Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1824 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Παθητική δωροδοκία. Απόπειρα εκβίασης. Ψευδής βεβαίωση από κοινού. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση, διότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία θα προκύπτει γιατί το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων. Αναφορικά δε με την ψευδή βεβαίωση, ενώ δέχεται ότι τον έλεγχο έκανε μόνον η πρώτη κατηγορουμένη, στη συνέχεια δέχεται ότι είναι «συνήθης πρακτική» να υπογράφει την έκθεση επιθεώρησης και δεύτερος υπάλληλος, ο οποίος φυσικά δεν διενήργησε έλεγχο.





Αριθμός 1824/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 11290/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1)......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή και 2) ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 9/04.02.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 214/2008.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής Ποινικής Διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας, της απόπειρας εκβίασης και της από κοινού ψευδού βεβαίωσης η πρώτη και της από κοινού ψευδούς βεβαιώσεως ο δεύτερος. Προκειμένου να στηρίξει την απαλλακτική του κρίση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε την εξής αιτιολογία: "Από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων, προέκυψαν ικανές αμφιβολίες ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων για τις πράξεις, που τους αποδίδει το κατηγορητήριο, ήτοι 1) της παθητικής δωροδοκίας, 2) της απόπειρας εκβίασης (η πρώτη εξ αυτών) και της ψευδούς βεβαίωσης από κοινού (αμφότεροι), όπως αυτές ειδικότερα διευκρινίζονται στο διατακτικό. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στις 11-11-2002 (και στις 8/11/2002 όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εγκαλών) η πρώτη κατηγορούμενη (υπάλληλος - επιθεωρήτρια του Σ.Ε.Υ.Υ.Π) επισκέφθηκε προς επιθεώρηση το φαρμακείο του εγκαλούντος Ψ1 επί της οδού .... στον ..... Αττικής, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να συνταχθεί το σχετικό πρωτόκολλο επιθεώρησης λόγω της αρνητικής συμπεριφοράς, που επέδειξε κατά τη διάρκεια του ελέγχου ο εγκαλών, ο οποίος λειτουργούσε από οκταμήνου περίπου χωρίς την απαιτούμενη άδεια από την Νομαρχία Αθηνών, ενώ αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορούμενη εκμεταλλευόμενη την μη ύπαρξη αδείας λειτουργίας του ως άνω φαρμακείου, απαίτησε από τον εγκαλούντα και επιχείρησε να τον εξαναγκάσει να της καταβάλλει το ποσόν των 3.000 ευρώ, ειδάλλως θα του έκλεινε αυτή το φαρμακείο, προκειμένου να παραλείψει να βεβαιώσει τη σχετική έλλειψη αδείας. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί αθώα η πρώτη κατηγορούμενη για τις ως άνω αποδιδόμενες σε αυτήν πράξεις της παθητικής δωροδοκίας και της απόπειρας εκβίασης. Εξάλλου και αναφορικά με την αποδιδόμενη σε αμφότερους τους κατηγορούμενους πράξη της ψευδούς βεβαίωσης από κοινού πρέπει ομοίως να κηρυχθούν αθώοι αυτοί, καθόσον τα όσα οι ίδιοι βεβαίωσαν στην επίμαχη υπ'αριθμ. πρωτ. οικ. ...... έκθεση επιθεώρησης φαρμακείων περιοχής ... και ...., πού αφορούσαν, μεταξύ των άλλων, και την πιο πάνω αναφερόμενη αρνητική συμπεριφορά του εγκαλούντος και λοιπές παραβάσεις κατά τη λειτουργία του φαρμακείου του, δεν είναι ψευδή και ανταποκρίνονται κατά βάση στην αλήθεια, το γεγονός δε ότι, πλην της πρώτης κατηγορουμένης, υπέγραψε την εν λόγω έκθεση ελέγχου και ο δεύτερος κατηγορούμενος (επιθεωρητής και αυτός του Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) ο οποίος δεν είχε επισκεφτεί όντως μετ'αυτής το φαρμακείο του εγκαλούντος, αποτελεί μία πρακτική όχι ασυνήθη κατά τους σχετικούς ελέγχους". Η αιτιολογία, όμως, αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν εκτίθενται καθόλου οι λόγοι, για τους οποίους το δικαστήριο δεν μπόρεσε να καταλήξει, ότι πραγματώθηκε από τους κατηγορουμένους η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων αδικημάτων, συγχρόνως δε υπάρχει στην αιτιολογία ασάφεια, ειδικά ως προς την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο, αν ορθά εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 45 και 242 παρ. 1 του Π.Κ. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτόν από την προσβαλλομένη, ότι η έκθεση επιθεώρησης, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, υπογράφεται από τους δύο κατηγορουμένους και με τον τρόπο αυτό εμφανίζονται οι τελευταίοι να επιβεβαιώνουν, αμφότεροι, το αληθές του περιεχομένου της έκθεσης αυτής, ως αποτέλεσμα του ελέγχου που πραγματοποίησαν και οι δύο, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο έλεγχος έγινε μόνο από την πρώτη κατηγορούμενη, στη συνέχεια το Δικαστήριο καταλήγει στην απαλλακτική του κρίση, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η υπογραφή της έκθεσης επιθεώρησης και από τους δύο "αποτελεί μια πρακτική όχι ασυνήθη κατά τους σχετικούς ελέγχους". Όμως, η "συνήθης πρακτική", δεν περιλαμβάνεται στους λόγους που αποτελούν το άδικο της πράξης ή αίρουν τον καταλογισμό (άρθ. 20 επ. και 30 επ. του Π.Κ.) και επομένως, το Δικαστήριο, για να υπάρξει πλήρης και σαφής αιτιολογία, αναφορικά με τη μη υποκειμενική στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης, έπρεπε να προσδιορίσει σε ποιά από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις υπάγεται η "συνήθης πρακτική" που δέχτηκε. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και θα αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 11290/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή