Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 139 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Απόρριψη αναιρέσεως ως απαραδέκτου (διττό απαράδεκτο): α) διότι ασκήθηκε κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ενώ είχε ασκηθεί έφεση η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, και β) ως εκπρόθεσμη. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε, από δικηγόρο, θεωρείται ότι ήταν παρών στην δίκη εκείνη και η εκδοθείσα απόφαση λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του και η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αυτής αρχίζει από της καταχωρήσεως της στο ειδικό βιβλίο.




ΑΡΙΘΜΟΣ 139/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΜ47/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 964/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 355/2.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιόν σας, σύμφωνα με τα αρ. 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. πρωτ. 1186/17-4-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αρ. 47/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν, μεταξύ των άλλων σ' αυτό αναφερομένων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο) η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ'αριθ. 47/8-1-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς την οποία άσκησε με δήλωση, επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 17-4-2008. Με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για παράβαση των άρθρ. 19 και 21 Ν. 2523/97 κατ'εξακολούθηση σε φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών.
Η αίτηση όμως αυτή είναι απαράδεκτη για τους ακόλουθους λόγους: (α) Σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθ. 47/2007 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς) με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο φυλάκιση δεκαπέντε 15 μηνών είναι, σύμφωνα με το άρθρο 489 ΚΠΔ, εκκλητή, κατ' αυτής δε αυτός άσκησε έφεση. Επομένως, αυτή δεν υπόκειται κατά τα άνω, σε αναίρεση.
(β) Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε, εκπροσωπουμένου του κατηγορουμένου δια πληρεξουσίου δικηγόρου, όπως δε προκύπτει από την με ημερομηνία 21/4/08 βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 16/2/2007. Η υπό κρίση δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17/4/2008 δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης από το νόμο (άρθρ. 473 ΚΠΔ) προθεσμίας, χωρίς ο αιτών να επικαλείται λόγους ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της. Επομένως αυτή είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη και για το λόγο αυτό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1, 513 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 1186/17-4-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθ. 47/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν, με τις αποφάσεις αυτές, το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία η αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όταν κατ' αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου, κατά ο άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης, για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 47/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση ων άρθρων 19 και 21 του ν.2523/97 (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων) κατ' εξακολούθηση, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Όπως όμως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων άσκησε κατ'αυτής της αποφάσεως, που ήταν εκκλητή, την 46/11-1-2007 έφεση, η οποία με την 4379/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη. Επομένως, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση.
ΙΙ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ.1 και 3 και 507 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά τη δημοσίευσή της, και είναι δέκα ημέρες. Αν ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί σtα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ.2 και 474 παρ.2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη η 47/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση των άρθρων 19 και 21 του ν. 2523/97, δημοσιεύθηκε στις 8/1/2007. Ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως εκπροσωπήθηκε, κατ' αρ. 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ, από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο Ν. Παϊπέτη.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος θεωρείται ότι ήταν παρών στην δίκη εκείνη και η εκδοθείσα απόφαση λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος κατηγορουμένου και, επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από της καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο, χωρίς να είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της. Η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμ-μένη στο βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ στις 16-2-2007. Ο αναιρεσείων όμως άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα την 17-4-2008, με δήλωσή του στον Εισαγγελέα του Αρείου Παγου (άρ. 473 παρ.2 του ΚΠΔ), χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση του εκπρόθεσμου της αναίρεσής του. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι και για τον λόγο αυτό απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14/4/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 3552/17-4-2008 και 1186/21-4-2008) του Χ κατά της ΒΜ47/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ