυελού, κατάγματα ανωτέρω πλευρών δεξιού ημιθωρακίου με αμφόπλευρο αιμοθώρακα και τραυματικές ρήξεις αμφοτέρων των πνευμόνων, από τις οποίες βαριές κακώσεις προκλήθηκε ακαριαίως ο θάνατος του. Ο κατηγορούμενος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβολές δεν προέβλεψε το εκ της πράξεως του παραχθέν αποτέλεσμα και επέφερε τον θάνατο του ως άνω βοηθού του. Η ως άνω βέβαια συμπεριφορά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα, γιατί, αν ελάμβανε τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, τότε έγκαιρα θα επληροφορούντο τα όργανα που είχαν την ευθύνη για την διενέργεια της δοκιμής στεγανότητας ότι υπάρχει άνθρωπος εντός της υπερκατασκευής και έτσι θα αποτρεπόταν μετά βεβαιότητας το θανατηφόρο αυτό αποτέλεσμα. Εξάλλου ^όφειλε τα ως άνω προληπτικά μέτρα να μεριμνήσει και ο παθών ώστε να ληφθούν και κατά τούτο αμελώς έπραξε, αμέλεια όμως που δεν αίρει την ευθύνη του κατηγορουμένου, καθόσον έχουμε να κάνουμε με συντρέχουσες αμελείς συμπεριφορές. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκθέτει και τα εξής: Η διενέργεια τέτοιου είδους δοκιμής στεγανότητας είναι τόσο σοβαρή και επικίνδυνη ώστε το παραπάνω Βιβλίο Μάχης του ως άνω Υ/Β στο άρθρο 0334 παρ. 6α [με τίτλο "ΔΟΚΙΜΗ ΣΤΕΓΑΝΟΤΗΤΑΣ"] ρητώς κα σαφώς προβλέπει και επιβάλλει ως μέτρο ασφαλείας το να παίρνει το προσωπικό του Υ/Β πριν και κατά την εκτέλεση της δοκιμής στεγανότητας τις θέσεις συναγερμού. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μέλος του Υ/Β πρέπει να βρίσκεται στη θέση του, πράγμα που έχει ως συνέπεια, αν τυχόν κάποιο μέλος δεν βρίσκεται στη θέση του, να αναζητείται πριν την διενέργεια τη δοκιμής και αφού διαπιστωθεί που βρίσκεται ακολούθως να διενεργείται η δοκιμή στεγανότητας. Με τον τρόπο δηλαδή αυτό, εξασφαλίζεται, μεταξύ των άλλων, πριν την δοκιμή, η διαπίστωση αν τυχόν υπάρχει κάποιο άτομο εντός της υπερκατασκευής. Έτσι, αν ελάμβανε χώρα εν προκειμένω συναγερμός, θα διαπιστωνόταν ότι ο Κελευστής Α δεν ήταν στη θέση του πηδαλιούχου, που όφειλε να καταλαμβάνει κατά τον συναγερμό, σύμφωνα και με την ειδικότητά του και έτσι θα αναζητείτο και θα απετρέπετο το θανατηφόρο αυτό συμβάν. Η υποχρέωση αυτή για την διενέργεια συναγερμού ισχύει είτε το Υ/Β βρίσκεται εν πλω είτε εν ορμώ [όπως εν προκειμένω]. Στην πράξη, όταν το Υ/Β βρισκόταν εν ορμώ, το προληπτικό αυτό μέτρο του συναγερμού δεν εφαρμοζόταν. Είναι όμως αυτονόητο ότι, αν δεν εφαρμοζόταν, έστω για λόγους πρακτικούς, το μέτρο αυτό εν ορμώ, τουλάχιστον έπρεπε να ληφθεί άλλο μέτρο εξίσου αποτελεσματικό, που να εξασφάλιζε ό,τι και ο συναγερμός, ότι δηλαδή πριν την δοκιμή δεν υπάρχει άτομο εντός της υπερκατασκευής, όπως είναι η με αυτοψία εντός αυτής από αρμόδιο όργανο εξασφάλιση ότι δεν βρίσκεται στην υπερκατασκευή κάποιο άτομο, με παράλληλη τοποθέτηση κάποιου οργάνου έξω από την υπερκατασκευή, έτσι ώστε να μην εισέλθει κανείς εντός αυτής κατά την εκτέλεση της δοκιμής στεγανότητας. ’λλωστε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, υπήρχε και η διάταξη του άρθρου 1 εδ. δ [8] του Κεφαλαίου Γ του Κανονισμού Εκπαίδευσης Σχολείου Υ-2 της Σχολής Υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού, σύμφωνα με την οποία "απαγορεύεται ο χειρισμός των ιστών πριν ή εξασφαλιστεί ότι δεν εργάζεται άνθρωπος εις το SAIL", [με την δοκιμή στεγανότητας γίνεται, όπως προαναφέρθηκε, χειρισμός ιστών], απαγόρευση που αφορά βεβαίως ευθέως τα όργανα του Υ/Β που έχουν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας και εμμέσως και τα όργανα που έχουν την ευθύνη της εισόδου προσώπου στην υπερκατασκευή [όπως ο κατηγορούμενος], ενώ αντίθετα η διενέργεια του συναγερμού αφορά μόνο τα όργανα του Υ/ Β που έχουν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας και όχι και τα όργανα [όπως ο κατηγορούμενος εν προκειμένω] που έχουν την ευθύνη της εισόδου προσώπου στην υπερκατασκευή, κι αυτό γιατί δεν μπορεί να διατάσσεται συναγερμός κάθε φορά που εισέρχεται κάποιος στην υπερκατασκευή.
Συνεπώς, τα όργανα του Υ/Β που είχαν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας, είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν τα ως άνω μέτρα ασφαλείας [συναγερμός, διενέργεια της δοκιμής μόνο αν υπήρχε βεβαιότητα ότι δεν βρισκόταν κανένα άτομο στο SAIL], για να αποτρέψουν έτσι οποιανδήποτε κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία και την σωματική ακεραιότητα των μελών του Υ/ Β αλλά και τρίτων. Υπάρχουν βέβαια και άλλες διατάξεις, που καθορίζουν και άλλα καθήκοντα και υποχρεώσεις σε καθένα ξεχωριστά από τα όργανα αυτά, που έχουν την ευθύνη για την διενέργεια της δοκιμής στεγανότητας, ουσιαστικά όμως και αυτές αποβλέπουν και κατατείνουν στο να μην γίνει δοκιμή στεγανότητας αν πρώτα δεν εξασφαλιστεί ότι δεν υπάρχει άτομο στο SAIL. Από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι τα τελευταία αυτά όργανα του Υ/Β [δηλαδή τόσο αυτά που ενημερώθηκαν ότι θα γίνει η δοκιμή στεγανότητας, έδωσαν εντολή και ανέθεσαν τη διενέργεια της δοκιμής όσο και αυτά που είτε επιμελήθηκαν, είτε όφειλαν να επιμεληθούν, είτε διενήργησαν τη δοκιμή αυτή], επέστρεψαν, επιμελήθηκαν και εν τέλει διενήργησαν την δοκιμή αυτή χωρίς να θέσουν το Υ/Β σε κατάσταση συναγερμού ή να λάβουν αντ' αυτού κάποιο άλλο εξίσου αποτελεσματικό μέτρο ασφαλείας και εν γένει χωρίς προηγουμένως να λάβουν πρόνοια και να μεριμνήσουν ώστε να πραγματοποιηθεί η δοκιμή μόνο αν υπήρχε βεβαιότητα ότι δεν βρισκόταν κανένα άτομο στο SAIL και, έτσι, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το εκ της πράξεώς τους παραχθέν ως άνω αποτέλεσμα και επέφεραν τον ως άνω θάνατο. ’λλωστε, σαφώς συνδέεται η συμπεριφορά τους αυτή αιτιωδώς με το θανατηφόρο αποτέλεσμα, γιατί, αν πράγματι πριν την δοκιμή μεριμνούσαν να γίνει έλεγχος και εντέλει έλεγχαν αν υπήρχε άτομο εντός της υπερκατασκευής, όπως είχαν υποχρέωση, τότε μετά βεβαιότητας θα απετρέπετο το εν λόγω αποτέλεσμα.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι υφίσταται αμελής συμπεριφορά των ως άνω οργάνων που είχαν την ευθύνη για την διενέργεια της δοκιμής στεγανότητας, είναι βάσιμος κατά τούτο, πλην όμως αβάσιμος είναι κατά το δεύτερο τμήμα του, που συνίσταται στο ότι η παραπάνω αμελής συμπεριφορά των οργάνων αυτών ήταν αποκλειστική και ως εκ τούτου, δεν υφίσταται, κατά τον υπερασπιστικό αυτό ισχυρισμό, καμία ευθύνη και υπαιτιότητα του κατηγορουμένου για το εν λόγω θανατηφόρο αυτό αποτέλεσμα. Και τούτο, διότι ούτε η συμπεριφορά αυτή των οργάνων του Υ/Β που είχαν την ευθύνη για την διενέργεια της δοκιμής διέκοψε την αιτιώδη διαδρομή που διέγραψε η προαναφερθείσα αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς το θανατηφόρο αποτέλεσμα, ούτε και η τελευταία ομοίως διέκοψε την αιτιώδη διαδρομή που διέγραψε η προαναφερθείσα αμελής συμπεριφορά των άλλων οργάνων προς το αυτό αποτέλεσμα, καθόσον, από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα και από τα προπαρατεθέντα πραγματικά περιστατικά, σαφώς προκύπτει ότι η αμελής αυτή συμπεριφορά των άλλων οργάνων του Υ/Β δεν εξουδετέρωσε ούτε και κατέστησε ανενεργή την συμπεριφορά του κατηγορουμένου, λόγος για τον οποίο και δεν την διέκοψε και έτσι προωθήθηκε αυτή προς το θανατηφόρο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε, λόγος για τον οποίο έχουμε να κάνουμε με συντρέχουσες αμελείς συμπεριφορές. Το αυτό εξάλλου ισχύει και ως προς την υπαιτιότητα του παθόντα. Μόλις πρέπει να επισημανθεί ότι το παρόν Δικαστήριο είχε υποχρέωση να ερευνήσει αν και κατά πόσο υφίστατο αμελής συμπεριφορά και άλλων οργάνων του Υ/Β και σε καταφατική περίπτωση αν αυτή ήταν αποκλειστική, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν θα υφίστατο ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου για το θανατηφόρο αποτέλεσμα και θα όφειλε το Δικαστήριο να αχθεί σε αθωωτική απόφαση. ’λλωστε, προβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης και σχετικός ισχυρισμός, ότι υπάρχει αμελής συμπεριφορά και δη αποκλειστική των άλλων οργάνων του Υ/Β [αποκλειόμενης έτσι της ευθύνης του κατηγορουμένου] και όφειλε, ως εκ τούτου, να απαντήσει και σ' αυτόν το Δικαστήριο, καθόσον πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό. Επομένως όφειλε να προβεί το Δικαστήριο στην έρευνα αυτή, αφού αυτή αφορά την ενοχή ή μη του παρόντος κατηγορουμένου και την διαπίστωση της ευθύνης που του αναλογεί, κάτι που έχει να κάνει όχι απλώς με το αντικείμενο της παρούσης δίκης αλλά με το πυρήνα του αντικειμένου αυτού. Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά την κρατήσασα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται. Δύο μέλη του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα οι Αναθεωρητές Γ', Β και Γ, έχουν την γνώμη ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος λόγω αμφιβολιών ως προς την υπαιτιότητα, γιατί απεδείχθη αμελής συμπεριφορά των προαναφερθέντων οργάνων του Υ/Β, που είχαν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας, όπως δέχεται η πλειοψηφούσα άποψη και ο Εισαγγελέας, πλην όμως όσον αφορά τον παρόντα κατηγορούμενο δεν αποδείχθηκε μετά πλήρους βεβαιότητος η ενοχή του, καθόσον διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος, αφού, όπως προέκυψε, δεν ενημερώθηκε περί της δοκιμής στεγανότητας που επρόκειτο να διενεργηθεί, λόγος για τον οποίο εξουδετερώθηκε και κατέστη ανενεργής η αιτιώδης διαδρομή της συμπεριφοράς του προς το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Ως προς το συνακόλουθα προκύπτον ζήτημα αν πρέπει να ανακοινωθεί στον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Χανίων, κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ, η ως άνω επιδειχθείσα αμελής συμπεριφορά και των άλλων οργάνων του υποβρυχίου, το Δικαστήριο κρίνει όχι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, καθόσον η συντρέχουσα αυτή υπαιτιότητα και ευθύνη προέκυπτε ήδη, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, από το στάδιο της προδικασίας της προκειμένης υποθέσεως, αναφέρεται δηλαδή η διαπίστωση της υπαιτιότητας αυτής σε παρελθόντα χρόνο. Δεν ανεφάνη δηλαδή και δεν ανέκυψε κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης κάποιο νέο συμβάν και περιστατικό που δεν προϋπήρχε και που να ενίσχυσε όντως κατά τέτοιο τρόπο τα αποδεικτικά στοιχεία και τα εξ αυτών προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά, που είχε υπόψη του ο Εισαγγελέας του Ναυτοδικείου Χανίων, από τη δικογραφία που είχε σχηματισθεί όταν ασκούσε την ποινική δίωξη, αλλά και από την ακροαματική διαδικασία της πρωτοβάθμιας δίκης, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για έγκλημα που ανεφάνη κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης [βλ. και Α. Κονταξή "ΚΟΜΕΝΤΑR ΚΠΔ", εκδ. 1985, σελ. 197, ο οποίος τονίζει ότι "Το άρθρο 38 καθιστά υποχρεωτική την υπό του δικαστού σύνταξιν εκθέσεως περί των κατά την διάρκεια της δίκης συμβάντων, τα οποία δύνανται να χαρακτηρισθούν ως έγκλημα. Ουχί αναφερόμενα στο παρελθόν."]. Κατά την έννοια αυτή, τυχόν ανακοίνωση, κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ, των κατά την κρίση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου συντρεχουσών ως άνω αμελών συμπεριφορών δεν θα σήμαινε τίποτε άλλο παρά υποβολή στον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Χανίων ουσιαστικά των αυτών στοιχείων και των αυτών πραγματικών περιστατικών που τα έχει ήδη κρίνει και αξιολογήσει και στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, για να κρίνει τώρα και αξιολογήσει εκ νέου κατά τρόπο διαφορετικό και δη σύμφωνο με την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου. Δεν είναι όμως αυτή η έννοια της ανακοινώσεως του άρθρου 38 ΚΠΔ. Το παρόν Δικαστήριο σέβεται όντως την αντίθετη άποψη του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Χανίων, στο μέτρο που ο ΚΠΔ αλλά και τα άλλα θεσμικά κείμενα προβλέπουν, κατοχυρώνουν και επιβάλλουν την ανεξαρτησία της γνώμης των δικαστικών λειτουργών και κατ' επέκταση την διαφορετική εκτίμηση των αυτών αποδεικτικών στοιχείων, πράγμα που συνέβη εν προκειμένω. Σε κάθε πάντως περίπτωση, από την απόφαση του Δικαστηρίου, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠΔ, δεν κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που παρίσταται δια του Αντεισαγγελέως του στην παρούσα δίκη και λαμβάνει γνώση της αποφάσεως αυτής, εφόσον κρίνει ότι πρέπει να προχωρήσει περαιτέρω την υπόθεση σε σχέση και με άλλα όργανα του υποβρυχίου (στο μέτρο που και ο ίδιος δέχθηκε με την πρότασή του επί της ενοχής, ότι συντρέχει όντως αμελής συμπεριφορά και των οργάνων αυτών του υποβρυχίου), να ενεργήσει σύμφωνα με τα άρθρα 31, 35 και 43 ΚΠΔ, στο πλαίσιο των καθηκόντων και υποχρεώσεων του λόγω αρμοδιότητος, ούτε φυσικά κωλύεται ο Εισαγγελέας του Ναυτοδικείου Χανίων να ενεργήσει αυτός, κατά τον ως άνω τρόπο, στο πλαίσιο των καθηκόντων και υποχρεώσεών του λόγω αρμοδιότητας. Κρίνει, ως εκ τούτου, παμψηφεί, το Δικαστήριο ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠΔ. Ως προς τον υπερασπιστικό ισχυρισμό, ότι η έκθεση αυτοψίας πάσχει από ακυρότητα, γιατί διενεργήθηκε από αναρμόδιο όργανο, παρατηρούνται τα εξής. Κατά το άρθρο 201 ΣΠΚ "1. Προανάκριση για τα εγκλήματα αρμοδιότητας των στρατοδικείων ενεργούν αξιωματικοί με παραγγελία του αρμοδίου εισαγγελέα του στρατοδικείου, ο οποίος κατ' εξαίρεση μπορεί να αναθέτει την ενέργεια προανάκρισης και σε γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο [άρθρα 33 και 34 ΚΠΔ], εκτός από τους πταισματοδίκες και ειρηνοδίκες. 2. Οι προανακριτικοί υπάλληλοι της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και οι διοικητές σωμάτων με διοικητική αυτοτέλεια ή οι αξιωματικοί τους οποίους αυτοί ορίζουν, ενεργούν προανάκριση, χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα, για τα εγκλήματα που διαπράττουν οι στρατιωτικοί α] αν είναι αυτόφωρα, β] αν από την αναβολή υπάρχει κίνδυνος να ματαιωθεί ή δυσχερανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος ή η ανακάλυψη του δράστη ή η αποκατάσταση της βλάβης...". Ο ισχυρισμός αυτός αφορά την από 20-11-2003 έκθεση αυτοψίας, που διενεργήθηκε την ημερομηνία αυτή [επομένη του θανατηφόρου συμβάντος] στο Υ/Β, δηλαδή στο Ναύσταθμο Κρήτης [ΝΚ] από τον Αντιπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού Δ. Αναγράφεται στην έκθεση αυτή, ότι την διενήργησε ο ως άνω Αξιωματικός, παρόντος του Πλωτάρχη Ε, που προσλήφθηκε ως Γραμματεύς [βλ. παρ. 3 ως άνω άρθρου], σύμφωνα με τα άρθρα 213 ΣΠΚ και 180 ΚΠΔ, στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης [χωρίς δηλαδή παραγγελία του Εισαγγελέα] προανάκρισης, που διενεργούσε ο ίδιος για το προκείμενο θανατηφόρο συμβάν, χωρίς να διευκρινίζεται με την έκθεση αυτή υπό ποία περαιτέρω ιδιότητα [ως αξιωματικός ποιας Μονάδος] και με εντολή ποίου διοικητού Μονάδος διενήργησε την προανάκριση αυτή και άρα την αυτοψία. Από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης, προκύπτει πάντως ότι διενεργήθηκε η αυτοψία και γενικά η προανάκριση, ενόψει του ότι, από την αναβολή της, υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος ή η ανακάλυψη του δράστη, διενεργήθηκε δηλαδή βάσει της παρ. 2β του άρθρου 201 ΣΠΚ, έστω και αν το άρθρο αυτό δεν αναφέρεται ρητά στην έκθεση αυτή. Από τα προπαρατεθέντα στην αρχή του παρόντος σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι ο εν λόγω Ανώτερος Αξιωματικός υπηρετούσε τότε στη Διοίκηση Υποβρυχίων [είναι Μονάδα με διοικητική αυτοτέλεια] ως Επιστολέας, στην οποία βεβαίως υπαγόταν το ως άνω Υ/Β και ότι, υπό την ιδιότητά του αυτή, διενήργησε την ως άνω προανάκριση και συνεπώς και την αυτοψία, όπως επίσης συνάγεται και εκτιμάται από την όλη συναξιολόγηση και εκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, ότι, με την προφορική έγκριση του Διοικητού της Μονάδας του διενήργησε την προανάκριση [και κατά την έννοια αυτή ορισθείς υπ' αυτού, στο μέτρο που το άρθρο 201 του ΣΠΚ δεν επιβάλλει ο ορισμός αυτός να είναι γραπτός, σε αντίθεση με την προανάκριση που διατάσσει ο εισαγγελέας, εντολή η οποία σύμφωνα με το άρθρο 213 παρ. 1 ΣΠΚ σε συνδ. με το άρθρο 243 παρ. 1 ΚΠΔ πρέπει να είναι γραπτή]. Ως ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και μάλιστα Μονάδας στην οποία υπαγόταν το Υ/Β, φυσικά ήταν προανακριτικός υπάλληλος, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 201 του ΣΠΚ και, ως εκ τούτου, είχε δικαίωμα να διενεργήσει αυτεπαγγέλτως [χωρίς δηλαδή παραγγελία του εισαγγελέα] προανάκριση, ορισθείς από τον Διοικητή της Μονάδας αυτής. Βεβαίως στην έκθεση αυτοψίας δεν αναγράφεται ως αξιωματικός ποιας Μονάδος και με εντολή ποίου διοικητού Μονάδος και τι είδους εντολή διενήργησε την αυτοψία, πλην όμως έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι πάσχει για το λόγο αυτό από ακυρότητα η προανακριτική αυτή πράξη της αυτοψίας και η έκθεση της, όπως επίσης έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι πάσχουν από ακυρότητα γιατί δεν ορίσθηκε εγγράφως από την Διοικητή του ο ως άνω Αντιπλοίαρχος να διενεργήσει την αυτοψία [και γενικά την προανάκριση αυτή]ή ακόμα και γιατί, έστω καθ' υπόθεση, δεν υπήρχε ούτε προφορική εντολή του Διοικητή του, σημασία έχει [και αυτό είναι το προέχον], κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ότι τυχόν τέτοιου είδους ακυρότητες καλύφθηκαν [στο μέτρο που πάντως επί αυτεπαγγέλτως διενεργούμενης προανάκρισης επιτρεπτώς λαμβάνει χώρα αυτοψία] και απαράδεκτος προβάλλονται στο στάδιο αυτό, αφού αφορούν πράξη [αυτοψία] της προδικασίας και προτάθηκαν για πρώτη φορά σήμερα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, είτε απόλυτες ακυρότητες θεωρηθούν είτε σχετικές, καλύφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 174 παρ. 1 [σε συνδ. με το άρθρο 173 ΚΠΔ], στο μέτρο που ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη για την προκειμένη πράξη με κλητήριο θέσπισμα κατά του οποίου δεν άσκησε προσφυγή και μάλιστα κατά την εκδίκαση πρωτοβαθμίως της υποθέσεώς του αυτής παρέστη αυτοπροσώπως χωρίς να προβάλει καμία αντίρρηση στην πρόοδο της δίκης είτε ο ίδιος είτε ο συνήγορός του. Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά την ομόφωνη άποψη των μελών του Δικαστηρίου, να απορριφθεί η ένστασή του αυτή. Ως προς τον υπερασπιστικό ισχυρισμό για πλαστότητα της αυτής εκθέσεως αυτοψίας, παρατηρούνται τα εξής: Σαφώς προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της εκθέσεως και μάλιστα και από την γραμματική της διατύπωση ότι, με τα όσα αναγράφει ο Αντιπλοίαρχος στην παράγραφο 3 της εκθέσεως ["Επίσης αναφέρεται ότι τις απογευματινές ώρες της 19ης Νοεμβρίου, μετά το ατύχημα σε σχετικό έλεγχο του μέρους του ατυχήματος ανευρέθη αριστερά από την θέση Σ1 σχεδιαγράμματος Α, μικρό πλαστικό δοχείο με κόκκινο χρώμα και πινέλο."] δεν βεβαιώνει ότι κατά την διενέργεια της αυτοψίας την 20-11-2003 υπέπεσε στην αντίληψή του ότι αριστερά από την θέση "Σ1 υπήρχε μικρό πλαστικό δοχείο με κόκκινο χρώμα και πινέλο", αλλ' απλώς πληροφοριακά και μόνο αναφέρει ότι την προηγουμένη ημέρα βρέθηκαν στην θέση αυτή τα ως άνω αντικείμενα. Το ότι δεν αναφέρει από ποιο πρόσωπο βρέθηκαν δεν έχει να κάνει με πλαστότητα της εκθέσεως αυτοψίας αλλά με το εάν και κατά πόσο είναι αόριστη, έχει δηλαδή να κάνει με την αξιοπιστία της, πράγμα που θα εκτιμήσει το Δικαστήριο, όπως επίσης το εάν και κατά πόσο επιβεβαιώνεται στο σημείο αυτό η έκθεση αυτοψίας από μαρτυρική κατάθεση δεν έχει επίσης να κάνει με πλαστότητά της αλλά με την αξιοπιστία της, πράγμα που θα εκτιμήσει το Δικαστήριο εάν και σε ποιο βαθμό είναι αξιόπιστη. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να εκτεθούν και τα εξής: Κατά το άρθρο 152 του ΚΠΔ, με τον υπότιτλο "Αποδεικτική δύναμη της έκθεσης" "Η έκθεση έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου αποδειχθεί το αντίθετο. Για όσα όμως βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από δημόσιο υπάλληλο η έκθεση έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα. Αυτό δεν εμποδίζει πάντως το δικαστή να εκτιμήσει το περιεχόμενο της έκθεσης ελεύθερα.". Από το άρθρο αυτό, προκύπτει ότι, για όσα βεβαιώνονται με την έκθεση ότι ενεργήθηκαν από τον δημόσιο υπάλληλο, η έκθεση αποδεικνύει μέχρι να προσβληθεί για πλαστότητα (αυξημένη αποδεικτική δύναμη της έκθεσης) και, ως εκ τούτου, αν δεν προσβληθεί για πλαστότητα, δεν χωρεί ανταπόδειξη, χρησιμοποίηση δηλαδή άλλων αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να αποδειχθούν περιστατικά διαφορετικά απ' αυτά που βεβαιώνονται με την έκθεση ότι έγιναν από τον δημόσιο υπάλληλο, ενώ, για όλα τα άλλα, ακόμα και για αυτά που βεβαιώνει ότι υπέπεσαν στην αντίληψή του, επιτρέπεται ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να γίνει με όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα (βλ. ’γγελου Κωνσταντινίδη "Η έννοια και λειτουργία του εγγράφου στο ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό δίκαιο", σελ 191-192). Πρέπει όμως να επισημανθεί, ότι η προσβολή αυτή για πλαστότητα της έκθεσης δεν αποτελεί απλά έναν ισχυρισμό που βάλλει μόνο κατά της αποδεικτικής αξίας της έκθεσης αλλά αποτελεί μήνυση η έγκληση (βλ. Γ. Συλίκο "Κώδικα Ποινικής Δικονομίας", έκδ. 2002, σελ. 51) για πλαστογραφία, με όποια ευθύνη αυτό συνεπάγεται τόσο για τον καταμηνύοντα όσο και για τον καταμηνυόμενο, καθόσον καταγγέλλεται με τον τρόπο αυτό αξιόποινη πράξη, λόγος για τον οποίο οφείλει κατά νόμο το δικαστήριο να διαβιβάσει την προσβολή αυτή για πλαστότητα, δηλαδή την μήνυση ή την έγκληση, στον αρμόδιο εισαγγελέα για τα περαιτέρω.
Συνεπώς πρέπει να προκύπτει, κατά τρόπο ευθύ, πασιφανή, ξεκάθαρο και αναμφίβολα, ότι όντως δεν πρόκειται απλά για ισχυρισμό, με τον οποίο τίθεται μόνο εν αμφιβάλω η αποδεικτική αξία του εγγράφου (βλ Γ. Συλίκου, ο.π., σελ. 49), αλλά για ευθεία και σαφή προσβολή αυτού ως πλαστού με την έννοια της μηνύσεως ή της εγκλήσεως. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που έκρινε ο ’ρειος Πάγος, με την υπ' αριθμ. 620/1983 Απόφαση του [Ποιν.Χρον. ΛΓ/898], ο οποίος τη δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία "η ερμηνεία της αεροφωτογραφίας είναι ψευδής. Ο μηνυτής ή το εξουσιοδοτημένο υπ' αυτού πρόσωπον δι' αθέμιτων μέσων - πιθανόν αντί καταβολής χρηματικού ποσού - υποχρέωσε τον αρμόδιον υπάλληλον να προβή εις την νόθευσιν του εν λόγω δημοσίου και απορρήτου τούτου εντύπου και την έκδοσιν της ψευδούς ταύτης βεβαιώσεως", δεν την θεώρησε ως προσβολή κάποιου εγγράφου ως πλαστού, αλλά απλώς ότι αμφισβητήθηκε η αποδεικτική του αξία, με αποτέλεσμα το δικαστήριο [εφετείο] νομίμως να λάβει αυτό υπόψη του, παρά το γεγονός ότι οι εκφράσεις της δηλώσεως αυτής ήταν ιδιαίτερα αιχμηρές και επιθετικές με ευθεία αναφορά στην γραμματική διατύπωση της νομοτυπικής μορφής των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της ψευδούς βεβαιώσεως. Μάλιστα ο Α. Κωνσταντινίδης, στο ως άνω σύγγραμμά του [σελ. 321, σημ. 14], (συμφωνεί με την κρίση αυτή του Αρείου Πάγου.
Εν προκειμένω η υπεράσπιση του κατηγορουμένου δεν προέβαλε, αν και παρεστάθη πρωτοβαθμίως, τέτοιο ισχυρισμό πλαστότητας στο Ναυτοδικείο, ούτε και υπέβαλε μέχρι σήμερα κάποια μήνυση σε βάρος του ως άνω Αντιπλοιάρχου [ή κατά του παραστάντος Γραμματέως] για πλαστότητα της εκθέσεως αυτοψίας, μολονότι για άλλα ζητήματα υπέβαλε σχετική μήνυση [βλ. αυτή που παρατίθεται σε όλο της το κείμενο παραπάνω], ούτε επίσης στην παρούσα δίκη, όταν αναγιγνωσκόταν μαζί με τα άλλα έγγραφα η ως άνω έκθεση αυτοψίας [πριν την εξέταση του μάρτυρα υπεράσπισης], προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό ώστε να αποτρέψει την ανάγνωσή της για να μην ληφθεί έτσι υπόψη, αλλ' απεναντίας, χωρίς καμία αντίρρηση, δέχθηκε την ανάγνωση αυτή και μάλιστα επέτρεψε κατά τον τρόπο αυτό, να ληφθεί υπόψη από τον παρόντα Εισαγγελέα, κατά την αγόρευσή του επί της ενοχής, ο οποίος, κατόπιν τούτου, νομίμως καθόλα την έλαβε υπόψη του και την συναξιολόγησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στην πρόταση του να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, μόλις δε το πρώτον με την αγόρευση του επί της ενοχής, ο συνήγορος υπεράσπισης έκανε λόγο για πλαστότητα της εκθέσεως αυτοψίας, πράγμα που βεβαίως είχε δικαίωμα να πράξει, πλην όμως, ενόψει των ως άνω δεδομένων αλλά και εκ του όλου περιεχομένου του υπερασπιστικού αυτού ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μ' αυτόν, δεν υποβάλλεται σε βάρος του Αντιπλοιάρχου μήνυση για πλαστότητα της εκθέσεως αυτοψίας [με την έννοια της ψευδούς βεβαιώσεως), δεν προκύπτει δηλαδή ότι έχουμε να κάνουμε με προσβολή της εκθέσεως αυτοψίας ως πλαστής, κατά την έννοια που προεξετέθη, αλλά πρόκειται για ισχυρισμό που βάλλει μόνο κατά της αξιοπιστίας της εκθέσεως και τίποτα περισσότερο. Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτός ως αβάσιμος".
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάσει τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικίες ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β, 28 και 302 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, εκτίθεται ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστά μη συνειδητή αμέλεια και προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, η οποία πηγάζει από τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση διατάξεις, αλλά και στην προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά που αυτός επέδειξε, με το να δώσει εντολή σε ένα εντελώς άπειρο υφιστάμενό του να εισέλθει εντός του υποβρυχίου και να εργασθεί σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο χώρο, όπως είναι αυτός ο χώρος του εσωτερικού της υπερκατασκευής. Πέρα από αυτά, ρητά εκτίθεται ότι η συμπεριφορά, κατά τα άνω, του αναιρεσείοντος, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε και ότι, εάν ελάμβανε αυτός τα αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, τότε μετά βεβαιότητος θα αποτρεπόταν το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως, λόγω υποβληθείσας από τον ίδιο, από 28.3.2006, μηνύσεως κατά παντός υπευθύνου στρατιωτικού του Πολεμικού Ναυτικού, για υπεξαγωγή της αρχικής κατάθεσης του μάρτυρα Ζ και ανακατασκευή της με άλλη, με επιβαρυντικά γι' αυτόν στοιχεία, ούτε και αποφάνθηκε επί της καταγγελίας του αυτής, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν υποβλήθηκε κανένα αίτημα τόσο περί της αναβολής όσο και περί της καταγγελίας, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, η, κατ' άρθρον 59 Κ.Π.Δ., αναβολή προϋποθέτει απαραιτήτως την άσκηση ποινικής δίωξης για την δεύτερη δίκη, η οποία αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την κυρία δίκη. Είναι αβάσιμη επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία, ενώ ρητά η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει ότι δεν έλαβε υπόψη της την από 19.11.2003 κατάθεση, επί διενεργηθείσας ΕΔΕ, του μάρτυρα κατηγορίας Ζ, εντούτοις επέτρεψε την ενώπιον του ακροατηρίου εξέταση του τελευταίου και έλαβε υπόψη της, για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης τη, την σχετική κατάθεση του τελευταίου, η οποία είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με την από 19.11.2003 (εξαιρεθείσα) κατάθεσή του, διότι κάτι τέτοιο δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 211 εδ. β' του Κ.Π.Δ. το οποίο απαγορεύει, με ποινή ακυρότητας, την εξέταση, ως μαρτύρων, προσώπων που κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται και κάτι τέτοιο δεν υφίστατο εν προκειμένω, με τον αναφερόμενο μάρτυρα, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ούτε και σχετική αντίρρηση, αναφορικά με την εξέταση του ως άνω μάρτυρα, υποβλήθηκε από την πλευρά του κατηγορουμένου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η από 20.11.2003 έκθεση αυτοψίας πάσχει από ακυρότητα, γιατί διενεργήθηκε από αναρμόδιο όργανο, αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απήντησε αιτιολογημένα στον ισχυρισμό αυτό, εκθέτοντας τις σχετικές παραδοχές στο αιτιολογικό που προπαρατέθηκε, σύμφωνα με τις οποίες, ο διενεργήσας αυτών Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού Η, ενήργησε με προφορική εντολή του Διοικητή της Μονάδος, ενόψει του ότι από την αναβολή της υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος ή η ανακάλυψη του δράστη και ότι ως εκ τούτου αυτή ήταν έγκυρη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 201 παρ. 2β του Σ.Π.Κ., σημειουμένου και του γεγονότος ότι και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί αναρμόδιο το ως άνω όργανο, που διενήργησε αυτεπαγγέλτως προανάκριση και στα πλαίσια αυτής και τη ρηθείσα έκθεση αυτοψίας, η έκθεση αυτή και τα άλλα έγγραφα που συντάχθηκαν νομότυπα, διατηρούν την εγκυρότητά τους, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 127 Κ.Π.Δ. Επίσης, αναφορικά με τον ίδιο ισχυρισμό, ότι η έκθεση αυτοψίας διαλαμβάνει ότι "όπως αναφέρεται, τις απογευματινές ώρες της 19ης Νοεμβρίου, μετά το ατύχημα, σε σχετικό έλεγχο του μέρους του ατυχήματος, ανευρέθη, αριστερά, στη θέση Σ1 σχεδιαγράμματος <Α>, μικρό πλαστικό δοχείο με κόκκινο χρώμα", ενώ αυτό δεν συνέβη, διότι δεν βεβαιώθηκε από τις καταθέσεις και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας και στην παρατήρησή του αυτή δεν απήντησε το Δικαστήριο, αυτός είναι αβάσιμος για δύο λόγους, πρώτον μεν, διότι τέτοια παρατήρηση (αίτημα) δεν υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, άσχετα αν το σχετικό αίτημα άπτεται της ανέλεγκτης περί τα πράγματα ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, δεύτερον δε, διότι οι αναφερόμενες επισημάνσεις της έκθεσης αυτοψίας είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων που παρέχεται στα όργανα που διενεργούν την αυτοψία, από τη διάταξη του άρθρου 180 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. να επισημαίνουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε ήδη ή διαπιστώνεται κατά την αυτοψία. Τέλος, αναφορικά με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσβλήθηκε βάναυσα το δικαίωμά του για μια "δίκαιη δίκη", κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι, όπως έχει καταγγείλει και στο Πρωτοβάθμιο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η κατηγορία σε βάρος του ήταν κατασκευασμένη, σημειώθηκαν παρατυπίες τόσο κατά την προανάκριση, όσο και κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσας ΕΔΕ, κατασκευάσθηκαν καταθέσεις, η με ημερομηνία 19.11.2003 κατάθεση του Πλωτάρχη Ζ συντάχθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο κ.λ.π., αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όλα τα· αναφερόμενα, λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαιρέθηκε η ως άνω κατάθεση του μάρτυρα Ζ, διερευνήθηκε σε βάθος ο ισχυρισμός του περί ύπαρξης άλλων υπευθύνων προσώπων και αναφέρθηκε εκτενώς η αμελής συμπεριφορά και των άλλων οργάνων του υποβρυχίου, με τη διευκρίνιση ότι και η δική του αμελής συμπεριφορά συντέλεσε στην επέλευση του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος, στοιχεία από τα οποία προκύπτει αναμφίβολα ότι δεν παραβιάσθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, όπως ήδη σημειώθηκε, οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες, στα πλαίσια των λόγων αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., δεν κρίθηκαν βάσιμες και, ως εκ τούτου, ούτε η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ παραβιάστηκε.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγοι του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων της ένδικης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και, συνακόλουθα και η αναίρεση, με τους πρόσθετους αυτής λόγους, ο δε αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 5/2007 αίτηση και τους από 18.12.2007 πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 140/2007 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή