Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2010 / 2007    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Αναίρεση επιτρέπεται κατ' αποφά-σεως που όπως εκδόθηκε δεν υπόκειται σε έφεση (άρθρο 504 ΚΠΔ). Ο καταδικασθείς έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, με την οποίαν καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας διαρκείας τουλάχιστον δύο (2) ετών για κακούργημα. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση κατ’ αποφάσεως που επιτρέ-πεται έφεση ανεξαρτήτως εάν η επιτρεπόμενη έφεση δεν ησκήθη και παρήλθε άπρακτη η οριζόμενη προθεσμία ή εάν ασκήθηκε και απερ-ρίφθη, είτε για τυπικούς είτε για ουσιαστικούς λόγους




N..Ρ.

Αριθμός 2010/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποιν.Τμήμα - σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ................ , ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ........., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 616/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον ................, κάτοικο ................
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 660/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό πρωτ. 196/14-5-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, την από 28-3-07 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου................... , Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου στις Δικ. Φυλακές ......... , κατά της 616/07 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για απόπειρα ληστείας σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης έξι ετών, [άρθρα 42 παρ.1 και 380 παρ.1 ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα:
2-Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ, "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά της οποίας επιτρέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης, ανεξάρτητα εάν η επιτρεπόμενη έφεση δεν ασκήθηκε και παρήλθε άπρακτη η οριζόμενη προθεσμία για την άσκησή της, ή εάν ασκήθηκε και απορρίφθηκε είτε για τυπικούς, ως απαράδεκτη ή ως ανυποστήρικτη, είτε για ουσιαστικούς λόγους. [Α.Π. 1870/01 ΝΟΒ 50/743, Α.Π. 1281/01 Π.ΛΟΓ. 01/1795].
3-Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την 616/07 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκε για απόπειρα ληστείας σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης έξι ετών. Ενώ όμως κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται έφεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 489 παρ.1 περ.ε ΚΠΔ, καθόσον η επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή για το ανωτέρω κακούργημα υπερβαίνει το ελάχιστον των δύο ετών, εντούτοις αυτός ασκεί εναντίον της, αντί της επιτρεπόμενης εφέσεως, την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ως εκ τούτου η αίτηση αναιρέσεως ασκείται εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
4-Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτη την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου και να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί η από 28-3-07 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..................... , Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου στις Δικ. Φυλακές ..........., κατά της 616/07 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 Ε.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από τη σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, που περιέχεται στο φάκελο της δικογραφίας ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή άν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)", κατά δε την διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 εδ. στ' Κ.Π.Δ. εκείνος που καταδικάστηκε.......έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών για κακούργημα...... Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ως συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά της οποίας επιτρέπεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, ανεξαρτήτως εάν η επιτρεπομένη έφεση δεν ησκήθη και παρήλθεν άπρακτη η οριζομένη προθεσμία για την άσκησή της, ή εάν ησκήθη και απερρίφθη είτε για τυπικούς, είτε για ουσιαστικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 616/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη για απόπειρα ληστείας εις ποινή προσκαίρου καθείρξεως έξ (6) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται έφεση, κατά την διάταξη του άνω άρθρου 489 Κ.Π.Δ., αφού η επιβληθείσα εις τον αναιρεσείοντα ποινή υπερβαίνει το ελάχιστον των δύο ετών για το ανωτέρω κακούργημα. Εντεύθεν η προσβαλλομένη απόφαση, υποκειμένη κατά την έκδοσή της εις έφεση, δεν υπόκειται εις αναίρεση και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκουμένη εναντίον αποφάσεως για την οποίαν δεν προβλέπεται, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2007 αίτηση του.................... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 616/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2007. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
????????2010/2007 - σελ. 2

<< Επιστροφή