Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2472 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Επεκτατικό αποτέλεσμα.




Περίληψη:
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Απορρίπτει αναίρεση του πρώτου ως ανυποστήρικτη. Αιτιολογία αγοράς και κατοχής ναρκωτικών. Αιτιολογία δόλου και συγκατοχής. Επίκληση ελαφρυντικών 84 παρ.2 ε΄ (της καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη) Αοριστία ισχυρισμών. Εκ περισσού αιτιολογία απορρίψεως. Ισόβια απέλαση καταδικασθέντος κατ’ αρ.17 παρ. 2 Ν. 1729/87 - αρ. 35 ΚΝΝΝ. Πότε απαιτείται αιτιολογία. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την πράξη της αγοράς ναρκωτικών (μη αναφορά του τόπου τελέσεως, κλπ.) Επιβαρυντικές περιπτώσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/87. Έννοια της ειδικής υποτροπής της κατ’ επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως της πράξεως και της ιδιαίτερης επικινδυνότητας. Αιτιολογία συνδρομής επιβαρυντικών περιπτώσεων. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς τον συμμέτοχο. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2472/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 2728/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2008 και 19 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 976/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτηση αναίρεσης του πρώτου των αναιρεσειόντων και β) να γίνει εν μέρει δεκτή εκείνη του δευτέρου εξ αυτών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες 14/28-1-2008 και από 19-2-208 (αρ. πρωτ. 1474/08) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 αντίστοιχα, για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ.α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 5-6-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Αλικαρνασού ....., ο αναιρεσείων Χ1, κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασού κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί δια του συνηγόρου του στην αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση (17/10/2008). Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την συνεδρίαση αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτησή του αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο εν λόγω αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 ( άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η αγορά και πώληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων [45 ΠΚ], συνεπώς και του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Υπάρχει δε συγκατοχή όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και η δυνατότητα σε όλους τους δράστες - συναυτουργούς άσκησης αυτής της φυσικής εξουσίασης με τη δυνατότητα διαπιστώσεως οποτεδήποτε της ύπαρξής της, και της κατά τη βούλησή τους διάθεσής της, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο προσδιορισμός και της εκτάσεως της φυσικής εξουσίασης που καθένας έχει επί των ουσιών αυτών. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, αρκεί ότι συμφωνήθηκε τίμημα και [δ] της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε , στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2728/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού , που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "........Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 κατά το από 1-2-2004 έως 9-7-2004 χρονικό διάστημα και σε ημερομηνία δεν εξακριβώθηκε επακριβώς, Α) αγόρασαν από κοινού από πρόσωπο τα στοιχεία του οποίου δεν έγιναν γνωστά κατά την ανάκριση με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες κατά την έννοια του νόμου ναρκωτικές ουσίες και άγνωστες κατά την ανάκριση ποσότητες, τουλάχιστον, όμως τις εξής: α) ηρωίνη συνολικού βάρους 6.078 γραμμαρίων σε στερεά μορφή (βράχο) συσκευασμένη σε 17 ανισοβαρείς τυποποιημένες συσκευασίες και περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία. β) κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 410 γραμ., συσκευασμένη σε δυο ανισοβαρείς τυποποιημένες συσκευασίες περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία και γ) 2.066 δισκία ΧΤC χρώματος λευκού, συσκευασμένη σε μια νάιλον σακούλα που έφεραν το λογότυπο της COVA COLA. Β) Στο ..... την 8-7-2004 κατείχαν από κοινού απαγορευμένες κατά την έννοια του νόμου ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα: α) κατείχαν από κοινού 520 γραμ. ηρωίνη, συσκευασμένη σε ένα τυποποιημένο, δέμα περιτυλιγμένο με κολλητική ταινία, το οποίο έφεραν εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος κατ/νος, Χ1, ιδιοκτησίας του Α, β) κατείχαν από κοινού, εντός του διαμερίσματος που βρίσκεται επί της οδού ..... στο ....., το οποίο είχε μισθώσει προ πενταμήνου ο δεύτερος εκ των κατηγορουμένων Χ2 και χρησιμοποιούσαν ως κρύπτη (καβάτζα), τις απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες βα) ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 5.558 γραμ. σε στερεή μορφή (βράχο) συσκευασμένη σε 16 ανισοβαρείς τυποποιημένες συσκευασίες και περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία ββ) κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 410 γραμ. συσκευασμένη σε δύο ανισοβαρείς τυποποιημένες συσκευασίες και περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία και βγ) 2.066 δισκία ΧΤC χρώματος λευκού, συσκευασμένη σε μια νάιλον σακούλα που έφεραν το λογότυπο της COCA COLA. Τις ποσότητες αυτές προόριζαν να πωλήσουν σε τρία πρόσωπα, έναντι αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος. ..... Το αίτημα για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε Π.Κ. ήτοι της μεταγενέστερης της πράξης καλής συμπεριφοράς που ζήτησαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού προϋποθέτει καλή συμπεριφορά, μετά την πράξη, στην κοινωνία η οποία να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή εξαναγκασμού περιστατικά που δεν συντρέχουν εν προκειμένω αφού οι κατ/νοι όλο αυτό το διάστημα βρίσκονται στη φυλακή και η συμπεριφορά τους δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης...".
Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ2 κρίθηκε ένοχος: 1) για από κοινού αγορά απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, ήτοι, κοκαΐνης και ηρωίνης, 2) για από κοινού κατοχή απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών, πράξεις που τέλεσε, ως υπότροπος, και ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, ΠΚ, άρθ., 5 παρ.1 περ. β και ζ και άρθρο 8 του ν. 1729/87, όπως ισχύουν, (ήδη άρ 20 παρ.1 περ. β και ζ, και 23 του ΚΝΝ 3459/2006), ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.
V. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την πράξη της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών (εκτός από την αιτιολογία ως προς συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια), αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατοχής από κοινού ναρκωτικών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές , τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα η κατοχή των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα με την έννοια ότι είχε αυτά στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να τα διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση, σαφώς προκύπτει από τις περιγραφόμενες στην απόφαση συνθήκες υπό τις οποίες τα ναρκωτικά βρέθηκαν στην κατοχή του, χωρίς να απαιτείται, επιπλέον, η ειδική μνεία της δυνατότητας αυτής. Εξάλλου, ως προς την από κοινού κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη, για την αιτιολόγηση της κατοχής αυτής, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, ούτε απαιτείται η αναφορά των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Επίσης δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των συγκεκριμένων εγκλημάτων και, επομένως, εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι είχε την φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών (520 γραμ. ηρωίνης), που βρέθηκαν στο αναφερόμενο στην απόφαση αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγκατηγορούμενός του, καθώς και εκείνων που βρέθηκαν στο διαμέρισμα της οδού ....., το οποίο, όπως ισχυρίζεται, εσφαλμένα, επίσης, δέχθηκε η απόφαση ότι το είχε εκείνος, ενώ από την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι βρισκόταν στην κατοχή του συγκατηγορουμένου του, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ , πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως (κατά το 6ο και 7ο σκέλος αυτού) και δεύτερος (κατά το 3ο και 4ο σκέλος αυτού, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης (άρ. 5 παρ.1 ζ του ν. 1729/87), σχετικά με την πράξη της από κοινού κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της πιο πάνω περίπτωσης ε του άρ. 84 παρ.2 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμό για την αναγνώριση σ' αυτόν των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς, με το εξής περιεχόμενο "Όπως αποδεικνύεται από την με αριθμ. πρωτ. 53465/31-10-07 βεβαίωση των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού, την οποία προσκομίζω και επικαλούμαι, η διαγωγή μου υπήρξε καλή και τήρησα όλους τους σωφρονιστικούς κανόνες από τις 15-7-04 έως και σήμερα. Παρά τις δύσκολες συνθήκες κράτησης και τη δικαιολογημένη πίκρα και απελπισία μου για την εμπλοκή μου σε αυτή την υπόθεση, ήμουν υπάκουος στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και εφάρμοσα όλους τους κανόνες που επιβάλλει ο σωφρονιστικός κώδικας καθόλη τη διάρκεια των 3 1/2 σχεδόν ετών από τη σύλληψή μου. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να αποδείξω την καλή συμπεριφορά μου και στην κοινωνία, αφού εξαναγκάστηκα να παραμείνω προσωρινά κρατούμενος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης μου". Με αυτό το περιεχόμενο ο προταθείς ισχυρισμός, για τη χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού, είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τον θεμελιώνει. Συγκεκριμένα η αναφορά και μόνο ότι ο αναιρεσείων συμμορφώθηκε στους κανονισμούς της φυλακής, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών καλής συμπεριφοράς, πέραν της συνήθους συμπεριφοράς που υποχρεούνται οι κρατούμενοι στις φυλακές να τηρούν, συμμορφούμενοι στους σχετικούς κανονισμούς της φυλακής, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον περί καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, επομένως, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας κατ' ουσία, τον ισχυρισμό αυτό, με αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο αιτιολογία.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως (κατά το 11ο σκέλος αυτού) και δεύτερος (κατά το 6ο σκέλος αυτού), για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρ. 84 παρ.2ε του ΠΚ ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VII. Στο άρθρο 17 παρ.2 του ν.1729/1987 (άρ. 35 παρ.2 του ΚΝΝ 3459/06), ορίζεται ότι για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού σε ποινή καθείρξεως, το Δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι'αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ.1 του άρθρου αυτού. Για την εκτέλεση της απέλασης εφαρμόζεται το άρθρο 74 του Ποινικού Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ισόβια απέλαση αλλοδαπού, που έχει καταδικασθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (ν. 1729/1987, όπως ισχύει), αποτελεί παρεπόμενη ποινή και είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, εκτός αν για την παραμονή του στη χώρα συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, τους οποίους, ως εξαίρεση του υποχρεωτικού κανόνα, ο καταδικασθείς οφείλει κατά τρόπο ορισμένο να επικαλεσθεί πριν από την απόφαση για την επιβολή της εν λόγω παρεπόμενης ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ2 με το σχετικό λόγο αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεώς του αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι χωρίς αιτιολογία διέταξε την απέλασή του. 'Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εν λόγω αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε σπουδαίους λόγους που να δικαιολογούν την παραμονή του στη Χώρα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε υποχρέωση, επιβάλλοντας την παρεπόμενη ποινή της ισόβιας απελάσεως, να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογία περί μη συνδρομής σπουδαίων λόγων για την παραμονή του αναιρεσείοντος στη Χώρα, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Κατ'ακολουθίαν τούτων, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως (κατά το 12ο σκέλος αυτού) της κρινόμενης αιτήσεως του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ2, αναφορικά με την επιβολή της ισόβιας απελάσεώς του από τη Χώρα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
VIII. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και για την πράξη της αγοράς, ναρκωτικών ουσιών, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής τους. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την πράξη της αγοράς των ναρκωτικών ουσιών, ουδόλως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε. Περιορίζεται απλώς να επαναλάβει κατά λέξη το διατακτικό, στο οποίο όμως, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω πράξη της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, ούτε λεπτομερές είναι ούτε εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Το μόνο δε περιστατικό, το οποίο εκτίθεται είναι, ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του -και μάλιστα εφάπαξ- τις αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών, υπό συνθήκες που δεν προσδιορίζονται αλλά και σε τόπο που δεν αναφέρεται και σε χρόνο που ενέχει ασάφεια, αφού αυτός προσδιορίζεται κατά το διάστημα από 1/2/2004 έως 9/7/2004, ενώ κατά τις παραδοχές της απόφασης, το μεγαλύτερο μέρος της αγορασθείσας ποσότητας (5558+520=6.078 γραμμάρια) βρέθηκε ήδη στην συγκατοχή του αναιρεσίοντος στις 8/7/2004, ενώ ουδόλως γίνεται αναφορά ότι συμφωνήθηκε τίμημα για την αγορά αυτή (έστω σε άγνωστο ύψος). Επομένως, είναι βάσιμος, ως προς την ανωτέρω πράξη, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των πιο πάνω ποινικών διατάξεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, με τις διαλαμβανόμενες στον 1ο, 2ο, 4ο και 5ο σκέλος του 1ου λόγου και στο 1ο και 2ο σκέλος του δεύτερου λόγου, πιο πάνω αιτιάσεις, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αιτιάσεων που αναφέρονται στην πράξη αυτή.
ΙΧ. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (άρθρο 23 ΚΝΝ), ο δράστης των παραπάνω τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια της ειδικής υποτροπής, που θεσπίσθηκε με τη διάταξη αυτή και η οποία ισχύει πέραν της γενικής υποτροπής, ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της εν λόγω διάταξης και συντρέχει όταν ο δράστης τέλεσης πράξης παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών είχε καταδικασθεί προηγουμένως αμετακλήτως για παράβαση του ίδιου νόμου σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Η έννοια της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ή της τελέσεως της πράξεως και της ιδιαίτερης επικινδυνότητας ορίζεται, αντίστοιχα, στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ και ζ, του ΠΚ, κατά τις οποίες κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης, όταν από την βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρεί την αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον.
Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες των άρθρων 8 ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ ' του Π.Κ. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των νομικών διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται επί πλέον η αναφορά πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στις παραπάνω έννοιες των επιβαρυντικών περιστάσεων, στην περίπτωση δε της ειδικής υποτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, πρέπει να αναφέρονται οι προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες και να προσδιορίζεται, αν αυτές είναι για κακούργημα ή πλημμέλημα, και ο χρόνος που έλαβαν χώρα (εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή πενταετίας αντίστοιχα). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, και αναφέρθηκε πιο πάνω, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις ως άνω παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' υποτροπή, κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων αυτών και της ιδιαίτερης επικινδυνότητας, με την εξής αιτιολογία "...Τις ανωτέρω πράξεις τέλεσαν οι κατηγορούμενοι κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα, από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (ζυγαριά, εντοιχισμένο χρηματοκιβώτιο) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους ενώ από την βαρύτητα των ανωτέρω πράξεων, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσης τους, τα αίτια που τους ώθησαν και την προσωπικότητά τους προκύπτει αντικοινωνικότητα αυτών και σταθερή ροπή τους στη διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον, ώστε να χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα επικίνδυνοι δράστες. Επί πλέον ο 2ος Χ2 είναι υπότροπος, καθόσον έχει καταδικαστεί αμετάκλητα, για παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών, σε κάθειρξη 11 ετών για κατοχή ηρωίνης βάρους 11,5 κιλών". Η αιτιολογία αυτή, αναφορικά με τη συνδρομή των πιο πάνω επιβαρυντικών περιστάσεων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την συνδρομή των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων, αλλά παρατίθενται μόνο τα τυπικά στοιχεία του νόμου. Η ειδικότερη δε, εντός παρενθέσεως, διευκρίνιση, ότι η υποδομή, στην οποία θεμελιώνεται η επιβαρυντική περίσταση της επάγγελμα τέλεσης των πράξεων, συνίσταται στη ύπαρξη ζυγαριάς και εντοιχισμένου χρηματοκιβώτιου, είναι ασαφής και ελλιπής, κυρίως, διότι τόσο η ζυγαριά όσο και το εντοιχισμένο χρηματοκιβώτιο, αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης αποκλειστικά σε σχέση με την πράξη της πώλησης ναρκωτικών που διέπραξε μόνο ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Χ1 (ο οποίος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, κατά την πώληση των ναρκωτικών χρησιμοποιούσε τη ζυγαριά και στο χρηματοκιβώτιο είχε κρύψει το τίμημα των πωλήσεων). Τέλος η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της καθ' υποτροπή τέλεσης των εν λόγω πράξεων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, προεχόντως, διότι δεν αναφέρεται ο χρόνος που έλαβε χώρα η προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη του αναιρεσείοντος, για παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών, (εντός της προηγούμενης δεκαετίας, εφόσον πρόκειται για κακούργημα). Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις πιο πάνω παραδοχές της, δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη και επιπλέον στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 20 παρ.1 εδ. β και 23 του ΚΝΝ 3459/06. Γι' αυτό, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε, 1ος λόγος αναιρέσεως, ως προς το 9ο και 10ο σκέλος του και ο 2ος λόγος ως προς το 5ος σκέλος του, είναι βάσιμοι.
Χ. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, α) κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της από κοινού αγοράς ναρκωτικών ουσιών και β) κατά το μέρος που δέχθηκε τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων για τις πράξεις της κατοχής και της αγοράς ναρκωτικών ουσικών, και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής της ποινής, απορριπτομένης της αιτήσεως κατά τα λοιπά. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Επίσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς τον Χ1, που καταδικάστηκε ως συναυτουργός του αναιρεσείοντος, για την πιο πάνω πράξη της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών και του οποίου η συνεκδικαζόμενη αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, καθόσον οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και να αναιρεθεί και ως προς αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την πράξη της από κοινού αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων (πλην της υποτροπής που δεν τον αφορά) καθώς και, ως προς την ποινή που επιβλήθηκε για όλες τις πράξεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις 14/28-1-2008 και από 19-2-2008 (αρ. πρωτ. 1474/08) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 αντίστοιχα, για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 14/28-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ1 στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Δέχεται εν μέρει την από 19-2-2008 (αρ. πρωτ. 1474/08) αίτηση αναιρέσεως του Χ2 και αναιρεί εν μέρει την 2728/7-11-2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την πράξη της αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ως την συνδρομή των αναφερομένων στο σκεπτικό επιβαρυντικών περιστάσεων, καθώς και ως προς την περί της ποινής διάταξή της.

Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 19-2-2008 αίτησης (δήλωσης) αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2 για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ως προς τον συναυτουργό των πράξεων της από κοινού κατοχής και αγοράς Χ1, ως προς την πράξη της από κοινού αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, καθώς και, ως προς την περί της ποινής διάταξή της και αναιρεί εν μέρει και ως προς αυτόν την πιο πάνω απόφαση.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19-2-2008 αίτησης (δήλωσης) αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2 για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ