Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1363 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1363/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1549/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Ιανουαρίου 2009, 5 Ιανουαρίου 2009, 2 Ιανουαρίου 2009 και 2 Ιανουαρίου 2009 αιτήσεις των αναίρεσης, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 139/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 94/16.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις 1) 3/2-1-09,2) 1/5-1-09,3) 2/2-1-09 και 4) 1/2-1-09 των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2,3) Χ3, και 4) Χ4, αντίστοιχα, κατά του 1549/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 481/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και επικύρωσε τούτο, τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη υπεξαίρεση, κατά συναυτουργία, [άρθρα 45,60, 375 ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2-Οι εισαγόμενες αιτήσεις αναιρέσεως 1) ασκήθηκαν δικαιωματικά από τους κατηγορουμένους, και δη οι μεν 1ος και ο 3η δια της ειδικής πληρεξούσιας τους δικηγόρου Αργυρώς Περσίδου, οι δε 2ος και 4ος από τους ίδιους,2) στρέφονται κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση, αφού τούτο τους παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα,[482 παρ.1α ΠΚ],3) είναι εμπρόθεσμες, καθόσον ασκήθηκαν μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του βουλεύματος,το οποίο επιδόθηκε σ' αυτούς, ως προς τον πρώτο:στον ίδιο στις 22-12-08 και πρόσθετα στον αντίκλητό του στις 23-12-08,ως προς το δεύτερο: στον ίδιο στις 24-12-08 και πρόσθετα στον αντίκλητό του στις 22-12-08,ως προς την τρίτη:στην ίδια στις 22-12-08 και πρόσθετα στον αντίκλητό της στις 17-1-09,και ως προς τον τέταρτο:στο ίδιο στις 23-12-08,με επίδοση στη σύνοικό του ..., και 4) νομότυπα με δήλωση στο γραμματέα οι μεν 1ος,3η και 4ος του Εφετείου Αθηνών, που το εξέδωσε, ο δε 2ος του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η κατοικία του. [βλ. τα επιδοτήρια των δικ. επιμελητών ..., ..., ..., ... και ...].
Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους.
3-Έλεγχος των λόγων
Α-Νομικές διατάξεις.
α-Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. [ΑΠ.94/06].
β-Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
γ-Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθό χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του, και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επιπλέον μια από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 Ε, [παρ.1 περ.β, που προστέθ. με το άρθρο 14 παρ.3α του Ν.2171/3-6-99], ή εάν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.[παρ.2, εδ.β που προστέθ. με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν.2721/99].
δ-Κατά το άρθρο 45 του ΠΚ.αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος, (Α.Π. 818/89 ΠΧΡ.Μ/180). Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου (ΑΠ.1085/89 ΠΧΡ.Μ/399,1334/89 ΠΧΡ.Μ/586).
Β-Περιστατικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, [καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά:
Οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι στην ... στις 16 Φεβρουαρίου 2001, όντας ο μεν πρώτος γενικός διευθυντής, οι δε λοιποί μέλη του Δ.Σ.της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΕ, που εδρεύει στην ..., ενώ περιήλθε στην κατοχή τους το χρηματικό ποσό των 45.000.000 δρχ, το οποίο κατέθεσε στις 18-2-00 στο ... λογαριασμό της εταιρίας, στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, η παθούσα Ζ, υπό τον αναβλητικό όρο εάν αποφασισθεί, με την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας και η διάθεση νέων μετοχών σε τρίτους, με παράλληλη κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης των παλιών μετόχων, να τις μεταβιβάσουν και να τις παραδώσουν λόγω πωλήσεως 300.000 νέες μετοχές, ισόποσης αξίας, [με τιμή αγοράς 150 δρχ την καθεμιά],και ενώ δεν πληρώθηκε ο ανωτέρω ο αναβλητικός όρος, ώστε να περιέλθει στην εταιρία τους οριστικά και η κυριότητα του ανωτέρω χρηματικού ποσού, ώστε να το χρησιμοποιήσουν ως τίμημα των 300.000 νέων μετοχών που θα μεταβίβαζαν στην παθούσα αιτία πωλήσεως, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, αυτοί από κοινού αρνήθηκαν να τις το επιστρέψουν, παρόλο ότι τους το ζήτησε προφορικά και γραπτά με το από 5-2-01 εξώδικό της, που κοινοποίησε ξεχωριστά τον καθένα τους, τάσσοντάς τους και προθεσμία αποδόσεως, την οποία άφησαν να παρέλθει άπρακτη, ιδιοποιούμενοι παρανόμως το ποσό τούτο, το οποίο υπερβαίνει τη συνολική αξία των 73.000 Ε, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία τους. Περαιτέρω το βούλευμα με λεπτομερή εξιστόρηση των συνθηκών αναφέρει τόσον ότι η παράδοση της κυριότητας από την παθούσα του ανωτέρω χρηματικού ποσού, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της αποφάσεως από το Δ.Σ.της εταιρίας, με την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών, για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και τη διάθεση νέων μετοχών σε τρίτους, γεγονός που διατυπώθηκε και εγγράφως στην αίτηση που υπέβαλε η παθούσα στα γραφεία της, επί της οδού ..., στην οποία ρητά αναγράφηκε ότι "εάν η επικείμενη συνέλευση της 18ης Φεβρουαρίου ή οι επαναληπτικές αυτής δεν εγκρίνουν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, τα χρήματα που κατέθεσε θα της επιστραφούν ατόκως στον αναγραφόμενο σ' αυτήν τραπεζικό λογαριασμό της", όσον και ότι οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ενέργησαν από κοινού, καθόσον μετά την κοινοποίηση του εξωδίκου της, κατόπιν συναπόφασης, δεν προέβηκαν σε καμία ενέργεια για την επιστροφή των χρημάτων της, καίτοι γνώριζαν ότι ματαιώθηκε η αίρεση της συμφωνίας τους, αλλά άφησαν και παρήλθε άπρακτη η ταχθείσα τριήμερη προθεσμία, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση της παράνομης ιδιοποίησης του ποσού τω 45.000.000 δρχ".
Από τα περιστατικά αυτά, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, ότι πληρούται η ποινική υπόσταση του εγκλήματος της ιδιαίτερα διακεκριμένης υπεξαίρεσης, που τέλεσαν σε βάρος της ανωτέρω παθούσας κατά συναυτουργία, με την επιβαρυντική περίσταση του ότι το υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή των 73.000 Ε. Στη συνέχεια απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων ως ουσιαστικά αβάσιμες, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και τους παραπέμπει ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι τελέσεως του εγκλήματος τούτου.
Γ)-Κριτική αξιολόγηση
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, κατά συναυτουργία, με την επιβαρυντική περίσταση του ότι το υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή των 73.000 Ε, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 375 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνει από πλευράς μεν της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ότι οι κατηγορούμενοι συνέπραξαν στην τέλεση της πράξεως, ότι έγιναν άπαντες συγκάτοχοι του χρηματικού ποσού των 45.000.000,που τους παρέδωσε η παθούσα υπό την αναβλητική αίρεση μεταβίβαση της κυριότητας, ότι η αίρεση δεν πληρώθηκε, και ότι ενσωμάτωσαν τούτο παρανόμως στην περιουσία τους.
Οι αιτιάσεις τους ότι το Συμβούλιο Εφετών εκτίμησε εσφαλμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και έτσι πείσθηκε ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία παραπέμπονται, και δη ότι δεν έλαβε υπόψη του την 3544/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η καταβολή του χρηματικού ποσού της παθούσας αναζητείται βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ότι η μεταβίβαση του ανωτέρω χρηματικού ποσού έγινε όχι σ' αυτούς αλλά στην εταιρία, που εκπροσωπούσαν, [και συνεπώς υπαινίσσονται ότι την υπεξαίρεση τέλεσε η εταιρία..], ότι η εταιρία έγινε κύρια και όχι κάτοχος αυτού, διότι η αίρεση είχε ενοχική μόνον και όχι εμπράγματη ενέργεια, ότι η εταιρία έγινε κύρια του ποσού σύμφωνα με τις διατάξεις της ανώμαλης παρακαταθήκης και, τέλος, ότι δεν συμφωνήθηκε καμία αναβλητική αίρεση μεταβίβασης της κυριότητας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι βάλλουν κατά της ανέλεγκτα αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά την αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη την 3544/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία προσκόμισαν μετά την περάτωση της ανακρίσεως, η οποία έκρινε τελεσίδικα την αγωγή της παθούσας για το ανωτέρω χρηματικό ποσό, είναι αβάσιμη γιατί στηρίζεται σε μη αληθινή προϋπόθεση, αφού το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του κατά ρητή αναφορά του "όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία".
5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το δε να καταδικάσει αυτούς στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθούν οι αναιρέσεις 1) 3/2-1-09,2) 1/5-1-09,3) 2/2-1-09 και 4) 1/2-1-09 των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2,3) Χ3, και 4) Χ4, αντίστοιχα, κατά του 1549/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Β-Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες 1) 3/2-1-09,2) 1/5-1-09,3) 2/2-1-09 και 4) 1/2-1-09 αιτήσεις (εκθέσεις) των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2,3) Χ3, και 4) Χ4, αντίστοιχα, κατά του 1549/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 481/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και επικύρωσε τούτο, τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για το κακούργημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, κατά συναυτουργία, (αρ.26,παρ.1α, 27 παρ.1, 45 και 375 παρ. 1 εδ. 1β. ΠΚ, όπως αντικ. με αρ. 14 παρ. 3α ν. 2721/99), έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτές και να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, με την προβλεπόμενη από τη πιο πάνω διάταξη μορφή, απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη. Με το ξένο δε πράγμα, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου εξομοιώνεται το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του το είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του το είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε. γ) Το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του. Στην περίπτωση που η κυριότητα κινητού μεταβιβάσθηκε υπό αναβλητική αίρεση [ΑΚ 201], εφόσον η αίρεση ατονήσει, η κυριότητα δεν μετάγεται, ο δε υπό αίρεση δικαιούχος, αρνούμενος την απόδοση, διαπράττει υπεξαίρεση. δ) Ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος. και ε) Η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξ άλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως αυτουργός της υπεξαιρέσεως είναι μόνον αυτός που έχει στην κατοχή του το ιδιοποιούμενο πράγμα, ενώ συναυτουργός υπεξαιρέσεως μπορεί να είναι αυτός που έχει τη συγκατοχή τούτου, δηλαδή την από κοινού με άλλον πραγματική εξουσίαση του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν επ' αυτού δεν μπορεί να επενεργεί ακωλύτως, και κατ' αρέσκεια ένα πρόσωπο, αλλά από κοινού και άλλο ή άλλα, λόγω της μεταξύ των ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών συνθηκών. Δεν αρκεί ότι το πράγμα βρίσκεται στην κατοχή άλλου συμμετόχου, έστω και αν συντρέχουν τα λοιπά της συναυτουργίας στοιχεία. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από το βούλευμα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Διαφορετικά, αν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού του βουλεύματος δεν συνάγεται με τρόπο αναμφισβήτητο ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σε αυτό από τους διαδίκους, υπάρχει έλλειψη της κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενης αιτιολογίας του βουλεύματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται, ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1549/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, "από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας και των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα των τελευταίων και της πολιτικώς ενάγουσας", ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000, ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1 ήταν γενικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην ... και επί της οδού ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ Α.Ε." η οποία είχε ως αντικείμενο μεταξύ των άλλων στην παραγωγή και εμπορία πάσης φύσεως αγροτικών προϊόντων και ιδία παραγωγή οινοπνευματωδών και λοιπών ομοειδών προϊόντων από σταφύλια και άλλες επιτρεπόμενες πρώτες ύλες, καθώς και ειδών συσκευασίας των. Την ίδια χρονική περίοδο οι κατηγορούμενοι ..., ..., Χ2, ..., Χ3, Χ4 και .... ήταν οι δύο πρώτοι Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος αντίστοιχα και οι λοιποί μέλη του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας. Η εταιρεία αυτή ήταν πολυμετοχική και οι μετοχές ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, τελούσαν όμως σε καθεστώς προσωρινής αναστολής διαπραγματεύσεως. Τον ανωτέρω χρόνο η εκκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα Ζ πληροφορήθηκε από τον γνωστό της ..., ότι το Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας θα πρότεινε στη γενική συνέλευση των μετόχων της την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της υπέρ των επενδυτών με κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων υπέρ νέων. Η εκκαλούσα, εκτιμώντας την εν λόγω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ως επενδυτική ευκαιρία, ενδιαφέρθηκε να συμμετάσχει σ' αυτήν και να καταστεί μέτοχος. Έτσι, ήλθε σε συνεννόηση με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ1 και, αφού του γνωστοποίησε την πρόθεσή της, στις 18-2-2000 κατέθεσε στον υπ' αρ. ... λογαριασμό, που τηρούσε η εταιρεία στην Εθνική Τράπεζα και τον οποίο της υπέδειξε, το ποσό των 45.000.000 δραχμών, προκειμένου να λάβει 300.000 κοινές μετοχές μετά ψήφου με τιμή διαθέσεως κάθε μετοχής 150 δραχμές υπέρ το άρτιο, οι οποίες θα εκδίδονταν μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Η προφορική συμφωνία μεταξύ τους ήταν, ότι η καταβολή των χρημάτων για την αγορά των μετοχών τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της πραγματοποιήσεως της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου και της ταυτόχρονης παραιτήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως υπέρ των νέων μετόχων με τη λήψη σχετικής αποφάσεως από τη γενική συνέλευση της εταιρείας που είχε οριστεί για την 18-2-2000 ή σε οποιαδήποτε επαναληπτική, άλλως τα χρήματα θα της επιστρέφονταν. Η συμφωνία αυτή διατυπώθηκε και εγγράφως σε αίτηση, την οποία υπέβαλε η εκκαλούσα Ζ προς το Δ.Σ. της εταιρείας, η οποία και έγινε σιωπηρώς αποδεκτή. Η αίτηση αυτή, η οποία χορηγήθηκε στην ανωτέρω υπό της εταιρείας και ήταν έντυπη με διαμορφωμένο υπ' αυτής το περιεχόμενό της, διελάμβανε ότι, εάν η επικείμενη συνέλευση της 18ης Φεβρουαρίου 2000 ή οι επαναληπτικές αυτής δεν εγκρίνουν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, τα χρήματα που κατέθεσε θα της επιστραφούν ατόκως στον αναγραφόμενο σ' αυτήν τραπεζικό λογαριασμό της. Επισημαίνουμε ότι, ο εκκαλών κατηγορούμενος, Χ1 είχε αναλάβει την εκπροσώπηση της εταιρείας και με τις από 8-4-1997 και 9-7-1999 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύθηκαν στα υπ' αρ. 7478/21-10-1997 και 1326/21-2-2000 ΦΕΚ, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε., αντίστοιχα, του είχαν εκχωρηθεί όλες οι αρμοδιότητες και εξουσίες του άρθρου 20 του καταστατικού. Μετά πάροδο διμήνου η ανωτέρω εκκαλούσα, μη έχοντας οποιαδήποτε ενημέρωση, επικοινώνησε με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας είχε εγκρίνει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και ότι οι μετοχές θα παραδίνονταν σ' αυτήν μετά την περαίωση των απαιτούμενων διαδικαστικών προϋποθέσεων. Έκτοτε ο χρόνος κυλούσε και ο ανωτέρω κατηγορούμενος με διάφορες δυσκολίες εφησύχαζε την εκκαλούσα. Η τελευταία κατά μήνα Ιανουάριο 2001, έχοντας πλέον εξαντληθεί η υπομονή της ερεύνησε και ανακάλυψε ότι η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, που είχε αρχικά ορισθεί να γίνει την 18-2-2000, αναβλήθηκε για την 7-3-2000 και ακολούθως για την 24-3-2000, οπότε και πραγματοποιήθηκε. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην από 9-11-2000 αίτηση, αλλά και στα συνημμένα σ'αυτήν, που υπέβαλε η εταιρεία στο Τμήμα Α' της Δ/νσεως Α.Ε. και Πίστεως της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Υπουργείου Αναπτύξεως, η γενική συνέλευση των μετόχων της στις 24-3-2000 μεταξύ των άλλων αποφάσισε α) την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών ύψους 1.055.000.000 δραχμών και διανομή δωρεάν μετοχών στους μετόχους και β) την κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων, υπέρ νέων μετόχων - επενδυτών και ειδικών στρατηγικών συνεργατών, στην με έκδοση 120.800.000 νέων μετοχών ονομαστικής αξίας 105 δρχ. εκάστης, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, ακολούθως, προς υλοποίηση της ανωτέρω αποφάσεως, έλαβε χώρα 1) αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών ύψους 1.056.000.000 δραχμών, 2) μείωση της ονομαστικής αξίας των 66.000.000 μετοχών της εταιρείας από 110 σε 105 δραχμές η καθεμιά, και τέλος εκδόθηκαν 13.200.000 νέες μετοχές, ονομαστικής αξίας 105 δραχμών εκάστης, καθώς και 30.800.000 νέες μετοχές της ίδιας, ως άνω, ονομαστικής αξίας με καταβολή μετρητών από νέους επενδυτές, με συνέπεια την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά 3.234.000.000 δραχμές. Κατά τη διάρκεια της συνελεύσεως αυτής, γεγονός είναι ότι, δημιουργήθηκαν έριδες και διαπληκτισμοί. Η απόφαση αυτή της συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας στις 24-3-2000 περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της δεν ήταν σύννομη, καθ'όσον: α) η προαναφερόμενη αλλαγή της ονομαστικής αξίας της μετοχής της εταιρείας αποτελούσε τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού της, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 7β και 11 ΚΝ 2190/20, συντελείται μόνο μετά την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της διοικητικής αποφάσεως για την έγκρισή της και β) η απόφαση καταργήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως παλαιών μετόχων στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών είναι σύννομη μόνον εφόσον το Δ.Σ. υπέβαλε γραπτή έκθεση στη Γενική Συνέλευση, η οποία να δικαιολογεί τους λόγους που επέβαλαν τον περιορισμό ή την κατάργηση στις διατυπώσεις δημοσιότητος που προβλέπει το άρθρο 7β του Κ.Ν. 2190/1920. Στο Τμήμα Α' της Δ/νσεως Α.Ε. και Πίστεως της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Αναπτύξεως, σύμφωνα, με τα διαλαμβανόμενα στο αρ. πρωτ. ΚΖ - 14213/24-11-2000 έγγραφό του, το οποίο απέστειλε στην εταιρεία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ Α.Ε." και κοινοποίησε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε.", δεν υποβλήθηκε κανένα δικαιολογητικό από τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/20 για τη νόμιμη σύγκλιση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της 24-3-2000, ούτε αντίγραφο πρακτικών της συνελεύσεως αυτής και ως εκ τούτου δεν έχει εγκριθεί ούτε έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Α.Ε. καμία απόφαση από αυτές που λήφθηκαν στην εν λόγω Γενική Συνέλευση. Η ως άνω υπηρεσία με το προαναφερόμενο έγγραφό της, υπέδειξε στα μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας να μην προβούν σε καμία ενέργεια εκδόσεως και διανομής νέων μετοχών που προήλθαν από την μη νομίμως πραγματοποιηθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που λήφθηκε στη γενική συνέλευση της 24-3-2000 και ζήτησε, χωρίς όμως αποτέλεσμα, από αυτά, προκειμένου να αποφύγουν την εφαρμογή σε βάρος τους των υπό των διατάξεων των άρθρων 54 και επόμενα του Κ.Ν. 2190/20 προβλεπομένων κυρώσεων, να της υποβάλλουν όλα τα σχετικά δικαιολογητικά συγκλήσεως της ενλόγω Γ.Σ. και αντίγραφα πρακτικών της. Με βάση τα προαναφερόμενα ματαιώθηκε η αίρεση της συμφωνίας μεταξύ της εκκαλούσας Ζ και της εταιρείας "ΑΝΩΝΥΜΗ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ Α.Ε.". η ανωτέρω εκκαλούσα, αφού αποσβέσθηκε το δικαίωμα προσδοκίας της για την απόκτηση μετοχών της εταιρείας λόγω ματαιώσεως της αιρέσεως, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο Χ1 και του ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων της. Ακολούθως, αφού τα χρήματα δε της επεστράφησαν, απέστειλε στην εταιρεία και στους κατηγορουμένους, που φέρονταν ως μέλη του Δ.Σ. αυτής, το από 5-2-2001 εξώδικο, με το οποίο ζητούσε, όπως εντός τριών μηνών από της επιδόσεώς του, να της επιστρέψουν το ποσό των 45.000.000 δραχμών. Το εν λόγω εξώδικο, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 11275, 11277, 11276, 11288, 11300, 11306, 11307 και 11308/2001 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., επιδόθηκε στις 7-2-2001 στην ως άνω εταιρεία και στους κατηγορουμένους Χ1 και ..., στις 9-2-2001 στον κατηγορούμενο Χ4 και στις 13-2-2001 στους λοιπούς κατηγορουμένους... Οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ3, Χ2 και Χ4, καίτοι γνώριζαν ότι, ενόψει της επικείμενης αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, η εκκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα Ζ είχε δώσει στην εταιρεία χρήματα για την αγορά μετοχών, καθώς επίσης ότι η απόφαση για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, που φέρεται να λήφθηκε στη συνέλευση της 24-3-2000, δεν ήταν σύννομη για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και επομένως έπρεπε να επιστραφούν σ'αυτήν τα χρήματά της, στις 22-10-2000, κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της εταιρείας, πιστοποίησαν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και εξέδωσαν έγγραφο, στο οποίο μάλιστα αναφερόταν αυτή ως μέτοχος της εταιρείας. Στη συνέχεια οι ανωτέρω και ο εκκαλών Χ1, μετά την κοινοποίηση του εξωδίκου εκ μέρους της ανωτέρω εκκαλούσας, υπό τις αναφερόμενες στην αρχή ιδιότητές τους, κατόπιν συναποφάσεως, δεν προέβησαν σε καμμία ενέργεια για την επιστροφή των χρημάτων της, καίτοι γνώριζαν ότι ματαιώθηκε η αίρεση της συμφωνίας της με την εταιρεία, αλλά άφησαν και παρήλθε άπρακτη η ταχθείσα τριήμερη προθεσμία, εκδηλώνοντας έτσι την 16-2-2001 την πρόθεση της παρανόμου ιδιοποιήσεως του ποσού των 45.000.000 δραχμών που αυτή είχε καταθέσει, το οποίο χωρίς δικαίωμα ενσωμάτωσαν στην περιουσία της εταιρείας. Επισημαίνουμε ότι, η 16η Φεβρουαρίου 2001 είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι ανωτέρω κατηγορούμενοι εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να μην επιστρέψουν το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο είναι ανώτερο των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) στην εκκαλούσα, εξασφαλίζοντας έτσι χρηματικούς πόρους για την εταιρεία. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ4 ισχυρίζεται ότι μέχρι τα μέσα του 2001 αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη της εκκαλούσας Ζ και ότι ποτέ δεν έλαβε γνώση του ως άνω αναφερόμενοι εξωδίκου, με το οποίο η μηνύτρια ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων της. Ο ισχυρισμός αυτός του ως άνω εκκαλούντος στερείται ουσιαστικής βασιμότητας, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα αλλά και την 11288/9-2-2001 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., στην οποία βεβαιώνεται ότι η τελευταία μετέβη στο δικηγορική του γραφείο το οποίο διατηρεί επί της οδού ..., διεύθυνση την οποία αναφέρει στο από 24-10-2003 απολογητικό του υπόμνημα, και, αφού δεν βρήκε τον ίδιο αλλά την υπάλληλο του ..., η οποία αρνήθηκε την υπογραφή της εκθέσεως επιδόσεως, προέβη σε θυροκόλληση του εξωδίκου παρουσία της μάρτυρος .... Η επικαλούμενη από τον ως άνω εκκαλούντα παραίτησή του, η οποία φέρεται να έλαβε χώρα στις 17-10-2001, δεν αποδυναμώνει τις σε βάρος του ενδείξεις, αφού μέχρι τότε ήταν μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας και με την ιδιότητά του αυτή ενήργησε κατά τα προεκτεθέντα...". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ2, Χ3, Χ4 και Χ1 για υπεξαίρεση από κοινού, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, (αρ. 26§1α, 27, 45, ΠΚ, 375§1β-1, ΠΚ, όπως το εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 14 απρ.3α του ν.2721/1999) και, αφού προσδιόρισε το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι τέλεσαν αυτοί την ανωτέρω πράξη, επικύρωσε το εκκαλούμενο πρωτόδικο 481/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά την παραπεμπτική του, για τους ανωτέρω εκκαλούντες - κατηγορουμένους, διάταξή του, ενώ, με περαιτέρω αιτιολογίες έκρινε ,ως προς τους λοιπούς κατηγορούμενους (..., ..., ... και ...), ότι δεν υπάρχουν σε βάρος τους αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή τους προκειμένου να δικασθούν για την πιο πάνω πράξη. IV. Έτσι, όμως, που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, ως προς την περί παραπομπής των αναιρεσειόντων κρίση του, δεν περιέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη κατά τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συγχρόνως δε παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οπότε στέρησε το βούλευμά του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: Ενώ κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, όλοι οι κατηγορούμενοι (χωρίς διάκριση) φέρονται να ενήργησαν από κοινού, δεν προσδιορίζεται στο παραπεμπτικό βούλευμα με σαφήνεια ο τρόπος περιελεύσεως του υπεξαιρεθέντος στην συγκατοχή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, αφού, αν και με το προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό ότι "η απόκτηση της κατοχής χρημάτων επί υπεξαιρέσεως δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοση τους στον δράστη, αλλά και με τη λογιστική μεταφορά τους στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του, με την οποία γίνεται αυτός δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα ανάληψης τους", ακολούθως εκτίθεται, ως πραγματικό περιστατικό, ότι τα χρήματα κατατέθηκαν από την μηνύτρια σε λογαριασμό που τηρούσε η εταιρεία και όχι σε προσωπικό λογαριασμό των κατηγορουμένων, χωρίς να διασαφηνίζει πως όλοι οι κατηγορούμενοι ασκούσαν τη συγκατοχή με την έννοια που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης και, κυρίως, με ποίο τρόπο ενσωμάτωσαν στην περιουσία αυτών τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία των μηνυτών. Περαιτέρω δεν καθίσταται σαφές, αν ο εκ των κατηγορουμένων Χ1, ο οποίος, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, "είχε αναλάβει την εκπροσώπηση της εταιρείας και του είχαν εκχωρηθεί όλες οι αρμοδιότητες και εξουσίες του άρθρου 20 του καταστατικού", αν με τις παραπάνω ιδιότητές του, είχε τη φυσική εξουσία επί του πιο πάνω χρηματικού ποσού, που αποτελεί το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως και το οποίο βρισκόταν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, στην κατοχή της ανώνυμης εταιρείας, ενώ, ως προς τους λοιπούς κατηγορουμένους, ουδέν περιστατικό εκτίθεται από το οποίο να προκύπτει ότι, λόγω της ιδιότητας αυτών, είχαν πρόσβαση επί του κατατεθέντος σε λογαριασμό της εταιρείας χρηματικού ποσού και αν αυτοί ασκούσαν επ' αυτού συγκατοχή, δεδομένου ότι, ως προς αυτούς, δεν αναφέρεται ότι είχαν οποιαδήποτε εξουσίας εκπροσωπήσεως και διαχειρίσεως. Επίσης δεν προκύπτει με βεβαιότητα, αν το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του, έλαβε υπόψη του την 3544/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που προσκομίστηκε μετά το πέρας της ανακρίσεως (δημοσιεύθηκε στις 19/5/2006, μετά την έκδοση του πρωτόδικου βουλεύματος), η οποία έκρινε τελεσίδικα την αγωγή της μηνύτριας Ζ εναντίον των κατηγορουμένων με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί το πιο πάνω ποσό, ως αποζημίωση, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Τούτο δε διότι, στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη του "το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα από...", χωρίς να καθίσταται σαφές, αν η ακολούθως γινόμενη μνεία, ότι έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία", αφορά και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και μετά το πέρας της ανακρίσεως ή απλώς γίνεται εξειδίκευση του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κυρία ανάκριση.
V. Ενόψει των ασαφειών αυτών, οι σχετικοί, από το άρθρο 484 παρ. στοιχ β και δ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, που προβάλλονται από όλους τους αναιρεσείοντες, είναι βάσιμοι και πρέπει ν' αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τις περί παραπομπής των αναιρεσειόντων διάταξή του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 1549/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς την περί παραπομπής των αναιρεσειόντων διάταξή του. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή