Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1236 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.




Περίληψη:
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας - άρθρ. 381 παρ. 1 ΠΚ. Έννοια (ΑΠ 371/2007). Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, συναφείς λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι αιτιολογούνται επαρκώς τα φθαρέντα πράγματα, ο δόλος του κατηγορουμένου και ότι τα φθαρέντα ανήκουν στην ιδιοκτησία της εγκαλούσας και όχι του κατηγορουμένου, ενώ δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση ή λογικό κενό στην αιτιολογία. Απορρίπτει.




Αριθμός 1236/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινανίδη, περί αναιρέσεως της 14525/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1847/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού πιο πάνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται αντικειμενική μεν αλλοτριότητα του πράγματος, η οποία κρίνεται κατά της περί κυριότητας διατάξεις του ΑΚ, ήτοι απαιτείται καταστροφή ή βλάβη του ξένου πράγματος ή να καταστεί ανέφικτη η χρήση αυτού, υποκειμενικώς δε γνώση ότι το πράγμα ήταν ξένο και θέληση (ή αποδοχή) της ολικής ή μερικής καταστροφής ή βλάβης κ.λ.π. του πράγματος αυτού, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Η καταδικαστική δε απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου, στο εν λόγω αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, είναι αναγκαία, αφού, ανεξάρτητα του ότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, αξιώνεται από το νόμο πρόσθετο στοιχείο, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δη η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, του ότι το πράγμα ανήκει σε τρίτο, τέλεση της πράξεως και βούληση ή αποδοχή ολικής ή μερικής καταστροφής του. Συνιστά δε αυτοτελή ισχυρισμό που χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το φθαρέν πράγμα ανήκει στην ιδιοκτησία του ιδίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό δε της αποφάσεως αναφέρονται τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την ανωμοτί εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη η οποία του αποδίδεται. Ειδικότερα, στις 8-10-2003, εκτελώντας εργασίες στο ξενοδοχείο που βρίσκεται στη ... και επί της οδού ... με την επωνυμία "....", ιδιοκτησίας της εταιρίας ".... Ο.Ε.", προκάλεσε διάφορες φθορές στο ευρισκόμενο κάτωθεν του εν λόγω ξενοδοχείου ισόγειο κατάστημα "....", ιδιοκτησίας της εγκαλούσας ετεροθαλούς αδελφής του. Το κατάστημα αυτό, το οποίο ο πατέρας των ανωτέρω (κατηγορουμένου και εγκαλούσας) κατέλειπε ως μόνο περιουσιακό στοιχείο στην εγκαλούσα κόρη του, αποτελεί ενιαίο χώρο με ένα πατάρι, που βρίσκεται και εντάσσεται μέσα στον όγκο του καταστήματος, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ομολογεί στην απολογία του. Ο κατηγορούμενος, κληρονόμος του υπερκείμενου του καταστήματος ξενοδοχείου, στην προσπάθεια του να οικειοποιηθεί τον παραπάνω χώρο του παταριού, επισκευάζοντας τον, έσπασε τους μεντεσέδες, την πόρτα και την κάσα, παραβίασε την μπαλκονόπορτα του, εισήλθε στο κατάστημα και αφαίρεσε κάποιους παλιούς σωλήνες και στη συνεχεία σπάζοντας το μπετόν του ταβανιού και της πλάκας εγκατέστησε άλλους σωλήνες εξωτερικά. Αποτέλεσμα των ανωτέρω εργασιών ήταν να δημιουργηθούν τρεις τρύπες στα μπετό διαστάσεων 30x30 εκατοστών, καθώς επίσης και από το πλήθος των σωληνώσεων (30 περίπου) που τοποθετήθηκαν, σπάζοντας και τμήμα του μπαλκονιού διαστάσεων 20x60 εκατοστών, να ακυρωθεί το ένα φύλλο της μπαλκονόπορτας, η οποία δεν ανοίγει πλέον. Στην κρίση αυτή οδηγείται το δικαστήριο εκτιμώντας τόσο τις μαρτυρικές καταθέσεις, όσο και τα έγγραφα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το επίδικο πατάρι ανήκει στη δική του κυριότητα, εφόσον ανήκει στο χώρο του ξενοδοχείου και όχι στο ισόγειο καφενείο της εγκαλούσας, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, δεδομένου ότι αποδείχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον όγκο και το χρηστικό χώρο του καταστήματος της εγκαλούσας, ενώ ανέκαθεν χρησιμοποιείτο από τον κάτοχο και εκμεταλλευτή του καφενείου, ενώ
πρέπει να κηρυχτεί ένοχος ο κατηγορούμενος".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 381 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται: α) ο τρόπος που ο κατηγορούμενος προκάλεσε τις διάφορες εκτιθέμενες φθορές στο ισόγειο κατάστημα και στο πατάρι αυτού, β) αιτιολογείται ο δόλος και δη εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε τις φθορές του άνω καταστήματος και του παταριού αυτού, που ανήκαν στην ιδιοκτησία της εγκαλούσας ετεροθαλούς αδελφής του και όχι στην ιδιοκτησία της μητέρας του κατηγορουμένου ...., όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του στην αρχή της διαδικασίας (βλ. σελ. 3 πρακτικών), ούτε στην ιδιοκτησία του πατέρα τους και μετά του ιδίου του κατηγορουμένου, όπως ισχυρίστηκε στην απολογία του (βλ. σελ. 9 πρακτικών), ο οποίος, ως κληρονόμος του υπερκείμενου του καταστήματος ξενοδοχείου, με την ευκαιρία της επισκευής του ξενοδοχείου αυτού, ενήργησε τις φθορές "στην προσπάθειά του να οικειοποιηθεί το χώρο του παταριού", ήτοι ενήργησε σε ξένο πράγμα τελών εν γνώσει ότι δεν του ανήκει. Ήτοι δεν απητείτο άλλη ειδικότερη αιτιολόγηση του δόλου, ο οποίος ενυπάρχει και στα εκτιθέμενα ως παραπάνω περιστατικά της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, εμμέσως δε αιτιολογείται και η απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε ότι το κατάστημα ήταν ξένο, ενώ δεν παρατίθενται στο αιτιολογικό περιστατικά τελέσεως των φθορών αυτών από αμέλεια και γ) προσδιορίζονται επαρκώς οι βλάβες και τα φθαρέντα συγκεκριμένα πράγματα, που συνιστούν συστατικά του άνω καταστήματος και του παταριού αυτού της εγκαλούσας και όχι του υπερκείμενου ξενοδοχείου του κατηγορουμένου. Άρα δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση ή λογικό κενό στην αιτιολογία και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 55/12-11-2008 αίτηση του ...., κατά της με αριθμό 14525/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ