Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 236 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία, Δόλος.




Περίληψη:
Αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα (224 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς το στοιχείο του δόλου, την αναλήθεια των κατατεθέντων από τους κατηγορούμενους και την από μέρους αυτών (κατηγορούμενων) γνώση της αναλήθειας. Δεν υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση και δε στερείται νομίμου βάσεως η απόφαση, γιατί απαλλάχθηκε της ψευδορκίας, ο συγκατηγορούμενος για έλλειψη δόλου. Απορρίπτει την αναίρεση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 236/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ3, 2. Χ2 3. Χ1, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μανιάτη, περί αναιρέσεως της 6943/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 397/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του Π.Κ προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας( πλήρους-εντελούς γνώσης- επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και, αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Εξ' άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής: " οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ3 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στους παρακάτω τόπους και χρόνους, εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρμόδιας προς τούτο αρχής εν γνώσει τους κατέθεσαν ψευδή. Συγκεκριμένα, α) στις 7-9-2000, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου ο Χ1 εν γνώσει της αναληθείας, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα ψεύδη "... 'Ημουν πληρεξούσιος της ........, της ........ και της ..........., που είναι μόνιμοι κάτοικοι Η.Π.Α...Το περιέφραξα εγώ για λογαριασμό τους πρόχειρα με ξύλινους πασσάλους και συρματόπλεγμα. Αυτό έγινε έτσι ως και 2-5-1973... το είχα μετατρέψει σε περιβόλι και είχα φυτέψει ελιές, συκιές, φραγκοσυκιές....Το Νοέμβριο 1999 πλήρωσα 215.000 στο Γ1 και έκανε καινούργια περίφραξη γιατί έπιασε φωτιά...Εγώ ξανάβαλα περίφραξη στις 3-3-2000 αφού ξανατηλεφώνησα στον Γ1 και πλήρωσα 110.000 για την περίφραξη και την μεταλλική πόρτα...β) στις 8-9-2000, ο Χ3, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του ως άνω Πταισματοδίκη, εν γνώσει της αναληθείας, κατέθεσε και τα ακόλουθα ψεύδη. "...είχαμε φυτέψει και συκιές και ελιές και πέντε κλήματα αμπελιού.....Ξαναβάλαμε τον Γ1 που είχε κάνει και πριν περίφραξη και την επανατοποθέτησε...", γ) στις 17-6-2003, εξεταζόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο Χ1, εν γνώσει της αναληθείας, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα ψεύδη "... από 72 έως 98 δε με ενόχλησε κανείς. Δεν ξέρω πως το αγόρασαν οι κατηγορούμενοι" και δ) στις 17-6-2003, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο Χ3, εν γνώσει της αναληθείας, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα ψεύδη. " ...Το 99 η κατάσταση ήταν ομαλή....2 φορές βάλαμε πασσάλους...". Εξ' άλλου, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ2, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου στις 8-9-2000, εν γνώσει της αναληθείας, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα ψεύδη "...Το περιέφραξε ο Χ1, το φύτεψε ελιές και αμπέλι και συκιές και κατέβαλε αμοιβή στον Γ1...Το έτος 1999 επανατοποθετήθηκε τμήμα της περίφραξης και της πόρτας που είχαν ρίξει οι βοσκοί...Το Νοέμβριο 1999 το περιέφραξε πάλι ο θείος Χ1..." Η αλήθεια όμως ήταν ότι το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη θέση ........ της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Πικερμίου Αττικής και αγοράστηκε από τους εγκαλούντες το έτος 1997, δυνάμει του υπ' αριθμό ........ συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Λυκοπανάγου, από την Ζ1, στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμό .......... διανεμητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κρυστάλλως Μακρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, δεν ήταν περιφραγμένο, η υπάρχουσα δε στο παρελθόν περίφραξη είχε καταστραφεί πριν το 1985. Σημειώνεται ότι δεν χρειάστηκε να γίνει νέα περίφραξη επειδή το επίδικο και από τις τρεις πλευρές του, ήτοι ανατολικά, νότια και δυτικά συνόρευε με ανώνυμους εγκεκριμένες οδούς. Οι εγκαλούντες, κατά τη διάρκεια επισκέψεώς τους στην περιοχή, το Σεπτέμβριο του 1999, διαπίστωσαν ότι ήταν περιφραγμένο όπως και τα όμορα ακίνητα. Ακολούθως τοποθέτησαν πινακίδα με το όνομά τους, η οποία όμως λίγο αργότερα αφαιρέθηκε από αγνώστους. Σημειώνεται εδώ ότι για την ανυπαρξία περίφραξης έκανε λόγο και η μάρτυς Ζ1, δικαιοπάροχος των εγκαλούντων. Εξ' άλλου, όσον αφορά τα κατατεθέντα από τους κατηγορούμενους περί καλλιεργείας του επιδίκου, που έκαναν λόγο για ελιές, συκιές και αμπέλι, πρέπει να αναφερθεί ότι το επίδικο αποτελούσε τμήμα δασώδους εκτάσεως, η οποία στο παρελθόν ήταν κατάφυτη με πεύκα και πουρνάρια. Η μορφολογία δε του εδάφους καθιστούσε αδύνατη την ανάπτυξη σ' αυτό δένδρων, που ανέφεραν οι κατηγορούμενοι. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από ......... έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού ............, των αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1972,1982 και 1988, από την οποία ειδικότερα προκύπτει ότι από το 1972 έως το 1988 στο επίδικο υπήρχαν θάμνοι και πεύκα, ενώ κανένα του τμήμα δε φαινόταν να καλλιεργείται. Τα πιο πάνω περιστατικά επιβεβαίωσε με την ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ο μάρτυρας ..........., ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά την περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο, δεδομένου ότι ασκεί το επάγγελμα του μεσίτη. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι όσα κατέθεσαν κατά τα προεκτεθέντα δεν ήταν αληθή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της απολογίας τους επέμειναν στην ύπαρξη δένδρων εντός του επιδίκου. Είναι χαρακτηριστικό, εξ' άλλου, ότι ο εξ' αυτών Χ1 κατά την κατάρτιση του υπ' αριθμό ........ συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κρυστάλλως Μακρή, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω και δυνάμει του οποίου το επίδικο περιήλθε, όπως ειπώθηκε στην προαναφερθείσα Ζ1, δικαιοπάροχο των εγκαλούντων, ήταν παρών και ως εκ τούτου γνώριζε την αληθινή κατάσταση σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση που τους αποδίδεται και να αναγνωριστεί στους εξ' αυτών Χ1 και Χ2 το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (Π.Κ 84 παρ.2α). Αντίθετα, ο κατηγορούμενος Χ3 πρέπει να κηρυχθεί αθώος της ίδιας παραπάνω πράξης. Πράγματι ο προαναφερόμενος έκανε λόγο στην κατάθεσή του για την παλαιά περίφραξη του επιδίκου, η οποία, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, υπήρχε και καταστράφηκε πριν το έτος 1985, ενώ, όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, κατέθεσε ότι αγνοούσε τα περί διανομής".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του Π.Κ, που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως εν γνώσει τους ψευδή περιστατικά, αφού γνώριζαν εξ' ιδίας αντιλήψεως, λόγω και της μεταξύ τους συγγενικής σχέσης, όσα κατέθεσαν, μεταξύ δε αυτών και το ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο το επίδικο ακίνητο δεν ήταν περιφραγμένο και ότι η υπάρχουσα αρχική περίφραξη είχε καταστραφεί πριν, από το έτος 1985, καθώς και ότι το ακίνητο δεν είχε καλλιεργηθεί λόγω της εδαφολογικής του μορφής, όπως βεβαιώθηκε από φωτοερμηνεία και από αεροφωτογραφίες των ετών 1972, 1982 και 1988. Επιπρόσθετα δε, γιατί ο κατηγορούμενος Χ1, κατά την κατάρτιση του υπ' αριθμό ........ διανεμητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κρυστ. Μακρή, ήταν παρών και γνώριζε την πραγματική κατάσταση του επιδίκου ακινήτου. Πέραν τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης από το γεγονός ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο Χ3, απόφαση για τον οποίο δέχθηκε ότι ελλείπει απ' αυτόν το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και του οποίου η αναφορά στη σχετική κατάθεσή του για ύπαρξη περιφράξεως στο επίδικο, η οποία καταστράφηκε πριν το έτος 1985, δεν αφίσταται της αλήθειας, ενώ περαιτέρω ο ίδιος όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς, όπως κατέθεσε αγνοούσε τα περί διανομής. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν υφίσταται αντίφαση, από το γεγονός ότι αθωώθηκε ο τελευταίος κατηγορούμενος.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως, αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα απ' αυτούς. (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2007 αίτηση αναιρέσεως των, Χ1, Χ2 και Χ3, αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμό 6943/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ για τον στον καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ