Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2494 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια δια παραλείψεως. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2494/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 1977/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 30 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1129/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.
ΙΙ.- H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εκείνα προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία του κατηγορουμένου), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Την 5-6-2000 ο κατηγορούμενος, εκπρόσωπος της εταιρίας "AUTO MARKET ΕΠΕ" ανέλαβε ως εργολάβος από τον ιδιοκτήτη του υπό ανακαίνιση κέντρου διασκέδασης, με την ονομασία ".....", Α, κατοίκου Θεσσαλονίκης, τις εργασίες επισκευής υπάρχουσας μεταλλικής στέγης και τοποθέτηση επ' αυτής, ως επικάλυψη, τέντας από πλαστικό υλικό. Ούτω ανέθεσε τις σχετικές εργασίες στον Β, εργαζόμενο στην επιχείρησή του και στον Γ, που διατηρεί κατάστημα σιδηροκατασκευών. Η υπάρχουσα μεταλλική στέγη στο υπό ανακαίνιση κέντρο διασκέδασης είχε διαστάσεις 20Χ30 μ. περίπου, τα ζευκτά ήταν σε απόσταση 4,0 μ. οι δε τεγίδες ανά 2,0 μ περίπου. Κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία και περί ώρα 3.00 μ.μ, περίπου είχε ήδη τοποθετηθεί η εν λόγω τέντα σε δύο ρολά στην άκρη της στέγης, πλην όμως είχε τοποθετηθεί στραβά (βλ. απολογία κατηγορουμένου), ενώ στη συνέχεια θα έπρεπε αυτή να ξετυλιχθεί στην αριστερή και δεξιά γωνία της στέγης. Ο κατηγορούμενος σκόπευε να την μετακινήσει την επόμενη ημέρα με τη βοήθεια γερανοφόρου οχήματος, λόγω του μεγάλου βάρους αυτής που δυσκόλευε την μετακίνησή της, μέχρι την κορυφή της στέγης σταδιακά και από εκεί να την τραβήξει με σχοινιά από τις δύο πλευρές της στέγης προς τις δύο κλίσεις της, καλύπτοντας έτσι την τελευταία στο σύνολό της. Προς εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, ήτοι του ισιώ΅ατος και ξετυλίγ΅ατος της τέντας, ΅όνον στην αριστερή και δεξιά γωνία της στέγης, χωρίς αυτή να ΅ετακινηθεί, οι εργαζό΅ενοι Β και Γ ανέβηκαν στη στέγη, επιπρόσθετα και διότι ο τελευταίος είχε πλέον τελειώσει ΅ε την ανακατασκευή της σιδηροκατασκευής που είχε αναλάβει και δεν θα επέστρεφε την επό΅ενη η΅έρα για πιθανές απαιτού΅ενες οδηγίες. Οι ανωτέρω εργασίες λά΅βαναν χώρα στο κανονικό κτήριο που εργάζονταν οι τελευταίοι, όταν λόγω ΅η κανονικής συγκόλλησης της στέγης, αλλά και του ΅εγάλου βάρους της τέντας, που βρισκόταν πάνω σ'αυτήν, υποχώρησαν (έσπασαν) τα ΅εταλλικά ΅έρη όπου εργάζονταν οι δύο εργαζό΅ενοι, ΅ε αποτέλεσ΅α αυτοί να πέσουν από ύψος έξι (6) περίπου ΅έτρων στο δάπεδο του κτιρίου και να υποστούν βαριές σω΅ατικές κακώσεις και ειδικότερα ο ΅εν Β, εγκάρσιο κάταγ΅α της βάσεως του κρανίου επεκτεινό΅ενο προς το θόλο, διάχυτη υπαραχνοειδή αι΅ορραγία και διάχυτη αι΅ορραγία της παρεγκεφαλίδας, πολλαπλά κατάγ΅ατα των πλευρών δεξιά ΅ε ρήξη πνευ΅όνων και αι΅οθώρακα, πολλαπλές ρήξεις του ήπατος και αι΅οπεριτόναιο, συνεπεία δε των ως άνω βαρύτατων κακώσεων επήλθε ΅αζική εσωτερική αι΅ορραγία, η οποία επέφερε το θάνατό του την ίδια ως άνω η΅έρα, ο δε Γ, βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση ΅ε ενδοεγκεφαλικό αι΅άτω΅α, κατάγ΅ατα σπλαγχινικού κρανίου, κατάγ΅ατα βάσεως κρανίου, τραυ΅ατική υπαραχνοειδή αι΅ορραγία, κάκωση οπτικών νεύρων α΅φοτεροπλεύρως και κάταγ΅α ανωνύ΅ου και κάταγ΅α Colles δεξιά, απώλεια της όρασης και διαταραχές της συ΅περιφοράς. Υπαίτιος του θανάτου του Β και του σοβαρού τραυ΅ατισ΅ού του Γ είναι ο κατηγορού΅ενος εργολάβος, ο οποίος είχε αναλάβει την ανακατασκευή της σιδηροκατασκευής της στέγης και την τοποθέτηση της τέντας και απασχολούσε στο έργο αυτό τους προαναφερθέντες. Ο κατηγορού΅ενος από α΅έλειά του, ήτοι από έλλειψη της δέουσας επι΅έλειας και προσοχής την οποία όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει λόγω του επαγγέλ΅ατος του, δεν προέβλεψε το αποτέλεσ΅α της παραλείψεώς του και δεν έλαβε τα απαιτού΅ενα προστατευτικά ΅έτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζο΅ένων και προς αποφυγή του κινδύνου πρόκλησης οιουδήποτε ατυχή΅ατος. Συγκεκρι΅ένα, δεν προέβη στην κατασκευή καταλλήλου δαπέδου εργασίας και στη δη΅ιουργία σταθερού ικριώ΅ατος ή στη χρήση σκαλωσιάς που να πληροί τους κανόνες ασφαλείας (σύ΅φωνα ΅ε τα άρθρα 1, 2, 3 επ. του ΠΔ 778/1980), έτσι ώστε να ΅ην είναι δυνατή η πτώση των εργαζο΅ένων, δεδο΅ένου ότι τα ΅εταλλικά στοιχεία της στέγης ήταν ακατάλληλα για να χρησι΅οποιηθούν ως δάπεδο εργασίας εφόσον δεν διέθεταν ούτε το αναγκαίο πλάτος των 60 cm, ούτε πλευρική προστασία έναντι πτώσεως (κιγκλίδω΅α) (σύ΅φωνα ΅ε τα άρθρα 9, 16 και 18 του ΠΔ 778/80) ούτε χρησι΅οποίησε γερανοφόρο όχη΅α ΅ε ειδικό καλάθι για την ασφαλή τοποθέτηση και εργασία αυτών, (άρθρ. 10 παρ. 5, 4 ΠΔ 16/94), επιπλέον δε δεν ΅ερί΅νησε να εφοδιάσει τους εργαζο΅ένους ΅ε ατο΅ικά ΅έσα προστασίας, όπως ζώνες ασφαλείας που θα τους συγκρατούσε σε πιθανή πτώση ή κράνη που θα τους προστάτευαν σε περίπτωση κτυπή΅ατος στο κεφάλι, αν και είχε ιδιαίτερη νο΅ική υποχρέωση προς λήψη αυτών των ΅έτρων ασφαλείας πηγάζουσα από τις σαφείς διατάξεις του νό΅ου, αναφορικά ΅ε το είδος και τη ΅ορφή των εκτελου΅ένων εργασιών. Τα ανωτέρω πραγ΅ατικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τη σαφή και πειστική κατάθεση της ΅άρτυρος κατηγορίας Ψ την ανάγνωση των από 9-10-2000 και 15-9-2000 εκθέσεων ενόρκης εξετάσεως των ΅αρτύρων Γ και Δ, αντίστοιχα και την απολογία του κατηγορου΅ένου, οι οποίοι αναφέρουν ότι δεν υπήρχε σκαλωσιά στο επίδικο ση΅είο, όπου έγινε το ατύχη΅α, ούτε δάπεδο εργασίας, ούτε είχαν εφοδιαστεί οι εν λόγω εργαζό΅ενοι ΅ε ατο΅ικά ΅έσα προστασίας (ζώνη, κράνος ... ), ενώ οι καταθέσεις αυτών δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των ΅αρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι επιβεβαιώνουν ΅εν την έλλειψη προστατευτικών ΅έτρων, πλην ό΅ως ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν ήταν απαραίτητη η λήψη αυτών. Ο αυτοτελής ισχυρισ΅ός του κατηγορου΅ένου, ότι ο θανών Β και ο τραυ΅ατισθείς Γ δεν συνδέονταν ΅ε αυτόν ΅ε σύ΅βαση εξαρτη΅ένης εργασίας και ως εκ τούτου δεν ευθύνεται για το επίδικο ατύχη΅α, ως και ο ισχυρισ΅ός αυτού ότι οι ανωτέρω ανέβηκαν στη στέγη ΅ε δική τους πρωτοβουλία, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο κατηγορού΅ενος ευθύνεται για το επίδικο ατύχη΅α που έγινε εν ώρα εργασίας και είχε ως αποτέλεσ΅α το θάνατο του Β και τον βαρύτατο τραυ΅ατισ΅ό του Γ, προκληθέν από την α΅ελή αυτού συ΅περιφορά, συνιστα΅ένη στις προαναφερό΅ενες παραλήψεις, οι οποίες ήταν πρόσφορες και ικανές να επιφέρουν το θάνατο του πρώτου και τον βαρύτατο τραυ΅ατισ΅ό του δευτέρου.
Συνεπώς, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από α΅έλεια και της σω΅ατικής βλάβης από α΅έλεια παρ' υποχρέου σε ιδιαίτερη επι΅έλεια και προσοχή που του αποδίδονται, όπως αυτές διατυπούνται στο διατακτικό, της παρούσης ... ". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονία και της σωματικής βλάβης από αμέλεια για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 302 παρ.1, 314 παρ.1α και 315 παρ.1β του ΠΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζει το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή) τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της πράξης, τον αιτιώδη σύνδεσμο των παραλείψεων και του αποτελέσματος και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, η οποία πηγάζει από την ιδιότητά του ως εργοδότη στο εκτελούμενο έργο και την υποχρέωση αυτού να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για τους εργαζόμενους στο έργο. Η ειδικότερη αιτίαση για ελλειπή αιτιολογία της αποφάσεως εκ του ότι δεν προσδιορίζεται η σχέση εργασίας με την οποία οι παθόντες συνδέονταν με τον κατηγορούμενο, είναι αβάσιμη αφού σαφώς διαλαμβάνεται ότι ο τελευταίος (κατηγορούμενος) τους είχε προσλάβει και τους απασχολούσε στο εκτελούμενο έργο, είναι δε πλεοναστική και δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση η αναφορά στην επαγγελματική ιδιότητα του παθόντος Γ ως διατηρούντος κατάστημα σιδηροκατασκευών, Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 εδ α' του ΚΠΔ στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ( άρθρο 219 παρ.2), ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, ή ένορκη κατάθεση που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικού αιτήματος δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται, επίσης, αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση χωρίς να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ΚΠοινΔ. Η εναντίωση του κατηγορουμένου, ναι μεν αποτελεί βουλητική εκδήλωση η οποία εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ.2 ΚΠοινΔ, μπορεί όμως να μη λαμβάνεται υπόψη , αν τείνει στη παρεμπόδιση εξακρίβωσης της αλήθειας Τούτο ισχύει και όταν ο κατηγορούμενος ρηματικά και μόνον εναντιώνεται στην ανάγνωση μαρτυρικής καταθέσεως που έχει ληφθεί κατά την προδικασία χωρίς να εξειδικεύει και να προσδιορίζει σε τι συνίστανται οι αντιρρήσεις του και κατά τι παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα από την ανάγνωση τέτοιας μαρτυρικής καταθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο, κατά παραδοχή αιτήματος υποβληθέντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς εναγούσης, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος την από 9-10-2000 μαρτυρική κατάθεση του παθόντος Γ η οποία δόθηκε στην προδικασία. Και ναι μεν ο κατηγορούμενος αντέλεξε στην ανάγνωση της άνω καταθέσεως, αλλά από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι την άρνηση αναγνώσεως της καταθέσεως δεν συνοδεύει με την έκθεση ισχυρισμών που δικαιολογούν την μη ανάγνωση ως βλαπτική των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του. Κατά συνέπεια, ουδεμία προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ανάγνωση της άνω μαρτυρικής καταθέσεως και ούτε συνεπώς το δικαστήριο όφειλε να αιτιολογήσει την σχετική του απόφαση.
Συνεπώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως και ο συναφής για έλλειψη αιτιολογίας λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1977/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή