Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1016 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Στοιχεία ψευδούς βεβαίωσης (αρ. 242 παρ. 1 ΠΚ). Δράστης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος. Αποφασιστικό κριτήριο για την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο έχει το είδος και η φύση της ανατιθέμενης σ’ αυτόν υπηρεσίας και ιδιαίτερα αν αυτή ανάγεται στην εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών και δημοσίου συμφέροντος και όχι το έμμισθο ή άμισθο ή τιμητικό της θέσεώς του ή ο τρόπος ανάθεσης των καθηκόντων που μπορεί να γίνει και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Ο υπάλληλος πρέπει να είναι αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση δημοσίων εγγράφων και να ενεργεί μέσα στο πλαίσιο της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Έννοια δημοσίου εγγράφου. Δεν είναι δημόσιο το έγγραφο που αφορά μόνο την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών. Ορθή και αιτιολογημένη η καταδίκη των αναιρεσειόντων για ψευδή βεβαίωση. Δεν εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας αφού η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων προσδιορίζεται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως.





Αριθμός 1016/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Z' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) χ1 και 2) χ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μωραΐτη, περί αναιρέσεως της 576/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιουνίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1280/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 14-6-2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) χ1 και 2) χ2, οι οποίες είναι παραδεκτές, στρεφόμενες δε κατά της αυτής υπ' αριθμό 576/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της συνάφειάς τους. Οι λόγοι αναιρέσεως των δύο αιτήσεων είναι ταυτόσημοι και αναφέρονται στην απόλυτη ακυρότητα, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δεν είναι επομένως αναγκαία, χωριστή για κάθε αίτηση αναφορά τους.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται όπως στο έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε ή εκδόθηκε από υπάλληλο κατά την έννοια που δίνεται στον όρο υπάλληλος από το άρθρο 13 εδ. α' του ΠΚ, βεβαιώνεται από αυτόν με πρόθεση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και μέσα στα όρια της υπηρεσίας του ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο που αφορά στη γέννεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, με συνείδηση της αναλήθειας αυτού του περιστατικού. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. α' του ΠΚ υπάλληλος είναι εκείνος, στον οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου. Ο υπάλληλος πρέπει να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση δημοσίων εγγράφων και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Περαιτέρω, κατά το εδ. γ' του άρθρου 13 ΠΚ το έγγραφο πρέπει να είναι δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στο χώρο του ποινικού δικαίου, δηλαδή πρέπει να πρόκειται για έγγραφο που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Δεν είναι συνεπώς δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια των άνω διατάξεων εκείνο το οποίο αφορά μόνο την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών. Από την ευρεία διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 εδ. α' του ΠΚ συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της έννοιας του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο και για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης, αποτελεί το είδος και η φύση της ανατιθεμένης σ'αυτόν υπηρεσίας και ιδιαίτερα, αν αυτή ανάγεται στην εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών και δημοσίου συμφέροντος και όχι το έμμισθο ή άμισθο ή το τιμητικό της θέσεώς του ή ο τρόπος ανάθεσης των καθηκόντων, που μπορεί να γίνει και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Για την ιδιότητα του υπαλλήλου στο ποινικό δίκαιο δεν απαιτείται η σχέση υποταγής και εξάρτησης του διοικητικού δικαίου. Έτσι περιλαμβάνονται και υπάλληλοι που δεν υπόκεινται σε ιεραρχική εξάρτηση με την έννοια των δημοσίων υπαλλήλων, όπως επίσης και αυτοί που δεν υπόκεινται καν σε ιεραρχική εξάρτηση. Εξάλλου, με το ΠΔ 115/1996, με το οποίο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το ΠΔ 19/55 "προσαρμογή της νομοθεσίας προς την οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης", ορίζονται τα εξής: Γ. ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΟΔΗΓΩΝ ΚΑΙ ΟΔΗΓΩΝ 1. Οι υποψήφιοι οδηγοί, για να έχουν το δικαίωμα να υποστούν την προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις, θεωρητική και πρακτική εξέταση, πρέπει προηγουμένως να κριθούν ικανοί έπειτα από ιατρική εξέταση. Η ικανότητά τους αυτή ελέγχεται με βάση τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις σωματικής και διανοητικής ικανότητας, όπως αυτές περιγράφονται στο παρόν παράρτημα. Με τις ίδιες προϋποθέσεις ελέγχονται και οι οδηγοί, οι οποίοι, για διαφόρους λόγους παραπέμπονται προς ιατρική εξέταση (λόγω ανανέωσης άδειας οδήγησης, λόγω εφαρμογής της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 13 του Κ.Ο.Κ. κ.λ.π.). 2. Η ιατρική εξέταση διακρίνεται σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ. 1. Η πρωτοβάθμια ιατρική εξέταση γίνεται από ιδιώτες γιατρούς των ειδικοτήτων: α) παθολόγου (και των συναφών ειδικοτήτων του αιματολόγου, γαστρεντερολόγου, ενδοκρινολόγου και ρευματολόγου) ή καρδιολόγου ή πνευμονολόγου ή εχόντων την ειδικότητα της Γενικής Ιατρικής.... β) Οφθαλμιάτρου. 2. Κάθε γιατρός γνωματεύει στον τομέα της ειδικότητάς του, για την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου και εκδίδει ιατρικό πιστοποιητικό, στο οποίο περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο χαρακτηρισμός "ΙΚΑΝΟΣ" ή "ΑΝΙΚΑΝΟΣ". Τα ιατρικά πιστοποιητικά ισχύουν έξι (6) μήνες, από την ημερομηνία έκδοσής τους, εφόσον δεν έχουν κατατεθεί στην οικεία Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών... 4. Δικαίωμα για την ενέργεια της ιατρικής εξέτασης έχουν οι συμβεβλημένοι, για το σκοπό αυτό, με τις νομαρχιακού επιπέδου οικείες Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών, γιατροί του τόπου όπου ασκούν το επάγγελμά τους... 5. Η σύμβαση των παραπάνω γιατρών με την οικεία, νομαρχιακού επιπέδου Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών, είναι ετήσιας διάρκειας και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά. 6. Με απόφαση του οικείου Νομάρχη καταγγέλονται, μονομερώς, οι συμβάσεις των εξεταστών γιατρών, αν προκύψει σε βάρος τους αμέλεια ή παράλειψη κατά την εκτέλεση του έργου τους... ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΕΞΕΤΑΣΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ. Παρέχεται αποζημίωση στους γιατρούς πρωτοβάθμιας ιατρικής εξέτασης με το ποσό, που ισχύει κάθε φορά, ως κατώτατο όριο αμοιβής των συμβεβλημένων με το Δημόσιο γιατρών. Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται στους εξεταστές γιατρούς, κάθε ημερολογιακό τρίμηνο, με πίστωση του τραπεζικού λογαριασμού τους ή με επιταγή ή με άλλο πρόσφορο τρόπο... Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι οι γιατροί στους οποίους έχει ανατεθεί με σύμβαση με την οικεία Νομαρχιακού Επιπέδου Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών η ιατρική εξέταση υποψηφίων οδηγών και οδηγών (ως τις περιπτώσεις ανανέωσης άδειας οδηγήσεως κ.λ.π.) έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. α' του ΠΚ και η εκ μέρους τους έκδοση εν γνώσει τους ψευδών ιατρικών γνωματεύσεων (βεβαιώσεων) εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτή περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο, υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αρκεί να προκύπτει, ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 576/2007 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται ως ενιαίο σύνολο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, σε σχέση με τους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες, χ2 και χ1 τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι αυτοί, όντες υπάλληλοι στους οποίους είχε νόμιμα ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, στα καθήκοντα των οποίων ανήγετο η έκδοση ορισμένων δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσαν σε τέτοια έγγραφα ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στις ..... Αττικής, στις 27-12-2000, όντες ιατροί, παθολόγος ο πρώτος και οφθαλμίατρος ο δεύτερος και διατηρούντες ιατρείο έκαστος στις ..... Αττικής, ήσαν συμβεβλημένοι με την Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 155/1996, για την εξέταση υποψηφίων οδηγών προς λήψη Ελληνικής άδειας ικανότητας οδηγήσεως ή όσων αναθεωρούσαν ή μετέτρεπαν την άδεια οδηγήσεως, ασκούντες δημόσια εξουσία, και να εκδίδουν σχετικό πιστοποιητικό υγείας για κάθε εξετασθέντα, στο οποίο να βεβαιώνουν περί της εξετάσεως του κάθε υποψηφίου και του αποτελέσματος της γενομένης εξετάσεως, το οποίο (πιστοποιητικό υγείας) στη συνέχεια οι κάτοχοι αυτού θα χρησιμοποιούσαν για να το καταθέσουν στο Υπουργείο Επικοινωνιών και Μεταφορών. Στις 27-12-2000 ο πρώτος κατηγορούμενος χ2 με την παραπάνω ιδιότητά του εξέδωσε το από .... πιστοποιητικό υγείας, στο οποίο εβεβαίωσε ψευδώς ότι εξέτασε στο επί της οδού .... αριθ. ..., στις ......, ιατρείο του, παθολογικώς τον Γ1, και ότι τον θεωρούσε ικανό για να λάβει μετατροπή Ρωσικής άδειας οδηγήσεως σε Ελληνική, (περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς τη χορήγηση ή μη στον Γ1 ελληνικής άδειας οδηγήσεως), ενώ η αλήθεια που γνώριζε ήταν ότι ο ανωτέρω ουδέποτε τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του ούτε και εξετάστηκε ιατρικώς από αυτόν. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος χ1 με την παραπάνω ιδιότητά του, εξέδωσε το από ...... πιστοποιητικό υγείας που αφορούσε τον ανωτέρω Γ1, στο οποίο εβεβαίωσε ψευδώς, ότι εξέτασε στις 27-12-2000, στο επί της οδού ..... αρ. .. , στις ....., ιατρείο του, οφθαλμολογικώς και ότι τον θεωρούσε ικανό για να λάβει μετατροπή Ρωσικής αδείας οδηγήσεως σε Ελληνική, (περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς τη χορήγηση ή μη στον Γ1 ελληνικής άδειας οδηγήσεως), ενώ αλήθεια που γνώριζε ήταν ότι ο τελευταίος ουδέποτε τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του και ουδέποτε προέβη σε ιατρική εξέταση από αυτόν. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τους ανωτέρω κατηγορουμένους ένοχους της αποδιδόμενης σ'αυτούς αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης και, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό τους, της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου εντίμου βίου, στη συνέχεια, επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας και ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με τους πιο πάνω αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους (χ2 και χ1), την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α' και γ', 27 και 242 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, βάσει των παραδοχών αυτών, καθίσταται σαφές ότι α) οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης την ιδιότητα του υπαλλήλου με την έννοια του άρθρου 13 εδ. α' και του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, αφού η υπηρεσία που πρόσφεραν (ιατρική εξέταση των υποψηφίων οδηγών προς λήψη ελληνικής άδειας ικανότητας οδήγησης) και είχε ανατεθεί σ'αυτούς με σύμβαση (σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 115/1996) από τη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, εμπίπτει στους γενικότερους σκοπούς που επιδιώκονται από το Κράτος β) το πιστοποιητικό υγείας που εξέδωσε ο καθένας από τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους σχετικά με τον Γ1 για τη λήψη ελληνικής άδειας οδήγησης εκδόθηκε εντός των ορίων της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας αυτών στα πλαίσια της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί και γ) τα εν λόγω πιστοποιητικά, όπου εβεβαιώνετο ψευδώς πως είχαν εξετάσει με την εκτεθείσα ιδιότητά του ο καθένας από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους στις 22-12-2000 τον Γ1 και τον έκριναν ικανό έτσι ώστε να λάβει μετατροπή Ρωσικής άδειας οδήγησης σε Ελληνική, είναι δημόσια έγγραφα και προορίζονταν για εξωτερική κυκλοφορία (προσκόμιση και υποβολή στην Υπηρεσία Μεταφορών Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής) προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, των σ'αυτά βεβαιωμένων γεγονότων. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται σαφώς ότι το ψευδές τούτο περιστατικό, δηλαδή περί της εξετάσεως από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους του Γ1 και του αποτελέσματος αυτής (χαρακτηρισμού αυτού ως ικανού) μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς τη χορήγηση στον τελευταίο Ελληνικής άδειας οδήγησης. Επίσης, προσδιορίζεται το υποκειμενικό στοιχείο (δόλος) δι' αναφοράς συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι γνώριζαν πως ο ανωτέρω Γ1 ουδέποτε προσήλθε ενώπιόν τους προς εξέταση και ουδέποτε (ούτε και στις 27-12-2000) προέβησαν στην ιατρική εξέταση αυτού. Αναφέρονται τέλος και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπήρχε δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε αξιολόγησής του. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε', δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 13 εδ. α', γ' και 242 παρ. 1 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώστηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: "... 8) απόφαση Νομαρχ. Αυτοδιοίκησης Αν. Αττικής... 12) έγγραφο COSMOTE... 14) κάρτα εισόδου, 15) Δύο (2) καταστάσεις υποψηφίων οδηγών...". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών και της αριθμήσεώς τους, εφόσον μάλιστα, δεν προκύπτει ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα μάλιστα τον ίδιο τίτλο με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω αριθμούμενα έγγραφα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας των παραπάνω εγγράφων, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 14 Ιουνίου 2007 δύο αιτήσεις των 1) χ1 και 2) χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 576/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή